Δευτέρα, 5 Ιουνίου 2017

Aνακοίνωση της Ελληνικής Γλωσσικής ΚΛηρονομιάς για τις προτάσεις του ΙΕΠ για τη διδασκαλία της ιστορίας στην πρωτοβάθμια και τη δευεροβάθμια εκπαίδευση



ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΙΚΗΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑΣ
ΓΙΑ ΤΙΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΟΥ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟΥ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ (ΙΕΠ) ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΚΑΙ ΤΗ ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

Η Ελληνική Γλωσσική Κληρονομιά παρακολουθεί με θλίψη και οργή μια πολιτική στο Υπουργείο Παιδείας έναντι της Ελληνικής γλώσσας αλλά και γενικότερα της Ελληνικής παιδείας, που θέτει πολύ μεγάλα ερωτήματα σχετικά με τους στόχους που επιδιώκονται.
Η πολιτική αυτή δεν αναφέρεται μόνο στη σημερινή κυβέρνηση. Εκδηλώθηκε απροκάλυπτα, από τα μέσα της δεκαετίας του ΄90, επί Κυβερνήσεως Κώστα Σημίτη, με το ψευδεπίγραφο σύνθημα του εκσυγχρονισμού και το νεόφερτο ιδεολόγημα της λεγόμενης πολυπολιτισμικής παιδείας. Ήταν ο αντίλαλος παρόμοιων συνθημάτων και ιδεολογημάτων, που άρχισαν να προβάλλονται και να διακηρύσσονται στο εξωτερικό, σε συνδυασμό με την πολιτική και την προπαγάνδα για την παγκοσμιοποίηση.
Η πολιτική αυτή συνεχίσθηκε, δυστυχώς, με μικρές διαφορές, και από τις επόμενες κυβερνήσεις, με άλλοθι την Ευρωπαϊκή ενοποίηση, την παγκοσμιοποίηση και τον υποτιθέμενο εκσυγχρονισμό.
Ειδικότερα, η πολιτική αυτή εκφράσθηκε :
α. με υποβάθμιση της διδασκαλίας της Ελληνικής γλώσσας, στη διαχρονική της συνέχεια, και απαράδεκτη περικοπή των Αρχαίων Ελληνικών στα προγράμματα σπουδών,
β. με επιτήδεια χρησιμοποίηση του ιδεολογήματος της πολυπολιτισμικής παιδείας, για την αμφισβήτηση και υπονόμευση της Ελληνικής παιδείας, της Ελληνικής εθνικής συνειδήσεως και της ίδιας της ιδέας του έθνους. Ορισμένοι μάλιστα υπέρμαχοι μιας αναθεωρητικής προσεγγίσεως της ιδέας του έθνους και του εθνικού κράτους, έφτασαν στο σημείο, ως συνεργάτες, σύμβουλοι και εντεταλμένοι συγγραφείς σχολικών βιβλίων του Υπουργείου Παιδείας, να αρνούνται τη διαχρονική συνέχεια του Ελληνικού έθνους και να υποστηρίξουν ότι αυτό δημιουργήθηκε δήθεν μετά την Επανάσταση του 1821,
γ. με αντιεπιστημονική, αντιπαιδαγωγική και ιδεοληπτική διδασκαλία της ιστορίας, με πρόσχημα τις νέες δήθεν παιδαγωγικές μεθόδους, την παγκοσμιοποίηση, την πολυπολιτισμική παιδεία, που παρουσιάζεται ως νέο αναμφισβήτητο δεδομένο και θέσφατο. Άμεσα θύματα μιας τέτοιας προσεγγίσεως είναι, προφανώς, η εθνική ιστορική συνέχεια, η καλλιέργεια εθνικής συνειδήσεως και η πραγματική διαχρονική ιστορία του Ελληνικού λαού.
Αντί οι μαθητές να διδάσκονται την ιστορία της χώρας τους και του  λαού τους και παραλλήλως, σε αδρές γραμμές, την Ευρωπαϊκή και την παγκόσμια ιστορία, καλούνται να διαμορφώσουν, μέσα από μία  επιλεκτική, ιδεολογικά αυθαίρετη, ελλιπή και σχετικιστική διδασκαλία της ιστορίας, μία ιδεοληπτική ταυτότητα, αποδομητική και αλλοτριωτική, προσαρμοσμένη στη Νέα Τάξη και στην παγκοσμιοποίηση.
Σε ό,τι αφορά ειδικότερα τη διδασκαλία της ιστορίας στην Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, διαπιστώνουμε μία νέα απόπειρα να επιβληθεί ένας τρόπος και ένα περιεχόμενο διδασκαλίας της ιστορίας, που υπονομεύουν καίρια την Ελληνική εθνική ιστορία, την ιδέα του έθνους και τη διαμόρφωση εθνικής συνειδήσεως από τους μαθητές. Ο στόχος αυτός συγκαλύπτεται επιτηδείως με αναφορές στις δημοκρατικές αρχές και στα ανθρωπιστικά ιδεώδη. Από πότε όμως η Ελληνική παιδεία βρίσκεται σε αντίφαση με τις αρχές και τα ιδεώδη αυτά;  Η Ελλάδα είναι το λίκνο της δημοκρατίας και των ανθρωπιστικών ιδεωδών και δεν μπορούν αυτά να χρησιμοποιούνται ως σοφιστικό επιχείρημα για την αποδόμηση της Ελληνικής παιδείας και της Ελληνικής ιστορίας.
Προβάλλονται επίσης ως βασική αναφορά, διακηρύξεις για πολυπολιτισμική παιδεία του Συμβουλίου της Ευρώπης, που απηχούν ιδεολογήματα της παγκοσμιοποίησης, που κυριάρχησαν πολιτικά στην Ευρώπη. Το Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής (ΙΕΠ) και τα  μέλη της Επιτροπής, που ανέλαβαν, υπό την αιγίδα του, να κάνουν προτάσεις για τη διδασκαλία της ιστορίας, λησμονούν όμως ότι οδηγός τους δεν πρέπει να είναι γενικού χαρακτήρα πολυπολιτισμικές διακηρύξεις, που προωθούνται και διακινούνται από ξένα διεθνή κέντρα και Οργανισμούς αλλά, πρωτίστως, οι επιταγές του Ελληνικού Συντάγματος. Οι τελευταίες είναι σαφείς και κατηγορηματικές και επιτάσσουν, ως βασικό εκπαιδευτικό σκοπό, την Ελληνική παιδεία και εθνική συνείδηση.
Η δεκαμελής Επιτροπή, που ανέλαβε να αλλάξει πλήρως τη διδασκαλία της ιστορίας, περιλαμβάνει στους κόλπους της γνωστούς ζηλωτές των ιδεών, που εξέφρασε στο παρελθόν η Μαρία Ρεπούση, προκαλώντας την οργή και την αντίδραση του Ελληνικού λαού. Αποτελεί πρόκληση η επάνοδος από το Υπουργείο Παιδείας στην ίδια πολιτική, με πιο συστηματικό και συνολικό μάλιστα τρόπο.
Για να μη υπάρχει καμιά αμφιβολία για το ανοσιούργημα που επιχειρείται σε βάρος της Ελληνικής παιδείας, της Ελληνικής ιστορίας και του εθνικού μέλλοντος της χώρας, παραθέτουμε ορισμένα ενδεικτικά παραδείγματα των υποβαλλομένων προτάσεων.

