Τετάρτη, 22 Μαΐου 2013

ΓΙΑ ΤΗ ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ (1914-1923) - του Θόδωρου Μπατρακούλη


ΓΙΑ ΤΗ ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ (1914-1923) [1]
 του Θόδωρου Μπατρακούλη
Το σύντομο αυτό κείμενο αποτελεί απότιση ελάχιστου φόρου τιμής στα τουλάχιστον 353.000 θύματα της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου, της μιάς από τις τρείς αποδεδειγμένες Γενοκτονίες ιστορικών χριστιανικών λαών της Μικράς Ασίας, μαζί με αυτές κατά των Αρμενίων και των Ασσυρίων. Οι Ελληνες Πόντιοι διαφοροποιήθηκαν από τους ελληνικούς και άλλους χριστιανικούς πληθυσμούς περιοχών της χερσονήσου της Ανατολής (Μικρά Ασία) και με την ανάπτυξη ενός αντιστασιακού αντάρτικου που έθεσε, ως ένα βαθμό και το ζήτημα της αυτονομίας του Πόντου[2]. Ηδη κατά την διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων[3] ο τότε μητροπολίτης Αμασείας Γερμανός Καραβαγγέλης[4] ξεκίνησε τη δράση του συμβάλλοντας στον εξοπλισμό των πρώτων αντάρτικων αποσπασμάτων στη Σαμψούντα[5]. Την περίοδο αυτή, το σοβαρό πρόβλημα εμφανίζεται με την επιστράτευση των Ποντίων οι οποίοι κλήθηκαν να υπερασπίσουν τα συμφέροντα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, παρά την απροθυμία τους και αντίθεσή τους στο να υπηρετήσουν ως στρατιώτες. Μετά την έκρηξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η Οθωμανική κυβέρνηση, πριν ακόμα αποφασίσει την έξοδό της στο πλευρό των Κεντροευρωπαικών Δυνάμεων, προχώρησε σε έκτακτα μέτρα, ένα από τα οποία ήταν η γενική επιστράτευση τον Αύγουστο του 1914. Ολοι οι Οθωμανοί υπήκοοι ηλικίας 20-45 ετών, μουσουλμάνοι και μη, κλήθηκαν εντός τριών ημερών να παρουσιαστούν στις μονάδες που τους ορίστηκε[6]. Οι Ελληνες και τα μέλη των άλλων μειονοτήτων επιδίωκαν να αποφύγουν τη στράτευση. Τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, εκδόθηκε διαταγή, με την οποία αναγνωριζόταν το δικαίωμα στους μη μουσουλμάνους υπηκόους να εξαγοράσουν την υποχρέωση κατατάξεως στο στρατό, καταβάλλοντας ως αντίτιμο σαράντα τέσσερες χρυσές λίρες μέχρι τη λήξη του πολέμου[7]. Αλλά, πολλοί στρατεύσιμοι, οι οποίοι δεν μπορούσαν να καταβάλουν το αντίτιμο εξαγοράς της υποχρεώσεώς τους αναγκάστηκαν να καταταγούν. Η εφαρμογή του συγκεκριμένου μέτρου ανέδειξε τις υπάρχουσες στις Ποντιακές κοινότητες οικονομικές, ταξικές διαφορές, αφού δεν είχαν όλα τα νοικοκυριά τη δυνατότητα να πληρώσουν το προβλεπόμενο αντισήκωμα. Οι Νεότουρκοι, μετά την ήττα των (υπό την διοίκηση του αρχιστρατήγου Ενβέρ πασά) οθωμανικών ενόπλων δυνάμεων στο Σαρίμ-Καμίς (Καύκασος), αποφάσισαν να εφαρμόσουν την εξαίρεση των χριστιανών στρατιωτών από την ένοπλη στρατιωτική υπηρεσία. Μάλιστα, η σχετική εντολή ενθάρρυνε τους διαμένοντες στην Αμισό (καταγόμενους από τη Θεσσαλονίκη) Τουρκο-Εβραίους να κηρύξουν στα τζαμιά και στους στρατώνες ότι οι χριστιανοί δεν είναι επιθυμητοί στο στράτευμα και να διεγείρουν διαρκώς εναντίον των χριστιανών την εχθρότητα και το μίσος των μουσουλμάνων στρατιωτών[8]. Οπωσδήποτε, πολλοί ήταν εκείνοι οι χριστιανοί (και ιδιαιτέρως οι Ελληνοπόντιοι), οι οποίοι λιποτάκτησαν και επέστρεψαν στη γενέτειρά τους, τόσο πριν όσο και μετά τη λήψη της αποφάσεως να αποκλεισθούν οι χριστιανοί από την ένοπλη υπηρεσία.