α. Προτεινόμενο Πρόγραμμα Σπουδών Δ΄ Δημοτικού
Με το υπάρχον διδακτικό εγχειρίδιο, διδάσκεται σήμερα η Αρχαία Ελληνική ιστορία από τη Γεωμετρική εποχή ως την άνοδο της Ρώμης και τη Ρωμαϊκή κατάκτηση. Ειδικότερα, περιλαμβάνονται σ’ αυτήν τα μεγάλα κεφάλαια της Ελληνικής ιστορίας: η Γεωμετρική εποχή, η Αρχαϊκή, η Κλασική και η Ελληνιστική εποχή, η Αθηναϊκή Δημοκρατία, η Σπάρτη και η Αθήνα, οι Περσικοί Πόλεμοι, ο χρυσός αιώνας του Περικλέους, τα έργα στην Ακρόπολη, ο Πελοποννησιακός Πόλεμος, ή άνοδος της Μακεδονίας, ο Μέγας Αλέξανδρος και η Εκστρατεία του στην Ανατολή, τα Ελληνιστικά βασίλεια, ο Πύρρος της Ηπείρου, η Ρωμαϊκή κατάκτηση.
Σε αντικατάσταση του περιεχομένου αυτού, η Επιτροπή του ΙΕΠ προτείνει: «τη διδασκαλία της οικογενειακής, της προφορικής τοπικής ιστορίας, όπως επίσης στοιχείων θεματικής ιστορίας, με σκοπό την κατάκτηση βασικών ιστορικών εννοιών, μεθόδων και γνώσεων διαμέσου της επεξεργασίας θεμάτων που αφορούν το άμεσο οικογενειακό – κοινωνικό τους περιβάλλον»!

β. Προτεινόμενο Πρόγραμμα Σπουδών Ε΄ Δημοτικού
Με το υπάρχον διδακτικό εγχειρίδιο, διδάσκεται ολόκληρη η περίοδος από την άνοδο της Ρώμης μέχρι τη μετάβαση στο Χριστιανισμό, το Βυζάντιο και την άλωση της Κων/πόλεως το 1453.
Προτείνεται από την Επιτροπή να αντικατασταθεί το περιεχόμενο αυτό με τη διδασκαλία της ιστορικής εξελίξεως από την προϊστορία μέχρι την Οθωμανική κατάκτηση.
Ο καθένας αντιλαμβάνεται τι ιστορική αντίληψη και συνείδηση μπορεί να διαμορφώσει ένα παιδάκι της Ε’ Δημοτικού για μια τόσο μεγάλη και χωρίς εσωτερική συνοχή ιστορική περίοδο.