Πρέπει να σημειωθεί ότι, μετά την ήττα των οθωμανικών δυνάμεων στον Α΄ Βαλκανικό πόλεμο, η κυβέρνηση των Νεοτούρκων αποφάσισε να μεταφέρει μουσουλμάνους πρόσφυγες από τα Βαλκάνια και να τους εγκαταστήσει στην περιοχή του Πόντου. Βασικό κίνητρο τους ήταν η αλλοίωση της δημογραφικής συνθέσεως του πληθυσμού της περιοχής. Με το σύνθημα ‘‘η Τουρκία ανήκει στους Τούρκους’’ προχώρησαν στην εφαρμογή αυτού του σχεδίου. Προσέκρουσαν, ωστόσο στην αντίδραση των κατοίκων του Πόντου, οι οποίοι δεν ήταν καθόλου πρόθυμοι να αποδεχτούν την εγκατάσταση των μουσουλμάνων προσφύγων στον τόπο τους. Ετσι, σημειώθηκαν οι πρώτες συγκρούσεις της οθωμανικής χωροφυλακής με Πόντιους αντάρτες[9]. Οι Πόντιοι κατόρθωσαν σ’εκείνη τη φάση να αποτρέψουν την εγκατάσταση των  μουσουλμάνων προσφύγων στην περιοχή τους. Ωστόσο, η υλοποίηση αυτού του νεοτουρκικού σχεδίου εφαρμόστηκε σε άλλες περιοχές της Μικράς Ασίας. Ενας σημαντικός παράγοντας ο οποίος επηρέασε την παραπάνω πολιτική της ‘‘Ενωσης για την Ενότητα και την Πρόοδο’’ (Ittihat ve Terakki Cemiyeti) ήταν η απώλεια της Θεσσαλονίκης τον Οκτώβριο του 1912 και η συνεπακόλουθη μεταφορά της έδρας του κόμματος ‘‘Ενωση για την Ενότητα και την Πρόοδο’’ στην πρωτεύουσα της Αυτοκρατορίας. Εξάλλου, τα περισσότερα στελέχη του κόμματος αυτού κατάγονταν από τα Βαλκάνια, και αρκετοί από τη Μακεδονία[10]. 
         Αμέσως μετά την άφιξη του Μουσταφά Κεμάλ στην Σαμψούντα (Sampson, 19 Μαίου 1919), οι διώξεις συνεχίστηκαν από τα στρατεύματά του και από τους Τούρκους τσέτες. Οι κεμαλικοί θεωρούσαν το ζήτημα του Πόντου ως το μεγαλύτερο κίνδυνο για την ακεραιότητα της τότε Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Την άποψη αυτή μαρτυρούν τα θέματα της ημερησίας διατάξεως των συζητήσεων της Μεγάλης Τουρκικής Εθνοσυνέλευσης (Türkiye Büyük Millet Meclisi, TBMM), στις εργασίες της οποίας επί δύο χρόνια ο Πόντος και όχι η Ιωνία και η εκεί παρουσία του ελληνικού στρατού αποτελούσαν το κυρίαρχο θέμα. Οι τέσσερες τόμοι των πρακτικών (zabιt ceridesi) του κεμαλικού Κοινοβουλίου των ετών του 1920-1922 παρέχουν την καλύτερη απόδειξη ότι στις συζητήσεις του κυριαρχούσε θεματολογικά το Ποντιακό Ζήτημα και η δυναμική καταστολή του.
         Στη μυστική συνεδρίαση της 8/21 Μαίου 1922, ο Ισμέτ Πασάς (ο μετέπειτα Ισμέτ Ινονού) ομολόγησε ενώπιον των μελών της Εθνοσυνέλευσης ότι ο σφαγιασμός του ελληνισμού του Πόντου πραγματοποιήθηκε με κυβερνητική εντολή. Ανέφερε στην εισήγησή του: «Kύριοι, Σας έχουν ειδοποιήσει ότι εσχηματίσθη μια επιτροπή από Αμερικανούς κατ’απαίτησιν του Βεκίλ Πατρίκη Προύσαλη ώστε να ενεργήσουν ανακρίσεις δια τας σφαγάς του Πόντου. H σφαγή των Γκιαούρηδων έγινε, όταν οι Ρωμαίοι εσήκωσαν επανάστασιν, έσφαξαν πολλούς Τούρκους, ατίμασαν τες χανούμισες, έκαναν γιάγμα τας περιουσίας των. Τότε μόνον έδωσε διαταγήν το Κέντρον εις τον διοικητήν, ως και τον Τοπάλ Οσμάν Αγά να βάλουν σφαγήν. Οι Ρωμαίοι είναι υπήκοοι Οθωμανοί και όφειλον να έχουν υποταγήν εις τους Νόμους του Κράτους, όπως είχον και πρώτα, να περιμένουν τα αποτελέσματα, εάν θα μείνη η Τουρκία ή όχι. Ολ’αυτά τα έχει προκαλέσει ο τοποτηρητής Προύσαλης. Ενόμισεν όταν μπήκε ο Ευρωπαïκός στρατός, μαζί και ο Ελληνικός στρατός, ότι η Αυτοκρατορική Τουρκία εχάθη, και ύστερον από ολίγον καιρόν ο Αλτσάκ Προύσαλης εζήτησεν τον χωρισμόν του Πατριαρχείου από την Μεγάλην Βεζυρίαν. Εξέδωσε δε και διαταγήν εις όλας τας εκκλησίας να μνημονεύουν μόνον το όνομα του Βενιζέλου και των ξένων, όχι όμως του Σουλτάνου Βαχτετήν Εφέντη, να υψώνουν καθημερινώς την ελληνικήν σημαίαν εις τας εκκλησίας, τας δε επισήμους ημέρας των συμμάχων εκτός της Τουρκικής. Ο Βεκήλ Πατρίκης και όλοι οι Ρωμαίοι γκουβερνολάρ Βενιζελόγια έχουν το θάρρος εις τον Βενιζέλον ότι θα πάρη την Κωνσταντινούπολιν, ύστερα από τόσα χρόνια που ζούμεν μαζύ εφάνηκαν αναμκιόρηδες. Το Μισάκι Μιλλί δεν θα αφήσει ατιμώρητους κανένα γκιαούρη ούτε θα τους αφήσωμεν πλέον εις το Τουρκικόν έδαφος να εμπορεύονται, θα τους διώξωμεν να φύγουν. Ο Τομούς Βενιζέλος και Λόυδ-Τζώρτζ ας λάβουν υπόψιν τους ότι ο στόλος της Αγγλίας δεν μας φοβίζει, η ανατολή έχει στρατόν και όπλα πολλά. Πλησιάζει ο καιρός θα διώξωμεν και τους Γιουνανλίδες από την Σμύρνην και τους Αγγλους από την Πόλιν. Υστερα από μισή ώραν διακοπήν η μεγάλη Εθνοσυνέλευσις εις δύο μθστικάς αλλεπαλλήλους συνεδριάσεις εξέδωκεν απόφασιν να ειδοποιηθή η Αμερικανική Επιτροπή ότι δεν θα γίνει δεκτή εις τον Πόντον και δεν ευθύνεται η Αγκυρα ούτε η Υψηλή Πύλη της Κωνσταντινουπόλεως ότι τους συμβεί»[11] 
Σε διάστημα οκτώ περίπου ετών (1914-1922), οι επιχειρήσεις των κεμαλικών προκάλεσαν - σύμφωνα με εκτιμήσεις ορισμένων ιστορικών και με τα επίσημα δεδομένα του Ελληνικού Κοινοβουλίου - περισσότερους από 353.000 νεκρούς Ελληνες Ποντίους[12]. Επέφεραν την εκδίωξη μεγάλου μέρους των Ελλήνων του Πόντου (αριθμού που κυμαίνεται σύμφωνα με διάφορες εκτιμήσεις, από 150.000[13] έως 250.000[14] ανθρώπων), οι οποίοι αναζήτησαν καταφύγιο στις χώρες του Καυκάσου και της κατόπιν ΕΣΣΔ[15]. Η κατάρρευση της πρώην ΕΣΣΔ ήρθε να αποκαλύψει ένα δεύτερο δράμα των καταγόμενων εκ Πόντου Ελλήνων, το οποίο ξετυλίχθηκε μετά την έξοδό τους των ετών 1916-1922: πρόκειται για τις ιδιαίτερα οδυνηρές και φρικτές περιπέτειες των Ποντίων της Ρωσίας, της Γεωργίας και της Κεντρικής Ασίας, κατά την διάρκεια της σταλινικής “μεγάλης νύχτας”, δηλαδή κυρίως από το 1937 μέχρι το 1956. Οι περιπέτειες αυτές για ορισμένους εξακολούθησαν μέχρι τα χρόνια της ‘‘γκλάσνοστ’’ και της “περεστρόικα” (στα μέσα της δεκαετίας του 1980)[16].

                                                           Θεόδωρος Σ. Μπατρακούλης
                                                   Δρ Γεωπολιτικής, Νομικός


           [1] Το κείμενο είναι προδημοσίευση του βιβλίου του συγγραφέα που θα κυκλοφορήσει τους επόμενους μήνες με τίτλο Ευρωπαική πολιτική και Ανατολικά Ζητήματα. .