γ. Προτεινόμενο Πρόγραμμα Σπουδών ΣΤ΄ Δημοτικού
Η διδασκαλία της ιστορίας στο σημερινό εγχειρίδιο αναφέρεται στις εξελίξεις στην Ευρώπη κατά τους Νεώτερους χρόνους, περιλαμβανομένης της Επαναστάσεως του 1821. Η Επιτροπή του ΙΕΠ προτείνει:
«να διδαχθεί η ιστορική εξέλιξη από τον 15ο αιώνα έως τη σύγχρονη εποχή». Σημειώνει ταυτοχρόνως ότι «στην ίδια λογική με το μάθημα της ιστορίας της Ε’ Δημοτικού, η έμφαση δίνεται στις σημαντικές τεχνολογικές, κοινωνικές και πολιτισμικές αλλαγές και λιγότερο στην εξέταση των συγκεκριμένων προσώπων ή γεγονότων, με την εξαίρεση της ίδρυσης του Ελληνικού κράτους και των δύο παγκοσμίων πολέμων».
Η άλωση της Κωνσταντινουπόλεως, π.χ., ως ιστορικό γεγονός, τι θέση επέχει, με βάση τη θεωρία των μελών της Επιτροπής, για «έμφαση στις σημαντικές τεχνολογικές κοινωνικές και πολιτισμικές αλλαγές»;
Το τι εννοούν ακριβώς τα μέλη της Επιτροπής, με τις προτάσεις τους, φαίνεται καθαρά από τους 11 θεματικούς φακέλους, που προτείνουν ως αναπόσπαστο μέρος της διδασκαλίας. Ο ένας από αυτούς φέρει τον τίτλο «Η εποχή της παγκοσμιοποίησης». Κατά τα μέλη της Επιτροπής, το ιδεολόγημα της παγκοσμιοποίησης είναι δεδομένο και αναμφισβήτητο γεγονός. Αποδέχονται δηλαδή τη σκόπιμη σύγχυση μεταξύ της  τεχνικής παγκοσμιοποίησης, που συνίσταται στην επανάσταση της τεχνολογίας και της γνώσεως, με την πολιτική παγκοσμιοποίηση, που υποκρύπτει και προωθεί υπερφίαλες φιλοδοξίες και σχεδιασμούς για Νέα Τάξη και παγκόσμια ηγεμονία.
Πολύ ενδεικτικός είναι και ένας άλλος φάκελος με τίτλο «Φεύγω με πίκρα στα ξένα. Μετανάστευση και προσφυγιά στην Ελλάδα 1960 – 2010». Ο στόχος είναι καταφανής: η ταύτιση και το αμάλγαμα μεταξύ των Ελλήνων νομίμων μεταναστών και της παράνομης μεταναστεύσεως στην Ελλάδα. Σε άλλο φάκελο, γίνεται, στο ίδιο πνεύμα, η ταύτιση των Ελλήνων προσφύγων του 1922 με τους σημερινούς ξένους πρόσφυγες απ’ όλο τον κόσμο, που έρχονται στην Ελλάδα και που είναι στο  μεγαλύτερο μέρος τους παράνομοι μετανάστες.

δ. Προτεινόμενο Πρόγραμμα Σπουδών Α’ Λυκείου
Το σημερινό διδακτικό βιβλίο καλύπτει την ιστορία του Αρχαίου κόσμου, από τους προϊστορικούς πολιτισμούς της Ανατολής έως την εποχή του Ιουστινιανού. Η Επιτροπή προτείνει:
« η Α΄ Λυκείου να καλύπτει την περίοδο από το 1880 έως σήμερα».
Στους θεματικούς φακέλους επανέρχεται η παγκοσμιοποίηση, ο «πολυπολιτισμός» και η Θεσσαλονίκη «από την Οθωμανική αυτοκρατορία στο Ελληνικό κράτος. Η Θεσσαλονίκη μητρόπολη των Βαλκανίων, Εβραίοι, Χριστιανοί, Μουσουλμάνοι. Η πυρκαγιά του 1917. Η εγκατάσταση των προσφύγων., Ο εμπρησμός της συνοικίας Κάμπελ».
Είναι προφανής σ’ αυτό το φάκελο η εντύπωση που καλλιεργείται και η ενοχοποίηση του Ελληνικού Κράτους για την καταστροφή του πολυπολιτισμικού χαρακτήρα της Οθωμανικής Θεσσαλονίκης. Δεν γίνεται καμία αναφορά στο γεγονός ότι οι Μουσουλμάνοι έφυγαν από τη Θεσσαλονίκη, στο πλαίσιο της συμφωνημένης μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας ανταλλαγής πληθυσμών. Η ολιγάριθμη Σλαβική μειονότητα έφυγε στο πλαίσιο παρόμοιας συμφωνίας μεταξύ Ελλάδος και Βουλγαρίας. Η καταστροφή της μεγάλης Εβραϊκής κοινότητας της Θεσσαλονίκης έγινε από τους Γερμανούς Ναζί, οι οποίοι συμπεριφέρθηκαν με απίστευτη βαρβαρότητα και εναντίον ολόκληρου του Ελληνικού λαού.
Τα παραπάνω δείγματα δείχνουν σαφώς ποιος είναι ο προσανατολισμός της Επιτροπής του ΙΕΠ και οι επιδιώξεις της. Αποτελούν ύβρι εναντίον του Ελληνικού λαού και προσπάθεια εθνικής αποδομήσεως, εμπνεόμενης από τα χρεωκοπημένα ιδεολογήματα της «πολυπολιτισμικής» παιδείας και της παγκοσμιοποίησης. Παραβιάζουν κατάφωρα το Ελληνικό Σύνταγμα και έρχονται σε σύγκρουση με τα αισθήματα και τη θέληση της συντριπτικής πλειοψηφίας του Ελληνικού λαού.
Το Υπουργείο Παιδείας  πρέπει να απορρίψει πάραυτα τις προτάσεις αυτές και να σεβασθεί τις σαφείς σχετικές πρόνοιες του Συντάγματος και την ιστορία και εθνική ταυτότητα του Ελληνικού λαού.
Για το Δ. Σ. της Ε. Γ. Κ.

Ο Πρόεδρος
Ομ. Καθηγητής Βασίλης Φίλιας
πρ. Πρύτανης του Παντείου Παν/μίου
Η Γεν. Γραμματεύς
Αριστέα Σιδέρη - Τόλια
Ομ. Καθηγ. Παν/μίου Πελοποννήσου

Κυριακή, 28 Μαΐου 2017

Βυζάντιο: Μνήμη και ιστορικοί στοχασμοί



                         Βυζάντιο: Μνήμη και ιστορικοί στοχασμοί*

         29 Μαίου, αποφράδα ημέρα. Επέτειος της δεύτερης Αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως. Η ονειρεμένη και αλησμόνητη «Πόλη», η «Βασιλεύουσα», η «Επτάλοφος της Ανατολής»  έπεσε το 1453. Ποτέ όμως δεν έσβησε από τις καρδιές των Ελλήνων, για τους οποίους η μέρα αυτή είναι μέρα μνήμης. Οι Ελληνες, αλλά και οι άλλοι Ευρωπαίοι, οφείλουν να θυμούνται και να αντλούν διδάγματα από την ιστορία της Βασιλίδος των πόλεων, καθώς και από την πολύπτυχη ιστορία της Μεσαιωνικής Ελληνικής Αυτοκρατορίας, τόσο των περιόδων της ακμής της όσο και των φάσεων της παρακμής της. Ο σπουδαίος Γάλλος βυζαντινολόγος Πωλ Λεμέρλ επισημαίνει ότι η τιμή για την επιβίωση του αρχαίου προτύπου ανήκει, κατά πολύ μεγάλο μέρος, «στη χιλιετία…στη διάρκεια της οποίας ένα κράτος ελληνικό, που μιλούσε ελληνικά και η πρωτεύουσά του ήταν στην Κωνσταντινούπολη διατήρησε την έννοια του δικαίου, την έννοια του νόμου, την έννοια της πόλεως και ενός ορισμένου τρόπου ζωής εν κοινωνία, καθώς και την έννοια της ηθικής, υπό κοινωνική αλλά και ατομική έννοια, και τέλος την έννοια της μόρφωσης, με μια λέξη: τον πολιτισμό»[1].
             Τα δύο τμήματα της Ευρώπης, η ελληνόφωνη βυζαντινή[2] Ανατολή (μια «ελληνική οικουμένη») και η λατινόφωνη Δύση ακολούθησαν διαφορετικούς δρόμους και συγκρότησαν διακριτές πολιτισμικές οντότητες[3]. Μετά την κατάρρευση του δυτικού τμήματος της Ρωμαïκής Αυτοκρατορίας, η διατήρηση του ανατολικού τμήματός της (Βυζαντινή Αυτοκρατορία) είχε πολύ σπουδαίες ιστορικές συνέπειες. Στο απόγειο της ακμής της, η Ανατολική Ρωμαïκή αυτοκρατορία εκτεινόταν από την Ιλλυρία και την Τριπολίτιδα, στα Δυτικά, μέχρι τις παρυφές του Καυκάσου και του Ευφράτη, στα Ανατολικά. Ηδη από την εποχή του Ιουστινιανού (528-565 μ.Χ.), η ‘‘κοινή’’ ελληνική αποτελούσε τη γλώσσα όχι μόνο της ιθύνουσας ‘‘ελίτ’’ αλλά και της πλειοψηφίας των κατοίκων της και επικράτησε κατά αδιαφιλονίκητο τρόπο στο σύνολο της Επικράτειας από την εποχή του Ηρακλείου (610-641). Η πολιτισμική επιρροή της Μεσαιωνικής Ελληνορωμαïκής Αυτοκρατορίας - πρώτη ευρωπαïκή αυτοκρατορία σύμφωνα με τον Πολ Βαλερί  - εξαπλώθηκε σε ολόκληρη την Ανατολική Ευρώπη.
         Η Βυζαντινή (Ελληνορωμαïκή) αυτοκρατορία απορρόφησε τους Σλάβους, των οποίων η εγκατάσταση μετά τις επιδρομές τους[4] του 7ου αιώνα αποτέλεσε μια σημαντική δημογραφική ενίσχυση των πληθυσμών της Χερσονήσου του Αίμου. Ο Λέων ΣΤ΄ ο Σοφός (β. 886-912) αναφέρει χαρακτηριστικά στα ‘‘Βασιλικά’’ ότι ο πατέρας του, ο Βασίλειος Α΄ ο Μακεδών (β. 867-886) είχε εξελληνίσει τους ανυπότακτους Σλάβους των βαλκανικών Σκλαβηνιών σε τέτοιο βαθμό «ώστε να θεωρούν πλέον τους εχθρούς των Ρωμαίων δικούς τους εχθρούς»[5]. Ωστόσο, το Βυζάντιο αναγκάστηκε και στους μεταγενέστερους  χρόνους να διεξαγάγει πολέμους εναντίον ορθόδοξων και σλαβικών λαών. Ο τσάρος των Βουλγάρων Συμεών απέκτησε μεγάλη ισχύ, πολιόρκησε την Κωνσταντινούπολη (913), κατέλαβε την Αδριανούπολη και προέλασε μέχρι την Κόρινθο (918). Για να εξουδετερώσουν αυτόν τον ιδιαίτερα επικίνδυνο αντίπαλο, οι Βυζαντινοί χρειάστηκε να προκαλέσουν την σύγκρουσή του με τους Κροάτες και τους Σέρβους, υπάγοντας οριστικά τους δύο αυτούς λαούς στην αυτοκρατορική τροχιά. Ο Ιωάννης Τσιμισκής, μετά τη νίκη του επί του Ρώσου πρίγκιπα του Κιέβου Σβιατοσλάβου Α΄, επωφελούμενος από την εσωτερική αναταραχή στη Βουλγαρία, προσάρτησε τη χώρα το 972. Η τελευταία πράξη αυτής της περιόδου στην αναμέτρηση Βυζαντινών και Βουλγάρων παίχθηκε κατά την βασιλεία του Βασιλείου Β΄[6]. Οπωσδήποτε, οι Σλάβοι της Ν/Α Ευρώπης θεωρήθηκαν και έγιναν σε σημαντική έκταση μαχητές της «Ορθοδοξίας»[7].
            Εξάλλου, θεωρείται ότι η μεσαιωνική Ελληνορωμαïκή αυτοκρατορία μπόρεσε να ενσωματώσει στην Ευρώπη τους λαούς τους οποίους εκχριστιάνισε, ειδικά τους Σλάβους[8]. Σύμφωνα με μιά ορισμένη ιστορική προσέγγιση, οι χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, ιδιαίτερα τα Βαλκάνια αποτέλεσαν μέρη αυτού του γεωπολιτισμικού πλέγματος που ονομάστηκε ‘‘Βυζαντινή Κοινοπολιτεία’’ (Commonwealth Byzantin). Επρόκειτο για μια χωρική ζώνη που, παρά την ποικιλότητά της, χαρακτηριζόταν από σημαντικό αριθμό κοινών πολιτισμικών και πνευματικών γνωρισμάτων[9]. Και στις μέρες μας, στα Βαλκάνια, η πραγματικότητα που αποδίδεται από τον όρο ‘‘Βυζάντιο’’ (δηλαδή την Ανατολική Ελληνική-ρωμαïκή αυτοκρατορία) και τα σχετικά επίθετα έχει εμφανιστεί σαν να αποτελεί ένα είδος ‘‘μυστικού τοπίου’’. Στα εδάφη της πρώην Γιουγκοσλαβίας, της Βουλγαρίας, της Αλβανίας, της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας (πΓΔΜ) βλέπει κανείς δεκάδες ορθόδοξους ναούς και μνημεία της βυζαντινής περιόδου.
Πότε εμφανίστηκε ως γεωπολιτική-γεωπολιτισμική έννοια η «Νοτιο-ανατολική Ευρώπη», ο χώρος που ονομάζεται συχνά και ‘‘Βαλκάνια’’ (Βαλκανική); Για ορισμένους ιστορικούς αφετηρία ήταν ο 5ος αιώνας μ.Χ., και σύμφωνα με άλλους το Σχίσμα των χριστιανικών Εκκλησιών του 1054. Στους μεταξύ των δύο αυτών ορίων χρόνους, η πολιτική και οικονομική ενότητα της υπό εξέταση ευρείας περιοχής είχε εξασφαλισθεί από την αυτοκρατορική εξουσία, καθώς και από αυτό που επικράτησε να ονομάζεται ‘‘Βυζαντινός πολιτισμός’’[10]. Αρκετά από τα προγενέστερα χαρακτηριστικά διατηρήθηκαν, με νέες μορφές και συνθέσεις, και μετά την οθωμανική κατάκτηση[11]. Ενας τομέας που μπορεί να θεωρηθεί ως χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της οικονομικής/πολιτιστικής κοινότητας των λαών της Βαλκανικής, υπήρξε το δίκαιο των ιδιωτικών σχέσεων των Ορθοδόξων Χριστιανών υπηκόων των Οθωμανών σουλτάνων. Μετά το 1453, το βυζαντινό (ελληνορωμαïκό) ιδιωτικό δίκαιο παρέμεινε σε ισχύ - κατ’αρχάς χάρη στα δικαστικά προνόμια του κλήρου[12]. Σε μεταγενέστερο χρόνο, οι οθωμανικές αρχές αναγνώρισαν δικαστική αρμοδιότητα και στις κοσμικές αρχές των ελληνικών κοινοτήτων καθώς και σε επαγγελματικές συντεχνίες[13].
         Από το 1000 μέχρι τα τέλη του 12ου αιώνα έλαβε χώρα μια ουσιώδης αλλαγή του τύπου εμπορίας και συνακόλουθα της αστικής ζωής στη Δυτική Ευρώπη. Σημειώθηκε διάνοιξη εμπορικών δρόμων από την Ανατολή προς την Ιταλία και από την τελευταία προς τις δυτικότερες περιοχές της Ευρώπης. Οι «Σταυροφορίες», οι οποίες βασίστηκαν στη ναυτική δύναμη των ιταλικών πόλεων-κρατών, εγκαινίασαν μια νέα φάση στο (δυτικο)ευρωπαïκό εμπόριο[14]. Οι Ιταλοί έγιναν οι κυρίαρχοι θαλασσοπόροι της Ανατολικής Μεσογείου, εκτοπίζοντας τους Ελληνορωμαίους και τους Αραβες.
Οι αντιπαραθέσεις μεταξύ Λατίνων (Δυτικών) Ρωμαιοκαθολικών και Ελληνορωμαίων (Ανατολικών) Ορθοδόξων πήραν μεγαλύτερη ένταση και έκταση με το μεγάλο σχίσμα του 1054. Ο χριστιανικός κόσμος διαιρέθηκε σε δύο παρατάξεις, με επικεφαλής της κάθε μιας τον Πάπα της Ρώμης και τον Οικουμενικό Πατριάρχη της Κωνσταντινουπόλεως. Την εν λόγω εποχή, η Ανατολική Ρωμαïκή αυτοκρατορία είχε ήδη πλήρως εξελληνισθεί. Η ελληνική ήταν η επίσημη γλώσσα από τον 7ο αιώνα. Η διαμάχη μεταξύ Ρωμαιοκαθολικών και Ελληνορθοδόξων ήταν και πολιτική και πολιτισμική. Ηταν μια άλλη εκδοχή της παλαιάς διαμάχης μεταξύ Ρώμης και Αθήνας, μεταξύ της Λατινικής Δύσης και της Ελληνικής Ανατολής. Η αμοιβαία αντιπάθεια και εχθρότητα θα κορυφωθεί το 1204, όταν η Δ΄ Σταυροφορία, που υποκινούνταν για εμπορικούς-γεωοικονομικούς λόγους από τους Ενετούς, εκτρέπεται του προορισμού της και, οι Σταυροφόροι, αντί των Ιεροσολύμων, καταλαμβάνουν και λεηλατούν την Κωνσταντινούπολη. Το μίσος των Λατίνων τους ώθησε τότε σε πράξεις ασύλληπτης βαρβαρότητας εναντίον των Ελληνορθοδόξων[15].
         Μετά την πρώτη Αλωση της Κωνσταντινούπολης το 1204, η Βυζαντινή Αυτοκρατορία κατακερματίστηκε σε ανεξάρτητα λατινικά και ελληνικά κράτη. Η Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βενετίας στερέωσε τη ναυτική πρωτοκαθεδρία και την εμπορική ηγεμονία, που είχε εγκαθιδρύσει στην Αδριατική θάλασσα, στα εδάφη της Ανατολικής Ρωμαïκής αυτοκρατορίας και στην Ανατολική Μεσόγειο. Οι πόλεις της Βορείου Ιταλίας (προπάντων η Βενετία και, σε μικρότερη έκταση, η  ανταγωνίστριά της Γένουα) και της Γερμανίας κέρδισαν περισσότερα και για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από την επεκτατική πολιτική της Δύσης στην Ανατολική και Νοτιοανατολική Ευρώπη και στην Ανατολική Μεσόγειο[16]. Το ισχυρότερο από τα Βυζαντινά κράτη, η αυτοκρατορία της Νικαίας, και μετά την ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης (1261), δεν έπαυσε να είναι ένα εδαφικά συρρικνωμένο κράτος, πολιτικά αδύναμο και οικονομικά εξαρτημένο. Είχε καταντήσει σκιά της παλιάς κραταιάς αυτοκρατορίας. Και μετά την ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τις δυνάμεις του κράτους της Νίκαιας, τα περισσότερα εδάφη της αυτοκρατορίας ανήκαν πλέον στα ανεξάρτητα βασίλεια των Βουλγάρων και των Σέρβων, στους Ενετούς, στους Γενουάτες και στους Οθωμανούς Τούρκους. Οι τελευταίοι, οι νέοι κατακτητές προερχόμενοι από τον κόσμο των στεπών - που πάτησαν για πρώτη φορά στην Ευρώπη το 1308 -, έμελλαν να δημιουργήσουν μια μεγάλη και μακρόβια αυτοκρατορία, η οποία στην Ευρώπη θα περιλάμβανε όλη τη Βαλκανική.
         Ο Γιάννης Κορδάτος έγραφε σε μια μονογραφία του: «Στις 29 του Μάη στα 1453, που η ξακουστή πρωτεύουσα του Βυζαντίου έπεσε στα χέρια των Τούρκων, από τη μια μεριά οι βυζαντινοί φεουδάρχες άλλαζαν κυρίαρχο και από την άλλη, τελείωνε η πάλη που άρχισε ανάμεσα σ’Ανατολή και Δύση - ανάμεσα σε Τούρκους και Φράγκους - για την επικράτηση και την κατοχή της Βαλκανικής που ήταν ο δ ρ ό μ ο ς που περνούσαν τα καραβάνια των πραγματευτάδων από την Ευρώπη στην Ασία. Η Πόλη που κατά τον ποιητή ήταν
                 «το σπαθί, η Πόλη το κοντάρι
                 η Πόλη ήτο το κλειδί της Ρωμανίας όλης
                 κ’εκλείδωνε κ’ασφάλιζεν όλη την Ρωμανίαν
                 κ’όλο το Αρχιπέλαγος εσφικτοκλείδωνέτο» δεν ήταν μοναχά κέντρο οικονομικό μα είχε και στρατηγική θέση σπουδαία»[17]
           Η Πόλη - κέντρο ενός πολιτισμού οικουμενικής ακτινοβολίας, κυρίως για τον χριστιανικό κόσμο - έπεσε στις 29 Μαίου 1453 στα χέρια των Οθωμανών. Οι Ελληνες, αλλά και οι άλλοι Ευρωπαίοι, οφείλουν να θυμούνται και να αντλούν διδάγματα. Περισσότερο σήμερα που ο Ελληνισμός πορεύεται γοργά προς τη «μετανεωτερικότητα», χαρακτηριστικά της οποίας είναι η αποκοπή από τις ρίζες, ο εθνομηδενισμός και η άκριτη αποδοχή τρόπου σκέψεως και ζωής που επιδιώκουν να επιβάλλουν τα ιδεολογικά κέντρα της παγκοσμιοποίησης.

                                            Θεόδωρος Μπατρακούλης
                                    Δρ Πανεπιστημίου Paris 8, Νομικός

* Το άρθρο δημοσιεύτηκε σε πρώτη, συντετμημένη μορφή με τίτλο «29 Μαίου 1453: Ημέρα μνήμης των Ελλήνων και των Ευρωπαίων», στο ηλεκτρονικό περιοδικό Αντίβαρο, Ιούνιος 2007.
http://palio.antibaro.gr/national/mpatrakoulhs_29maiou.php


[1] Paul Lemerle, «Η συνέχεια της ευρωπαïκής συνείδησης», στο Ελένη Αρβελέρ / Maurice  Aymard, Οι Ευρωπαίοι, τόμος Α΄, Αθήνα: Σαββάλας, 2003, σ. 181.
[2] Το  επίθετο  «βυζαντινός» ήταν άγνωστο  στους επονομασθέντες «Βυζαντινούς». Είναι ένας νεολογισμός τον οποίο χρησιμοποίησε στα 1562 για πρώτη φορά ο ιστορικός Ιερώνυμος Βολφ (Hieronymus Wolf, 1516-1580), τότε βιβλιοθηκάριος και γραμματέας στον οίκο των ισχυρών τραπεζιτών Fugger στην Αυγούστα (Augsburg). Εκτοτε καθιερώθηκε από λόγιους της Δύσης. Οι ιστορικοί   των  βυζαντινών χρόνων καθώς και οι υπήκοοι  της  Αυτοκρατορίας της Ανατολής  χρησιμοποιούσαν  συνήθως τον όρο «Ρωμαίοι» και για την Αυτοκρατορία «Ρωμαίων κράτος» ή «Ρωμαίων Πολιτεία». Βλ.  και  G. Ostrogorsky,  Ιστορία  του  Βυζαντινού  Κράτους,  3 τόμοι,  Αθήνα: Ιστορικές εκδόσεις Στέφανος Βασιλόπουλος, 1978-1981, τόμος 1, σ. 85.
[3] Πρβλ. Georges Castellan, Histoire des Balkans, XIVe-XXe siècle, Paris: Fayard, 1991. S. Yerasimos, Questions d’Orient; Frontières et minorités des Balkans au Caucase, Paris: La Découverte, 1993. Serge Bernstein/Pierre Milza, Iστορία της Ευρώπης, Τόμος 1ος, Από τη Ρωμαïκή Αυτοκρατορία στα Ευρωπαïκά Κράτη, Αθήνα: Αλεξάνδρεια, 1997, σ. 31-220. Denis Hupchick, The Balkans from Constantinople to Communism, New York: Palgrave MacMillan, 2002. Ε. Αρβελέρ/Μ. Aymard, Οι Ευρωπαίοι, Α΄ Τόμος, Αρχαιότητα, Μεσαίωνας, Αναγέννηση, Β΄ Τόμος, Νεότερη και Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα: Σαββάλας, 2003, ιδιαίτερα Henryk Samsonowicz, «Η τριχοτόμηση του ευρωπαικού χώρου», σσ. 31-44.
[4] V.L. Waldmüller, Die Ersten Begegnungen der Slawen mit dem Christentum und den christlichen Vlkern vom VI. bis VIII. Jahrhundert, Die Slawen zwichen Byzanz und Abendland, Amsterdam: 1976, σελ. 123 κ.επ., 163 κ.επ., 327 κ. εξ. Μ. Νystazopoulou-Pelekidou, Les Slaves dans l’Empire byzantin, The 17th International Byzantine Congress, Major Papers (Washington D.C., August 3-8, 1986), New York: 1986, σελ. 347 κ.εξ.,  351 κ.εξ. V. Popovic, Aux origines de la slavisation des Balkans: La constitution des premières sklavinies macédoniennes à la fin du VIème siècle, in Comptes rendus de séance de l’Académie des Inscriptions et Belles Lettres, Paris: 1980, pp. 230-257.
[5] Βλ. και Φίλιππος Φιλίππου, ‘‘Ο βυζαντινός Οικουμενισμός και η ιδέα ανεξαρτησίας του Α΄ Βουλγαρικού κράτους πριν τον εκχριστιανισμό’’, Βυζαντινός Δομός τεύχος 5-6 (1991-1992): σσ. 183-188.
[6] Serge Bernstein / Pierre Milza. Iστορία της Ευρώπης. 1. Από τη Ρωμαïκή Αυτοκρατορία στα Ευρωπαïκά Κράτη, (1997), όπ. παρ., σσ. 73-74.  
[7] Πρβλ. Alain Ducellier, Byzance et le monde orthodoxe, Paris: Armand Collin, 1986.
[8] Ε. Αρβελέρ, «Βυζάντιο: Η χριστιανική αυτοκρατορία», στο Ε. Αρβελέρ/Μ. Aymard, Οι Ευρωπαίοι. Αρχαιότητα, Μεσαίωνας, Αναγέννηση, τ΄Α΄, Αθήνα: εκδ. Σαββάλας, 2003, σ. 160.
[9] Ντιμίτρι Oμπολένσκι, H Bυζαντινή Κοινοπολιτεία, Θεσσαλονίκη: Βάνιας, 1991, 2 τόμοι.
[10] Πρβλ. Αndré Guillou, Βυζαντινός Πολιτισμός, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα, 1997.
[11]Βλ. και Nicolae Jorga, Byzance après Byzance. Continuation de l’histoire de la vie byzantine, Bucarest, 1935. Jovan Cvijic, Grundlinie der Geographie und Geologie von Mazedonien und Altserbien, Gotha, 1908.
[12] Βλ. και Steven Runciman, The Great Church in Captivity, Cambridge: Cambridge University Press, 1968.
[13] Βλ. και Ν. Μοσχοβάκης, Το εν Ελλάδι δημόσιον δίκαιον επί Τουρκοκρατίας, Αθήναι: 1882. 
[14] Bλ. και Στήβεν Ράνσιμαν, Η Ιστορία των Σταυροφοριών, 3 τόμοι, Αθήναι: Γκοβόστης, 2006.  
[15] Βλ. Γεώργιος Ακροπολίτης, Χρονική Συγγραφή - Η Βυζαντινή ιστορία της Λατινοκρατίας (1204-1261). Εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια: Σπύρος Η. Σπυρόπουλος, Εκδοσεις Ζήτρος 2004. Βλ. και Μ. Λεφτσένκο, Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, Αθήνα: Αναγνωστίδης, 1956, σ. 318. σελ
[16] Bλ. Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ, Η πολιτική ιδεολογία της βυζαντινής αυτοκρατορίας. 3η Έκδοση (Μετ. Τούλα Δρακοπούλου). Αθήνα: Ψυχογιός. 1988. Ιωάννης Καραγιαννόπουλος, ‘‘Η πολιτική θεωρία των Βυζαντινών’’, Βυζαντινά, τεύχος 2 (1970): σελ. 37-63. Δημήτρης Κοσμίδης (επιμ.), Άτλας της Παγκόσμιας Ιστορίας. Αθήνα: Η Καθημερινή, 1997. Τηλέμαχος Λουγγής. Κωνσταντίνου Ζ΄ Πορφυρογέννητου, De Administrando Imperio (Προς τον ίδιον υιόν Ρωμανόν), μία μέθοδος ανάλυσης. Θεσσαλονίκη: Βάνιας, 1990. Χαράλαμπος Παπασωτηρίου. Βυζαντινή Υψηλή Στρατηγική, 6ος-11ος αιώνας. 3η Έκδοση, Αθήνα: Ποιότητα, 2001. Λάμπρος Τσακτσίρας / Ζαχαρίας Ορφανουδάκης / Μάρθα Θεοχάρη. Ιστορία Ρωμαϊκή και Βυζαντινή. Αθήνα: Οργανισμός Εκδόσεων Διδακτικών Βιβλίων, χ.χ. Paul. Κennedy. The Rise and Fall of the Great Powers. 2nd Ed. London: Fontana, 1989.
[17] Γ. Κορδάτος, Εισαγωγή, στο βιβλίο του Τα τελευταία χρόνια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, Αθήνα Εκδόσεις Μπουκουμάνη, 1975, σ. 11-12