      [2] Bλ. Ενδεικτικά Αλέξης Aλεξανδρής, “Η ανάπτυξη του Εθνικού Πνεύματος των Ελλήνων του Πόντου 1918-1922: Ελληνική Εξωτερική Πολιτική και Τουρκική Αντίδραση”, in Θ. Βερέμης, Μελετήματα γύρω από τον Βενιζέλο και την εποχή του, Aθήνα: Φιλιππότης, 1980, σελ. 427-474. L.-P. Alaux/René Puaux, Le déclin de l’Hellénisme, Paris: Payot, 1916. Felix Sartiaux, Η ελληνική Μικρασία (L'Asie Mineure grecque), Aθήνα: Ιστορητής, 1993, σ. 156 κ.εξ. Mουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ, Oμιλίες, μετάφραση από τα τουρκικά του Συμεών Σολταρίδη, Aθήνα: Nέα Σύνορα-Α. Α. Λιβάνη, 1995.
           [3] Stefanos Yerasimos, Milliyetler ve Sinirlar (Τα Εθνη και τα Σύνορα), Istanbul: Iletisim, σ. 356.
        [4] Μετά από την πολύ σημαντική δράση του στο Μακεδονικό Αγώνα, διορίστηκε μητροπολίτης Αμασείας και Αμισού (Σαμψούντα).
           [5] Stefanos Yerasimos, Milliyetler ve Sinirlar (Τα Εθνη και τα Σύνορα), Istanbul: Iletisim, σ. 356.
           [6] Βλ. Αντώνιος Ι. Γαβριηλίδης, Η Μαύρη Εθνική Συμφορά του Πόντου, Εν Αθήναις: 1924, σ. 10.
        [7] Αντώνιος Ι. Γαβριηλίδης, Η Μαύρη Εθνική Συμφορά του Πόντου, 1924, σ. 10. Χρήστος Γ. Ανδρεάδης, Η Επιστράτευση του 1914, Αρχείο Πόντου, Τόμος 44, σ. 160-161.
             [8] Αντώνιος Ι. Γαβριηλίδης, Η Μαύρη Εθνική Συμφορά του Πόντου, 1924, σ. 11.
        [9] Βλ. Αντιγόνη Μπέλλου-Τρεψιάδη, Μορφές Μακεδονομάχων και τα Ποντικά του Γερμανού Καραβαγγέλη, Αθήνα: 1984.
             [10] Βλ. και B. Lewis, The Emergence of Modern Turkey, 1st edit., London: Oxford University Press, 1962.
          [11] ‘‘Εγγραφο 14, Υπουργείον Στρατιωτικών Σταμπούλ, αρ. πρωτ. 20725, Αγκυρα [21.5.1338 (1922). Κατεχωρήθη εις το εμπιστευτικόν πρωτόκολλον Γενικού Φρουραρχείου Κωνσταντινουπόλεως [26.5.1338 (1922)]’’. Το έγγραφο φέρει τις εξής σφραγίδες: Μεγάλη Σφραγίς Εθνοσυνελεύσεως Γαζή Κεμάλ Πασσά, Ισμέτ Πασσά. Βλ. Ν. Παπαδόπουλος, Τουρκικά ντοκουμέντα για τη Μικρασιατική Καταστροφή. Η αλήθεια απ’το στόμα των Τούρκων, Αθήνα: 1985, σσ. 74-75.  
       [12] Γεώργιος Βαλαβάνης, Σύγχρονος Γενική Ιστορία του Πόντου, 2η έκδοση, Θεσσαλονίκη: Kυριακίδης, 1986, σ. 15.
           [13] Γεώργιος Βαλαβάνης, Σύγχρονος Γενική Ιστορία του Πόντου,, όπ. παρ. , σσ. 12-13.
          [14] Ισαάκ Λαυρεντίδης, “H εν Ελλάδι Εγκατάστασις των εκ Πόντου Ελλήνων”, Aρχείον Πόντου, 29, (1968-1969), σελ. 342.
           [15] Βλ. Kώστας Φωτιάδης, ‘‘Η γενοκτονία του Ελληνισμού του Πόντου μέσα από τις τουρκικές πηγές’’, στο Οψεις του Μικρασιατικού Ζητήματος, Πρακτικά Συνεδρίου, ΑΠΘ, 1994. “Πόντος, 30 αιώνες Ελληνισμού”, Eπτά Ημέρες (ειδική έκδοση της εφημερίδας Η Kaθημερινή, 19 Μαίου 1996.
       [16] Βλ. και Βλάσης Aγτζίδης, Πόντος, ένα ανοιχτό ζήτημα, Αθήνα: Εναλλακτικές Εκδόσεις, 1996.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου