Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κίνηση Πολιτών Αρδην. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κίνηση Πολιτών Αρδην. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 29 Δεκεμβρίου 2014

Η επερχόμενη παγίδα - του Γιώργου Ρακκά



Δεκεμβρίου 28, 2014 at 6:04 μμ
του Γιώργου Ρακκά
«Ο ΣΥΡΙΖΑ θα μας καταστρέψει». Είναι η μόνιμη επωδός όλου του συστημικού συρφετού, από τον Θ. Πάγκαλο, μέχρι την Μισέλ, από τον λύκο-που-στην-αναμπουμπούλα-χαίρεται Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, μέχρι τον απελπισμένο ψευτοκουτσαβάκη Αντώνη Σαμαρά και τον δόλιο σύμβουλό του.
Ωστόσο… Κάτι δεν μας λένε καλά… Αν όντως πιστεύουν κάτι τέτοιο, τότε γιατί επιτάχυναν τις διαδικασίες εκλογής του νέου προέδρου, και μάλιστα με υποψήφιο χωρίς πραγματικά συναινετικό χαρακτήρα, φέρνοντας έτσι ένα βήμα πιο κοντά τις πρόωρες εκλογές, και επιταχύνοντας το ενδεχόμενο μιας κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ; Μα πολύ απλά, γιατί θέλουν να γίνει κάτι τέτοιο: Να αποφύγουν, δηλαδή, εκείνοι μια ναρκοθετημένη διαπραγμάτευση που θα τους έδινε την χαριστική βολή, και να προστατέψουν ό,τι έχει απομείνει από τα δικά τους κουφάρια.
Αυτό το τρυκ της Κασσάνδρας, είναι το τελευταίο colpo grosso του Αντώνη Σαμαρά πριν παραδώσει την εξουσία: Να την «στήσει» στην αξιωματική αντιπολίτευση προσπαθώντας να περισώσει μέσω μιας ενδεχόμενης διαπραματευτικής αποτυχίας της, ό,τι έχει απομείνει από το πολιτικό του γόητρο. Φυσικά, με αυτόν τον τρόπο δείχνει ότι αδιαφορεί παντελώς για το μέλλον αυτής της χώρας. Αλλά ποιός είπε ότι μπροστά στο δικό του το συμφέρον νοιάζεται για αυτό; Με παρόμοιο τρόπο ενέργησε τότε, το 1992, προς μεγάλη ευχαρίστηση του… Σωκράτη Κόκκαλη και των λοιπών μελλοντικών ‘βαρόνων’ του εκσυγχρονισμού.
Τα ίδια τάχα δεν έκανε και ο «όπου φύγει-φύγει» Κωνσταντίνος Καραμανλής το 2009, παραδίδοντας εντελώς αμαχητί την εξουσία στον Γιώργο Παπανδρέου, και χαρίζοντας του την μοναδική ευκαιρία να μείνει στην ιστορία της χώρας ως ο πολιτικός που την παρέδωσε σιδηροδέσμια στα χέρια της Τρόικας μ’ εκείνο το ανεπανάληπτο διάγγελμα στο Καστελόριζο;
Το κεντρικό ερώτημα έγκειται στο γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ δεν αντιλαμβάνεται αυτήν την παγίδα, και σηκώνει το γάντι της πρόκλησης, προκειμένου να διαχειριστεί εξελίξεις λίγο ως πολύ ναρκοθετημένες – αρκεί να προσέξει κανείς την νέα παρέμβαση του Σόιμπλε, που αξιώνει την τήρηση της παρούσας πολιτικής ανεξαρτήτως από το ποιος θα αναλάβει την διακυβέρνηση της χώρας στις επόμενες εκλογές, ώστε να αντιληφθεί ότι η παγίδα που στήνεται στην αξιωματική αντιπολίτευση μοναδικό στόχο έχει να την θέσει και αυτήν στο κάδρο των κομμάτων που υπέκυψαν στην αποικία χρέους. Και μέσω αυτής, να ενσωματώσει σύσσωμο το πολιτικό σύστημα στο κάδρο ενός «κανονικοποιημένου» μοντέλου ‘συσσώρευσης δια της εθνικής καταστροφής’ της Ελλάδας.
Η απάντηση στο ερώτημα βρίσκεται στην λανθασμένη στρατηγική που ακολούθησε ο Αλέξης Τσίπρας ήδη από τις εκλογές του 2012. Στο ότι έπαιξε, πολύ πρόωρα, το χαρτί της «κυβερνώσας αριστεράς», γεγονός που επέτρεψε στο κόμμα του να εκτοξευθεί στο 27% και να μετασχηματιστεί από κόμμα διαμαρτυρίας σε κόμμα εξουσίας –δίχως βέβαια να υπάρχουν ούτε οι υποκειμενικές ούτε οι αντικειμενικές συνθήκες που θα του επέτρεπαν να διαχειριστεί αυτήν την εξουσία και προπαντός χωρίς την ύπαρξη ενός ισχυρού λαϊκού κινήματος, προκαλώντας μια μεγάλη πολιτική αλλαγή, όπως υπόσχεται. Μάλιστα, τότε, είχε δηλώσει χαριτολογώντας ότι είναι «πολύ καλός στο… πόκερ». Μόνο που σε αυτού του είδους τον τζόγο «υψηλού ρίσκου» παρουσιάζεται μία μόνον ευκαιρία, και μάλιστα δίχως να μπορείς να επιλέξεις εσύ το πότε.
Και τώρα που ήρθε η στιγμή, όλες οι ενδείξεις βαίνουν σε βάρος της υπόσχεσης για μιαν ανατροπή στην διαπραγμάτευση με τους ξένους δανειστές, που θα απελευθέρωνε  την χώρα από τα δεσμά των μνημονίων: Οι Γερμανοί, είναι δεδομένοι και η ανθελληνική τους στρατηγική γνωστή, ενώ αυτήν την στιγμή δεν υπάρχει καμία άλλη ευρωπαϊκή δύναμη που φαίνεται ότι θα μπορούσε να στηρίξει μια «μικρή ελληνική ανταρσία» μέσα στην γερμανική Ευρώπη. Το «Ποδέμος» στηρίζει, ωστόσο αυτό έχει υιοθετήσει μιαν άλλη στρατηγική «δημιουργικής αναμονής» και ριζώματος των αντιστάσεων στους κόλπους της ισπανικής κοινωνίας –ενώ η Ιταλία εκφράσει μεν τις ενστάσεις της, ωστόσο δεν επιθυμεί να συμπαραταχθεί με την «καμένη» Ελλάδα. Την ίδια στιγμή, οι Αμερικάνοι έχουν καταλήξει σε μια συμφωνία με τους Γερμανούς γύρω από το Ουκρανικό, γεγονός που προσανατολίζει την Ε.Ε. στην στρατηγική του ευρωατλαντισμού κι έτσι αίρονται σε σημαντικό βαθμό οι ενστάσεις που είχαν οι ΗΠΑ στην γερμανική πολιτική σχετικά με την Ελλάδα. Τέλος, οι Ρώσοι εξαιτίας του νέου άτυπου ψυχρού πολέμου που έχει στηθεί γύρω από το Ουκρανικό στρέφονται αποφασιστικά προς την Ανατολή, γυρνώντας έστω και προσωρινά τις πλάτες τους στην Δύση, γεγονός που αναβαθμίζει τη σημασία των ρωσο-τουρκικών σχέσεων στην σκακιέρα του Πούτιν, και υποβαθμίζει αντίστοιχα την σημασία των Βαλκανίων και της Ελλάδας. Εξ ου και η πρόσφατη στροφή της Μόσχας σε σχέση με το Κυπριακό, από την πάγια υπεράσπιση των ελληνικών δικαίων σε μια πολιτική ευμενούς για την Τουρκία ουδετερότητας.
Ανεξάρτητα από το εάν όλες αυτές οι ισορροπίες είναι επισφαλείς και μεσοπρόθεσμα μάλλον θα ανατραπούν –οι αντισυσπειρώσεις που δημιουργεί η γερμανική πολιτική στην Ευρώπη δεν μπορούν να αποτραπούν μεσοπρόθεσμα– το παρόν κλίμα εντός κι εκτός της Ε.Ε. είναι εξόχως αρνητικό για την χώρα μας. Πόσο μάλλον για τους σχεδιασμούς του ΣΥΡΙΖΑ που στήριξε καθ όλη την προηγούμενη διάρκεια την στρατηγική του, στην αντίθεση μεταξύ Γερμανίας και ΗΠΑ, γύρω από τις πολιτικές που εφαρμόζονται στην Ευρώπη, και η οποία σήμερα τίθεται μάλλον σε δεύτερο πλάνο.
Όλα αυτά βέβαια δεν σημαίνουν ότι η Ε.Ε. έχει «κλειδώσει» ως μια «γερμανική φυλακή». Σημαίνουν όμως ότι η επιλογή να ξεκινήσει η ανταρσία ενάντια στην ευρωπαϊκή πολιτική λιτότητας από την Ελλάδα είναι σίγουρα λανθασμένη και εξαιρετικά επισφαλής. Οι Γερμανοί εξ άλλου, έχουν διαγνώσει ότι ο αδύναμος κρίκος του πολιτικού ρεύματος αμφισβήτησής, που τείνει να διαμορφωθεί στον ευρωπαϊκό Νότο, και το οποίο χαρακτηρίζεται από διάφορα ιδεολογικά πρόσημα (Ποντέμος, Μπέπε Γκρίλο κ.ο.κ.), όπως επίσης και την άνοδο της ευρωσκεπτικιστικής ακροδεξιάς στην Γαλλία (Λεπέν) ή την Μεγάλη Βρετανία (Νάιτζελ Φάρατζ), είναι ο ΣΥΡΙΖΑ και θα φροντίσουν έτσι να ξεκινήσουν από αυτόν την αντεπίθεσή τους.
Η χώρα μας πρέπει επομένως να τηρήσει «αμυντική στάση» και παρελκυστικές πολιτικές, να συγκροτήσει ευρύτερες συμμαχίες έως ότου γενικευτεί η ανοιχτή αμφισβήτηση των Γερμανών –και μόνον τότε να προχωρήσει και η ίδια στην αμφισβήτηση της «γερμανικής φυλακής», έτσι ώστε να αξιοποιήσει την ευρύτερη αναταραχή εντός της Ε.Ε.
Την ίδια στιγμή, στο εσωτερικό πεδίο, οι κοινωνικές κινητοποιήσεις βρίσκονται στο ναδίρ της τελευταίας πενταετίας, και κυριαρχεί παντού ένα κλίμα πολιτικής ανάθεσης –με κύρια ευθύνη γι’ αυτό το πολιτικό κλίμα που διαμόρφωσαν οι κύριοι εκφραστές του διάχυτου αντιμνημονιακού αισθήματος, ο ΣΥΡΙΖΑ και οι Αν. Ελ.
Επίσης, στο εσωτερικό του ίδιου του ΣΥΡΙΖΑ κυριαρχεί ένα μωσαϊκό αντιθέσεων, το οποίο απειλεί να εκραγεί με τις πρώτες αναταράξεις ή υποχωρήσεις στο μέτωπο της εσωτερικής διαπραγμάτευσης.
Τέλος, το «πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης», που στηρίζεται σε μιαν αντίληψη «κοινωνικοποίησης»-αναδιανομής του πρωτογενούς πλεονάσματος της Αποικίας Χρέους, προσκρούει στο γεγονός ότι αυτό το πλεόνασμα είναι εξαιρετικά επισφαλές και αβέβαιο, και εξαρτάται από την καλή θέληση των ίδιων των αφεντικών  της Αποικίας (ΕΣΠΑ, Ευρωπαϊκή Τράπεζα, δόσεις) για να μπορεί κανείς να στηριχτεί σε αυτό. Το χειρότερο, δε, με αυτό είναι ότι οι πραγματικοί επικυρίαρχοι της χώρας έχουν τα μέσα να επιβάλουν την βούλησή τους, σε αντίθεση με τον ΣΥΡΙΖΑ ο οποίος ακόμα και σε εσωκομματικό πεδίο εμφανίζεται ιδιαίτερα αδύναμος και υπάρχουν πολλοί παράγοντες οι οποίοι είναι έτοιμοι με την παραμικρή στραβοτιμονιά να κατηγορήσουν την ηγεσία τους για μια «Νέα Βάρκιζα». Και είναι πολύ φυσιολογικό: Όταν κανείς καλλιεργεί αντιπολιτευτικά ένα τέτοιο κλίμα προσδοκιών και υποσχέσεων, είναι πολύ εύκολο αυτό να γυρίζει μπούμερανκ με τις πρώτες διαψεύσεις.
Εξ άλλου, θα πρέπει να έχουμε στο νου μας το γεγονός ότι η παρατεταμένη προεκλογική περίοδος που ξέσπασε με την αναγγελία της πρόωρης εκλογής του ΠτΔ, έχει εξαναγκάσει τον ΣΥΡΙΖΑ να τρέχει διαρκώς πίσω από την τακτική της γρήγορης ανάληψης της εξουσίας, πραγματοποιώντας το ένα λάθος μετά το άλλο, συμμαχώντας με δυνάμεις της «μνημονιακής κεντροαριστεράς» (Κουβέλης, Τζάκρη) ή με παράγοντες της υστερομεταπολιτευτικής «βαθιάς εξουσίας» (λέγε με Γιάννα «Ίδρυμα Κλίντον» Αγγελοπούλου-Δασκαλάκη).
Έτσι σήμερα, βρισκόμαστε μπροστά σε μια ζώσα, εξελισσόμενη αντίφαση ενός πολιτικού προεκλογικού λόγου που ολοένα και εντονότερα στηρίζεται στην υπόσχεση μιας «μεγάλης αλλαγής» και μιας πολιτικής πρακτικής που κινείται προς την αντίθεση κατεύθυνση, αυτήν της ενσωμάτωσης.
Τέλος, ας μην ξεχνάμε και την «αστάθμητη μεταβλητή» που ιδιαίτερα κατά τα τελευταία 50 χρόνια ‘αποφάσιζε’, δηλαδή επικαθόριζε, την πορεία της χώρας: Τον τουρκικό επεκτατισμό, ο οποίος ολοένα και πιο έντονα τείνει να εγκαταλείψει το συναινετικό προσωπείο της «φιλίας» και να αξιώνει ανοιχτά και με τον ζόρι την ευθυγράμμιση της Ελλάδας στην νεο-οθωμανική πολιτική.
Και εδώ, όπως φάνηκε και κατά την πρόσφατη επίσκεψη του Νταβούτογλου στην χώρα μας, και το ολιγόλεπτο ραντεβουδάκι που επέτρεψε ο πρωθυπουργός της γείτονος στον πρόεδρο της αξιωματικής αντιπολίτευσης, η πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ δεν διαφέρει σε τίποτα από την εξωτερική πολιτική των προηγούμενων κυβερνήσεων: Του Ευάγγελου Βενιζέλου κατά την θητεία της συγκυβέρνησης, του Δρούτσα κατά την πρώτη μνημονιακή κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, αυτήν της Ντόρας κατά τις κυβερνήσεις ΝΔ, και των Γιώργου Παπανδρέου-Θόδωρου Πάγκαλου στις μέρες της εκσυγχρονιστικής κυριαρχίας.
Έτσι, το «πολιτικό πόκερ» της κυβερνώσας αριστεράς έχει δημιουργήσει μια χιονοστιβάδα, την οποία καβάλησαν στο ΣΥΡΙΖΑ ιδιαίτερα μετά τον Σεπτέμβριο, ποντάροντας στην συντριβή των Σαμαρά-Βενιζέλου. Ξεχνούν όμως ότι πίσω από αυτούς κρύβονται οι γερμανοτροϊκανοί και ότι ο Σαμαράς έχει στήσει μία παγίδα σε όλες τις αντιμνημονιακές δυνάμεις για να τις οδηγήσει αυτές σε πιθανές καταστροφικές επιλογές, που διαφορετικά θα τις χρεωνόταν ο ίδιος.
Υπό αυτό το πρίσμα, και εάν οι παραπάνω εκτιμήσεις αποδειχθούν σωστές, είναι πολύ εύκολο να φανταστούμε το τι θα συμβεί τους επόμενους μήνες, υπό την προϋπόθεση της ανόδου του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία: Οι διαπραγματευτές θα τον στήσουν στον τοίχο, και ένα κόμμα που έχει συνδέσει την πολιτική του μοίρα με την συμμετοχή του στους κόλπους της ευρωπαϊκής αριστεράς, ένα κόμμα που είναι παντελώς ανέτοιμο, ‘φύσει’ και ‘θέσει’ ανίκανο να διαχειριστεί μια ρήξη με την Ευρώπη, θα αναγκαστεί να υποκύψει στις αξιώσεις της Γερμανικής Ευρώπης. Και τότε θα ανοίξουν οι ασκοί του Αιόλου, τότε ακόμα και αυτή η δυναμική που δημιούργησε το χαρτί της ‘κυβερνώσας αριστεράς’ θα εξανεμιστεί εν μέσω αποχωρήσεων, καυγάδων, καταγγελιών, με συνέπεια να ‘κοντύνει’ η αξιωματική αντιπολίτευση σ’ έναν απλό παράγοντα της κεντροαριστεράς, μαζί με τους υπόλοιπους.
Και εκείνη την στιγμή, ο φόβος, η απελπισία και το αδιέξοδο θα κάνουν πολύ καλά την δουλειά τους –θα δημιουργήσουν ένα διάχυτο κοινωνικό κλίμα ανασφάλειας που θα νομιμοποιήσει νεο-αυταρχικές λύσεις, δίνοντάς τους μάλιστα πλειοψηφικό αέρα. Θα παιχτεί τότε το χαρτί του ενός ελληνικού Μπερλουσκονισμού, με μια ρετουσαρισμένη, «μετά-μεταπολιτευτική» ακροδεξιά, και άλλα συμπληρώματα μαφιόζων, ντήλερ της ολιγαρχίας, και μπάζων του παλαιού πολιτικού συστήματος.
Την ίδια στιγμή, μια ενδεχόμενη αποτυχία του ΣΥΡΙΖΑ θα απονομιμοποιήσει εν γένει κάθε απόπειρα «αριστερής» απάντησης στην κρίση και κάπως έτσι το «μνημόνιο» θα ολοκληρωθεί με την έννοια ότι θα έχει προκύψει ένα νέο πολιτικό καθεστώς στα πρότυπα χωρών του πρώην Ανατολικού Μπλοκ, ο αυταρχισμός του οποίου θα είναι απολύτως συμβατός με την κοινωνική σκληρότητα και την οικονομική βία που ασκείται και θα ασκηθεί πάνω στην ελληνική κοινωνία.
Η ενδεχόμενη αποτυχία του ΣΥΡΙΖΑ, θα οδηγήσει σε καταστάσεις που θα λύσουν από μόνες τους το αίνιγμα της πολιτικής νομιμοποίησης της «αποικίας χρέους» αφού η πολιτική αστάθεια που θα έχει μεσολαβήσει θα έχει μεταβάλει την χώρα σε φτερό στον άνεμο που θα φυσούν οι κερδοσκόποι, και οι νέοι αποικιοκράτες.
Με την πρώτη φάση του μνημονίου, η χώρα ξέγραψε την ευημερία της ύστερης μεταπολίτευσης, και τις αυταπάτες περί της βιωσιμότητας ενός ευρωπαϊκού τρόπου ζωής. Με την δεύτερη φάση, εκείνη της ολοκλήρωσής του σε καθεστώς ‘αποικίας χρέους’, θα καταλάβει πολύ καλά ότι η μοίρα της δεν διαφέρει και πολύ από εκείνην της Βουλγαρίας, και των υπόλοιπων Βαλκανικών κρατών που βρέθηκαν στο στόχαστρο της παγκοσμιοποίησης (λέγε με Σερβία, με την Κύπρο και την Θράκη να παίζουν τον ρόλο ενός οιονεί ελληνικού «Κοσόβου»).
Υπάρχει άραγε διέξοδος από αυτήν την μηχανική αλληλουχία των γεγονότων; Όχι, υπό το πρίσμα των στρατηγικών που είναι κυρίαρχες εντός του παρόντος πολιτικού συστήματος. Όχι, στο πλαίσιο του γνωστού επικοινωνιακού πολέμου των χαρακωμάτων, ενός παιχνιδιού εντυπώσεων που αποτελεί πλέον τον μόνο δυνατό τρόπο με τον οποίον μπορεί να ασκήσει πολιτική η παρούσα εκδοχή του ελληνικού κοινοβουλευτισμού.
Δεν είναι τυχαίο, εξ άλλου, ότι ενόψει μιας τόσο σοβαρής διαπραγμάτευσης δεν υπάρχει καμία συζήτηση γύρω από τις στρατηγικές αντιμετώπισης των νέων εκβιασμών, ενώ η πολιτική συζήτηση του τόπου καταβυθίζεται στην δυσωδία των «Χαϊκάλης-Γκέιτ», με πρωταγωνιστές φτωχομπινέδες ανθυποπράκτορες, γελωτοποιούς, και ποντικούς των παρασκηνίων. Αποτελεί δε δείκτη του πολιτικού επιπέδου της χώρας, ότι σε αυτή την υπόθεση, και ανεξάρτητα από το τι έχει συμβεί, κανείς δεν διατηρεί το ηθικό πολιτικό πλεονέκτημα έναντι του αντιπάλου του.
Όλα τούτα δείχνουν, ότι σταδιακά η πολιτική αντιπαράθεση καταλήγει σ’ έναν εργαλειακό πόλεμο χαρακωμάτων για την απόσπαση της εξουσίας, όπου κυριαρχούν οι συμφωνίες κάτω από το τραπέζι, η ίντριγκα και το παρασκήνιο, ενώ η πολιτική διαμάχη αποψιλώνεται σταδιακά ακόμα και από εκείνες τις προσχηματικές προγραμματικές συγκρούσεις: Μισέλ Ασημακοπούλου, Θόδωρος Πάγκαλος, και Άδωνις Γεωργιάδης από την μία, επαναπατρισμός του ασώτου Φώτη Κουβέλη, Θεοδώρα Τζάκρη, Βουδούρης και Παραστατίδης από την άλλη. Λες και δεν πέρασε ούτε μια μέρα από τις χειρότερες στιγμές δικομματισμού της ύστερης μεταπολίτευσης.
Κάθε μέρα, κάθε στιγμή εξέλιξης αυτής της διαμάχης δεικνύει ολοένα και πιο κατηγορηματικά πως η εναλλακτική λύση βρίσκεται έξω από το παρόν πολιτικό σύστημα, γιατί αυτό τελεί σε συνθήκες συγκρουσιακής ισορροπίας μέσα στο αδιέξοδο.
Σε αντίθεση, δε, με τις υποσχέσεις που μοιράζονται σήμερα αφειδώς, τόσο από τον πόλο των «κουΐσλιγνκ» –δηλαδή της συγκυβέρνησης– όσο και από τους τυχοδιώκτες της «κυβερνώσας αριστεράς» δεν υπάρχει κανένα εύκολο σαξές στόρυ, και καμία ανέξοδη διαφυγή από το μνημόνιο.
Αντίθετα, η αντιστασιακή στρατηγική πρέπει να είναι μεσο-μακροπρόθεσμη, και να πατάει στα πραγματικά δεδομένα της Ελλάδας και της διεθνούς συγκυρίας καλλιεργώντας συστηματικά τις θετικές συνθήκες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μεταβολή της αρνητικής συγκυρίας για την χώρα μας.
Έτσι, έναντι του «πολιτικού πόκερ» της κυβερνώσας αριστεράς πρέπει να προκρίνουμε μια γραμμή κοινωνικού και πολιτικού «αντάρτικου» στην πολιτική της αποικίας χρέους φθείροντας κατά το μέγιστο τους κοινωνικό-πολιτικούς της εκφραστές. Και αυτή τη στρατηγική, παρά τις μεγάλες διαφωνίες που μας χωρίζουν μαζί τους, προτάσσει και το ΚΚΕ ή ακόμα και ένα κομμάτι της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς.
Επομένως, έναντι μιας αντίληψης γρήγορης –και βραχύχρονης– κατάληψης της κυβερνητικής εξουσίας, πρέπει να προκρίνουμε την στρατηγική της ενίσχυσης του λαϊκού κινήματος, της ανάπτυξης μιας «δυαδικής εξουσίας», παράλληλων δομών που θα λειτουργούν παραδειγματικά και θα στέκουν αντίβαρο στην παρακμή των σάπιων μέχρι το μεδούλι κυρίαρχων θεσμών που είναι έτοιμοι να μεταβάλουν οποιονδήποτε πολιτικό φορέα κι αν σπεύσει να τους διαχειριστεί άμεσα σε εικόνα και ομοίωσή τους.
Έναντι μιας υπόσχεσης περί γρήγορης επιστροφής στον παλιό καλό παράδεισο θα πρέπει να υπάρξει μια συστηματική ανάλυση και επεξήγηση της πραγματικής κατάστασης στην οποία βρίσκεται η χώρα: Μια κοινωνία με διαλυμένο παραγωγικό ιστό, υδροκέφαλη, όπου ο μη-ενεργός οικονομικά υπερβαίνει τον ενεργό οικονομικά  πληθυσμό, και ο τελευταίος απασχολείται ως επί το πλείστον σε παρασιτικές δραστηριότητες που είναι υπερβολικά δεμένες με το κράτος, τα κόμματα ή την διεθνή συγκυρία (λέγε με τουρισμό). Αυτή η κοινωνία, αντικειμενικά, χαρακτηρίζεται από μικρή δυνατότητα αυτοδυναμίας και άρα είναι πολύ πιο ευεπίφορη, ανάλογα με την υφή και την συγκεκριμένη θέση του εκάστοτε κοινωνικού στρώματος, είτε σε πολιτικές σπέκουλας του φόβου –λέγε με ΝΔ, ή αύριο, Μαρινάκη και Μπέο– είτε σε πυροτεχνήματα και «τουφεκιές από αλεύρι» που υπόσχονται μια γρήγορη και εύκολη αποκατάσταση της ευημερίας της ύστερης μεταπολίτευσης.
Όντως, το δίλημμα έχει τεθεί, ωστόσο δεν είναι αυτό που θα μας απασχολήσει στις επικείμενες, πρώτες εκλογές αλλά στην πολιτική αστάθεια που θα επακολουθήσει. Ή θα συγκροτηθεί μια δύναμη «πατριωτικής αριστεράς» που θα χτίσει μια πλειοψηφική κοινωνική ηγεμονία μ’ ένα αταλάντευτο όραμα εθνικής απελευθέρωσης, κοινωνικής δικαιοσύνης, οικολογίας, άμεσης δημοκρατίας, πολιτιστικής αναγέννησης και παραγωγικής ανασυγκρότησης, που θα παραμείνει κουφό στις σειρήνες των εκπτώσεων για χάρη ευκαιριακών εκλογικών συμμαχιών και οπορτουνιστικών σχημάτων κυβερνητισμού ή η χώρα θα βυθιστεί σε μια νεο-αυταρχική νύχτα μπαίνοντας στο κλαμπ των «αποτυχημένων κρατών» των Βαλκανίων και του πρώην Ανατολικού Μπλοκ, με ό,τι κι αν σημαίνει αυτό σε επίπεδο εξαθλίωσης της κοινωνίας, και εθνικής ακεραιότητας της χώρας.
Ενάντια στην λογική του «ή τώρα ή ποτέ» που κυριαρχεί σήμερα στα τηλεπαράθυρα, έχουμε καθήκον σήμερα να προστατέψουμε όσες υγιείς δυνάμεις απομένουν σε αυτήν την χώρα, από τα ψευδοδιλλήματα μιας εκλογικής αντιπαράθεσης που προτιμάει να ξεχνάει τις πραγματικές απειλές που αντιμετωπίζει η Ελλάδα, για να επιδοθεί σ’ έναν εργαλειακό ανταγωνισμό για την εξουσία. Αυτές οι δυνάμεις, θα πρέπει να παραμείνουν με καθαρό μέτωπο ώστε πολύ σύντομα, κυριολεκτικά αύριο, να συμβάλουν στην οικοδόμηση ενός πόλου πραγματικής αντίστασης.
Υ.Γ. Είναι γνωστό το επιχείρημα που μας αντιτάσσουν κάποιοι, κακόβουλα, πως «λέμε τα ίδια με τον Σαμαρά». Το πρόβλημα, τους απαντάμε, είναι ότι ο τρόπος που πολιτεύεται ο ΣΥΡΙΖΑ δίνει στον Σαμαρά μία ύστατη, ανέλπιστη ευκαιρία: Δεν γίνεται, ο Τσίπρας να αντιμετωπίζει τους εκβιασμούς των αγορών με αστειότητες του τύπου «θα βαράμε νταούλι, κι αυτοί θα χορεύουν». Έτσι, δίνει την δυνατότητα στον Σαμαρά να συγκαλύψει τα πεπραγμένα της κυβέρνησής του, καθώς και την αθλιότητα της μνημονιακής καθημερινότητας που έχει αυτή προκαλέσει, πίσω από την επίκληση της κοινής λογικής –όπως έκανε και στο πρόσφατο διάγγελμα. Και ταυτόχρονα, με αυτήν την τακτική επιτρέπει, για παράδειγμα, να αναπτυχθεί περαιτέρω ένα ρεύμα «υπεύθυνης» (sic!) κεντροαριστεράς με κύριο εκφραστή «Το Ποτάμι», ή δημιουργεί και πάλι χώρο στον ΓΑΠ, ώστε να λάβει νέες πολιτικές πρωτοβουλίες.

(Οι υπογραμμίσεις είναι του διαχειριστή του παρόντος ιστολογίου)

Πηγή: http://ardin-rixi.gr

Τρίτη 16 Δεκεμβρίου 2014

Πέραν της Παρακμής – διάλεξη της Ιωάννας Τσιβάκου – (Τρίτη 16 Δεκεμβρίου 2014)






Πέραν της Παρακμής – διάλεξη της Ιωάννας Τσιβάκου – (Τρίτη 16 Δεκεμβρίου 2014)

DialexeisA3tsivakou
Στα πλαίσια των διαλέξεων, “Πέραν της Παρακμής” – δώδεκα διαλέξεις, την Τρίτη 16 Δεκεμβρίου στις 19.00 ακριβώς, θα πραγματοποιηθεί η έκτη διάλεξη με εισηγήτρια την ομ. Καθηγήτρια του Παντείου Πανεπιστημίου, Ιωάννα Τσιβάκου.* Η διάλεξη έχει θέμα: «Εμπόδια στη δυναμική της ζωής και προοπτικές αποτροπής τους».
***
Εστιάζοντας σε ορισμένες όψεις του κράτους και της τεχνολογίας στον σύγχρονο δυτικό κόσμο και στην Ελλάδα, η εισηγήτρια θα τις αντιμετωπίσει ως συστήματα περιοριστικά της ορμέμφυτης δύναμης της ζωής. Θεωρώντας πως η τελευταία λαμβάνει στον άνθρωπο τη μορφή ενός πνεύματος ρέποντος προς την οντολογική ελευθερία και τη νοηματοδότηση της ύπαρξης, θα προσπαθήσει να δείξει πώς αυτό το πνεύμα συντελεί αρχικά στη διαμόρφωση, και στη συνέχεια στην υποταγή του στο κράτος και την τεχνολογία. Τέλος, θ’ αναφερθεί σε σύγχρονα κοινωνικά ρεύματα που προασπίζονται τη συνέχιση της ζωής.
***
*Η Ιωάννα Τσιβάκου έχει εξειδικευτεί στην κοινωνιολογία των οργανώσεων και κυρίως στη μελέτη και έρευνα των δομών και λειτουργιών των συγχρόνων κοινωνικών συστημάτων. Στο συγγραφικό της έργο ιδιαίτερη θέση καταλαμβάνει η μελέτη των αλληλεπιδράσεων ανάμεσα στο κοινωνικό πλαίσιο και στον χώρο εργασίας.

Πηγή : ardin-rixi.gr

Πέμπτη 2 Οκτωβρίου 2014

Αφιέρωμα στον Παναγιώτη Κονδύλη



Αφιέρωμα στον Παναγιώτη Κονδύλη

cebacebfcebdceb4cf8dcebbceb7cf82
Το εισαγωγικό σημείωμα από το πρώτο μέρος του αφιερώματος του ν. Λόγιου Ερμή στον Παναγιώτη Κονδύλη, τεύχος 10, καλοκαίρι 2014. Το δεύτερο μέρος του αφιερώματος θα κυκλοφορήσει στον ΝΛΕ, τ. 11 (αρχές Νοεμβρίου).
Ο ν. Λόγιος Ερμής, σε αυτό το τεύχος του (τ. 10), εγκαινιάζει ένα εκτενές αφιέρωμα στη σκέψη του Παναγιώτη Κονδύλη, αφιέρωμα που, εξαιτίας της μεγάλης του έκτασης, θα αναπτυχθεί σε δύο ή τρία συνεχόμενα τεύχη του περιοδικού.

        Μέσα στη γενικευμένη παρακμή του νεώτερου ελληνισμού, την οποία βιώνουμε με τραγικό τρόπο, ο Παναγιώτης Κονδύλης αποτελεί έναν οδοδείκτη που καταδεικνύει ίσως τις «κρυμμένες» δυνατότητές μας, με την προϋπόθεση ότι θα μπορούσαμε να τις εκδιπλώσουμε! Έρχεται δε να προστεθεί στον Κώστα Παπαϊωάννου και τον Κορνήλιο Καστοριάδη που, στην αμέσως προηγούμενη γενιά, ανέδειξαν από την πλευρά τους αυτές τις δυνατότητες. Δυστυχώς, τόσο στην περίπτωσή τους όσο και σε εκείνη του Κονδύλη, αυτό μπόρεσε να γίνει γιατί σε μεγάλο βαθμό έζησαν, έδρασαν –και αναγνωρίστηκαν– εκτός Ελλάδας. Γεγονός που υπογραμμίζει, αφ’ ενός, την ασφυκτική μετριοκρατία που πνίγει την ελληνική πνευματική ζωή, αφ’ ετέρου το απαραίτητο συμπλήρωμά της, τον μιμητικό παρασιτισμό. Τίποτε συμβολικότερο εξ άλλου από την απόρριψη της υποψηφιότητας του Κονδύλη από τη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών, όπου, αντ’ αυτού, ανεδείχθη ο… Γουλιμής! Εν τέλει, ο Κονδύλης, όπως και ο Καστοριάδης, αλλά και ο Παπαϊωάννου, μπόρεσαν να γίνουν γνωστοί και να επηρεάσουν την ελληνική πνευματική σκέψη γιατί είχαν ήδη καταξιωθεί εκτός Ελλάδας.

Ο Κονδύλης, ήδη από τη δεκαετία του ’80, έχει μια διαρκή παρουσία και στην ελληνική πνευματική ζωή, τόσο με τη σειρά των μεταφράσεών του όσο και με την έκδοση των βιβλίων του, ενώ, από τη δεκαετία του ’90, αρχίζει πλέον να αναμειγνύεται πιο ενεργά στην ελληνική πνευματική κίνηση – βλέπε τη σειρά των συνεντεύξεών του, των άρθρων του σε εφημερίδες και περιοδικά, που πυκνώνουν προς τα τέλη της δεκαετίας του ’90. Δυστυχώς, αν και θα μπορούσαμε να περιμένουμε μία επίταση αυτής της συμμετοχής του στα ελληνικά πράγματα, ένα σοβαρότατο πρόβλημα υγείας του στέρησε τη ζωή σε ηλικία πενήντα έξι ετών, το 1998, ενώ βρισκόταν σε εξέλιξη όχι μόνο η συγγραφική του δραστηριότητα αλλά και ο ίδιος ο προσανατολισμός της σκέψης του.
Μετά τον θάνατό του, βέβαια, όπως δυστυχώς συμβαίνει τόσο συχνά, άρχισε να διευρύνεται το ενδιαφέρον γι’ αυτόν και πολλαπλασιάστηκαν κείμενα, ημερίδες και αφιερώματα σε περιοδικά και εφημερίδες. Εμείς ελπίζουμε να δώσουμε, μέσα από τη σειρά των αφιερωμάτων που ετοιμάζουμε, μια όσο γίνεται πιο ολοκληρωμένη και κριτική παρουσίαση της σκέψης του.

*****

Ο Κονδύλης, όπως εξ άλλου είχε συμβεί και με τον Παπαϊωάννου ή τον Καστοριάδη, αλλά σε άλλη κλίμακα και σε διαφορετική συγκυρία, υπήρξε παιδί της μεγάλης «απογοήτευσης» του δεύτερου ημίσεως του 20ού αιώνα, μετά την εμπειρία των επαναστάσεων, του γκουλάγκ και του Άουσβιτς, που είχαν σημαδέψει το πρώτο ήμισυ εκείνου του αιώνα. Ο Κονδύλης, δεκαπέντε ή είκοσι χρόνια νεώτερος από τους προγενέστερους, οδηγεί αυτή την ιστορική απογοήτευση στα έσχατα: Το τέλος της σοσιαλιστικής και κομμουνιστικής προσδοκίας υπήρξε ταυτόχρονα η ακρότατη συνέπεια και η εξάντληση του ίδιου του δυτικού διαφωτισμού, γι’ αυτό και η φιλοσοφία του «βάφει με γκρίζο πάνω στο γκρίζο».
Η αποστασιοποίησή του, λειτούργησε απολύτως θετικά, από μια πλευρά τουλάχιστον. Σε μία στιγμή, στη δεκαετία του 1970 και 1980 όταν η διανόηση της Δύσης, και της Ελλάδας κατ’ εξοχήν, φυλακιζόταν σε ένα «χρυσό κλουβί», η απόστασή που έπαιρνε, του επέτρεπε να διακρίνει με μεγαλύτερη ενάργεια αυτά που οι «σφαίρες οι τυλιγμένες με ζάχαρη» απαγόρευαν στην πλειοψηφία των υπολοίπων. Ο Κονδύλης μπόρεσε να δει, μακριά από υλικούς περισπασμούς και συμφέροντα, το τέλος της επαναστατικής προσδοκίας του 20ού αιώνα. Στις μέρες του, η επαναστατική «πρωτοπορία» είτε θα ενσωματωθεί απόλυτα στο παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα, είτε θα βαδίσει στο θανατερό σόλο της τρομοκρατίας, όπως στη Γερμανία και την Ιταλία.
Από τα νεανικά του χρόνια είχε κατανοήσει πως το αδιέξοδο του υπαρκτού σοσιαλισμού δεν μπορούσε να ερμηνευτεί –όπως έκανε ο «κρiτικός μαρξισμός» όλων των αποχρώσεων–, μόνο μέσα από την γραφειοκρατική παραμόρφωση ή ακόμα και την κρατικο-καπιταλιστική μετεξέλιξη των σοσιαλιστικών καθεστώτων, αλλά θα έπρεπε να συμπεριλάβει την ίδια τη μαρξιστική θεωρία ως κανονιστική θεωρία. Διότι η μονοδιάστατη αντίληψη για τον κόσμο και τις αντιθέσεις του, στηριγμένη αποκλειστικά στην οικονομική διάσταση, καθώς και η πεποίθηση του μαρξισμού και του διαφωτισμού πως η διαμόρφωση των ανθρώπων καθορίζεται αποκλειστικά από την επίδραση των κοινωνικών συνθηκών, βρίσκονταν στη βάση των αστοχιών και της αποτυχίας του υπαρκτού σοσιαλισμού. Σύμφωνα με τον Κονδύλη, ο Μαρξ παραμένει ο μεγάλος στοχαστής που ανέλυσε τον καπιταλισμό στα βασικά του χαρακτηριστικά –ανάλυση η οποία παραμένει έγκυρη μέχρι σήμερα–, αλλά όταν θέλει να μεταβληθεί στον προφήτη μιας νέας εγκόσμιας θρησκείας, λαθεύει τραγικά.

Εκκινώντας από αυτή τη βασική διαπίστωση –την οποἰα συμμερίζεται με αρκετούς στοχαστές, ανάμεσά τους και τον Κώστα Παπαϊωάννου, ο οποίος είχε ήδη καταλήξει σε αυτά τα συμπεράσματα από τη δεκαετία του ’50– προχωράει στην συγκρότηση μιας «κονδυλικής» ανθρωπολογίας και οντολογίας, η οποία διατυπώνεται με τον πιο ολοκληρωμένο τρόπο στο βασικό θεωρητικό του έργο, Ισχύς και Απόφαση. Για τον Κονδύλη, η φύση του ανθρώπου παραμένει αναλλοίωτη, όπως την έχουν περιγράψει ήδη ο Θουκυδίδης, ο Μακιαβέλι ή και ο Χομπς. Το βασικό του κίνητρο είναι η επιβεβαίωση της ισχύος, ατομικά ή συλλογικά, και πάνω σε αυτό ορθώνονται όλες οι ιδεολογίες και οι κοινωνικές κατασκευές
μόνο μια «περιγραφική θεωρία», που αυτο-αποκλείεται από κάθε επιδίωξη ισχύος, θα μπορούσε να συλλάβει την πραγματικότητα, χωρίς να εμπλέκεται η ίδια σε κανονιστικές επιδιώξεις ισχύος. Πάνω σε αυτό το ζήτημα, δημοσιεύουμε ήδη, στο τρέχον τεύχος του ν. Λόγιου Ερμή, την εκτενέστατη ανάλυση του Ρεϋμόνδου Πετρίδη ενώ στο προσεχές τεύχος θα δημοσιευθούν και άλλες σχετικές κριτικές θεωρήσεις.

Άσχετα με τη συμφωνία ή τις πιθανές αντιρρήσεις σε αυτή την τοποθέτηση του Κονδύλη, γύρω από το ζήτημα της ισχύος και εν τέλει της «φύσης του ανθρώπου», η ευριστική της δυνατότητα ήταν εξαιρετική, διότι, σε μία εποχή κατάρρευσης των επαναστατικών εγχειρημάτων, προσέφερε τη δυνατότητα μιας αποστασιοποιημένης μελέτης της παγκόσμιας και της ελληνικής πραγματικότητας. Του προσέφερε τη δυνατότητα να δει με καθαρή ματιά την κρίση του ευρωπαϊκού αστικού πολιτισμού, τη μετάβαση σε μια πλανητική εποχή σύγκρουσης μεγάλων παγκόσμιων σχηματισμών και την κατάρρευση της παραδοσιακής τυπικής δημοκρατίας – όπως τα περιγράφει στα βιβλία του για τη γεωπολιτική ή για θεωρία του πολέμου, χωρίς ματογυάλια και ψευδοειρηνισμούς. Στην ίδια κατεύθυνση θα του επιτρέψει να δει με πιο καθαρή ματιά τόσο τη φιλοσοφία του διαφωτισμού –και του ελληνικού– καθώς και τη βαθύτατη παρακμή του ελληνικού κόσμου και του ελληνικού έθνους-κράτους.

Ο Κονδύλης, ιδιαίτερα στις αντιλήψεις του για τον πόλεμο και το έθνος, ως οπαδός της ρεαλιστικής σχολής των διεθνών σχέσεων, κατεδείκνυε την αυξανόμενη σημασία του έθνους-κράτους, σε μια εποχή επίτασης των πλανητικών συγκρούσεων. Αυτές οι θέσεις του, οι οποίες προκάλεσαν έντονη συζήτηση και προβληματισμό, βρίσκονταν σε ευθεία αντίθεση με την κυρίαρχη, στην ελληνική ιδεολογία της εποχής, θεωρία της παγκοσμιοποίησης και της απομείωσης του ρόλου των εθνών-κρατών, εντέλει και των ίδιων των εθνών. Έτσι ο Κονδύλης, ενώ μέχρι τη δεκαετία του ’80 γινόταν αποδεκτός από το πνευματικό κατεστημένο «της αριστεράς και της προόδου», ως ένας αναγνωρισμένος φιλόσοφος στη… Γερμανία, έστω και αιρετικός, τώρα πια έμπαινε σε ευθεία αντιπαράθεση μαζί του, ιδιαίτερα μετά το επίμετρό του στη Θεωρία του Πολέμου, που αφορούσε τις ελληνοτουρκικές σχέσεις και υποστήριζε πως η Ελλάδα είτε θα αντιταχθεί στον τουρκικό επεκτατισμό είτε θα υποταχθεί σε αυτόν.

Στη δεκαετία του ’90 λοιπόν, θα γίνει γνωστός από τα έργα του για τη γεωπολιτική, τον πόλεμο και τη μοίρα του ελληνισμού, και έτσι θα αποκτήσει πρόσβαση σε ένα ευρύτερο κοινό. Σε αντίθεση με την αφετηριακή του αντίληψη, μιας «απομάκρυνσης από τα εγκόσμια», θα αρχίσει να εμπλέκεται σταδιακώς στις εγχώριες πολιτικές αντιπαραθέσεις, με αποτέλεσμα οι φιλοσοφικές καταβολές του έργου του να ξεχαστούν εν μέρει, ή να αγνοούνται. Αν μάλιστα παρατηρήσει κανείς προσεκτικά τα τελευταία του κείμενα, και ιδιαίτερα τις τρεις μεγάλες συνεντεύξεις, που δημοσιεύθηκαν λίγο πριν από τον θάνατό του, θα διακρίνει αδιαμφισβήτητα μία σταδιακή μετεξέλιξη και της ίδιας της φιλοσοφικής σκέψης του. Αρχίζει να αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως μέρος του ελληνισμού, τάσσεται υπέρ του ενδογενούς εκσυγχρονισμού και εγκαταλείπει εντελώς τη «διεθνιστική» ευαισθησία των ιδεολογικών καταβολών του στον «αντιπατριωτικό» κριτικό μαρξισμό.

Η θεωρητική του απομάκρυνση από τις κανονιστικές ιδεολογίες είχε λειτουργήσει ως όχημα για μια «ψυχρή», αποστασιοποιημένη και περισσότερο αντικειμενική θεώρηση των διεθνών σχέσεων και της θέσης του ελληνικού έθνους-κράτους στον κόσμο.

Δυστυχώς, το νήμα της ζωής του κόπηκε σε μια κομβική, ίσως, στιγμή της ίδιας της πνευματικής του πορείας. Πάντως, όλα αυτά παραμένουν υποθέσεις και θα πρέπει να περιοριστούμε στο υπαρκτό έργο του.
Σε αυτό λοιπόν το τεύχος του ν. Λόγιου Ερμή, εκτός από το προαναφερθέν κείμενο του Ρεϋμόνδου Πετρίδη, δημοσιεύονται τα εξής κείμενα: Ο Μελέτης Μελετόπουλος, από αδημοσίευτη μελέτη του, παραθέτει ένα εκτενές απόσπασμα με βιογραφικά στοιχεία για τον Παναγιώτη Κονδύλη ο Σπύρος Κουτρούλης αναφέρεται στις απόψεις του περί έθνους, ο Γιάννης Ταχόπουλος προβαίνει σε μία σύγκριση μεταξύ Καστοριάδη και Κονδύλη. Θα πρέπει να σημειώσουμε πως αυτή η πρώτη απόπειρα σύγκρισης ανάμεσα στους δύο στοχαστές παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον, δεδομένου ότι και οι δύο συνδέονται πνευματικά με μία κοινή ρίζα στον «κριτικό μαρξισμό», που είχε ως αφετηρία τον Άγη Στίνα. Τέλος, για να κάνουμε ευκολότερη την πρόσβαση του αναγνώστη στο έργο του, αναδημοσιεύουμε ένα μεγάλο μέρος από την τελευταία συνέντευξή του στον Σπύρο Κουτρούλη, το 1998.
Στα επόμενα τεύχη του περιοδικού θα δημοσιευθούν, μεταξύ άλλων, κείμενα του Φώτη Δημητρίου, του Γιώργου Ευαγγελόπουλου, του Θεόδωρου Ζιάκα, του Γιάννη Ιωαννίδη, του Γιώργου Καραμπελιά, του Γιώργου Μερτίκα, του Μιχάλη Μερακλή, ενώ θα δημοσιευτούν ανέκδοτα κείμενα, επιστολές κ.λπ.

Δευτέρα 14 Ιουλίου 2014

Η υπέρβαση της μεταπολίτευσης και ο «εκσυγχρονισμός της παράδοσης» «επιστολή στον Αλέξη Τσίπρα» - Του Γιώργου Καραμπελιά



Η υπέρβαση της μεταπολίτευσης και ο «εκσυγχρονισμός της παράδοσης»

«επιστολή στον Αλέξη Τσίπρα»

Του Γιώργου Καραμπελιά από τη Ρήξη φ. 106
Η χώρα βρίσκεται σε μια κομβική στιγμή ολοκλήρωσης των σχεδιασμών του μνημονίου, δηλαδή της μετατροπής της Ελλάδας σε Μπανανία, σε μια δυαδική κοινωνία, όπου τα δύο τρίτα ή τρία τέταρτα του πληθυσμού θα υποστούν μια βίαιη συρρίκνωση των εισοδημάτων τους, αλλά προπαντός θα μεταβληθούν σε φτηνούς απασχολήσιμους.
Οι υπηρέτες της τρόικας και του Σόιμπλε έχουν δίκιο όταν ισχυρίζονται πως το μνημόνιο τελειώνει. Τελειώνει, διότι ακριβώς ολοκληρώνει το έργο του. Είναι λάθος η αντίληψη πως το μνημόνιο και η ύφεση θα συνεχίζονται εσαεί. Η ελληνική οικονομία βγαίνει φέτος από την ύφεση στηριγμένη στην τουριστικοποίηση των πάντων και προπαντός των ακτών, στη μείωση των μισθών, στη διάλυση του κοινωνικού κράτους.
Από τη δεκαετία του 1980 οι «εμπειρογνώμονες» του ΟΟΣΑ, της Παγκόσμιας Τράπεζας, του ΔΝΤ, επαναλαμβάνουν πως η Ελλάδα όπως διαμορφώθηκε μετά τη μεταπολίτευση, αποτελούσε μία εξαίρεση στην πολιτική της απορύθμισης του κράτους και της ελαστικοποίησης της εργασίας που ξεκίνησε με τη Θάτσερ στην Αγγλία. Αυτή λοιπόν η ελληνική εξαίρεση έλαβε τέλος με το χειρότερο δυνατό τρόπο. Μέσα σε πέντε χρόνια μειώθηκαν κατά διακόσιες χιλιάδες οι εργαζόμενοι στον δημόσιο τομέα, και έπεται συνέχεια, κατέρρευσαν τα μεροκάματα και η κοινωνική ασφάλιση, οι συντάξεις, το εκπαιδευτικό σύστημα, η υγεία. Οι κοινωνικές ανισότητες διευρύνονται, οι δημόσιες επιχειρήσεις ιδιωτικοποιούνται και κομματιάζονται, το ελληνικό πολιτικό σύστημα μεταβάλλεται σε σύστημα μειωμένης κυριαρχίας αποικιακού χαρακτήρα.
Για όλους αυτούς τους λόγους, και πολλούς άλλους ακόμα, που δεν μπορούμε εδώ να απαριθμήσουμε, ο ελληνικός λαός θα ήταν διατεθειμένος και εδώ και χρόνια αναζητά μία πολιτική απάντηση που θα θέσει ένα φραγμό στην καταστροφή, θα ανορθώσει δικαιώματα, θα αποκαταστήσει στοιχειωδώς την ανεξαρτησία της χώρας. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια, το κόμμα σας, ο ΣΥΡΙΖΑ, απέκτησε μία προτεραιότητα έναντι των άλλων αντιπολιτευόμενων δυνάμεων και μεταβλήθηκε στη μόνη άμεση δυνατότητα κυβερνητικής απάντησης στη μνημονιακή λαίλαπα.
Και όμως, όπως φάνηκε και από τις πρόσφατες εκλογές, αυτοδιοικητικές και ευρωπαϊκές, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπόρεσε να πείσει ένα μεγάλο μέρος του ελληνικού πληθυσμού και να αποκτήσει χαρακτηριστικά πλειοψηφικού ρεύματος. Γιατί άραγε; Μήπως η πλειοψηφία των Ελλήνων δεν στρέφεται ενάντια στη μνημονιακή πολιτική; Προφανώς, όχι. Τα κόμματα που υποστηρίζουν το μνημόνιο και την κυβέρνηση συγκέντρωσαν στις πρόσφατες εκλογές κάτι περισσότερο από ενάμισι εκατομμύριο ψήφους, δηλαδή μόλις το 20% του εκλογικού σώματος (αν συνυπολογίσουμε το τεράστιο ποσοστό της αποχής). Εν τούτοις, και το κόμμα σας, ο ΣΥΡΙΖΑ, συγκέντρωσε ακόμα μικρότερο αριθμό ψήφων, παρ’ ότι ανεδείχθη πρώτο κόμμα στης ευρωεκλογές και μάλλον καταποντίστηκε στις περισσότερες αυτοδιοικητικές αναμετρήσεις.
Το ερώτημα που θέτουν όλοι οι Έλληνες πολίτες είναι πώς και γιατί συνέβη κάτι τέτοιο.
Πώς και γιατί τη στιγμή που οι άθλιοι υπάλληλοι της τρόικας και του Σόιμπλε κομματιάζουν και ιδιωτικοποιούν τη σημαντικότερη επιχείρηση της χώρας, τη ΔΕΗ, ενώ βγάζουν στο σφυρί το Ελληνικό, τα λιμάνια και τις ακτές της χώρας, δεν συγκροτείται ένα πλειοψηφικό ρεύμα.
Οι απαντήσεις είναι πολλές, και γνωρίζουμε αρκετές από αυτές. Η έλλειψη παραγωγικής βάσης της χώρας και η κυριαρχία ενός παρασιτικού μοντέλου, έχουν κάνει τους Έλληνες να φοβούνται πως η αντίσταση στους δανειστές μπορεί να οδηγήσει στα χειρότερα. Και έτσι, περνούν διαδοχικά από την ανίσχυρη αγανάκτηση στην κατάθλιψη ή/και στα δυο μαζί. Κατά δεύτερο λόγο, διότι η κατάρρευση των σοσιαλιστικών καθεστώτων έχει κάνει τις κοινωνίες πιο δύσπιστες και συντηρητικές. Τρίτον, διότι οι γεωπολιτικές πραγματικότητες της περιοχής, από την πρώην Γιουγκοσλαβία έως την Ουκρανία και τη Συρία, καθώς και τα υπαρκτά εθνικά προβλήματα στην Κύπρο, το Αιγαίο, τη Θράκη, τους κάνει να είναι φοβισμένοι και επιφυλακτικοί. Τέλος, αλλά όχι ελάχιστο, διότι τα συχνά αντιφατικά μηνύματα που εκπέμπει το κόμμα σας, ως συνέπεια της ταχύτατης ανάπτυξής του, δεν προσφέρουν τα αναγκαία εχέγγυα εμπιστοσύνης. Και αυτό φάνηκε ιδιαίτερα στο επίπεδο των τοπικών εκλογών, διότι το κόμμα σας δεν διαθέτει εκείνο το κατάλληλο στελεχιακό δυναμικό αναγνωρισμένο από τους πολίτες, το οποίο να μπορεί να αποτελέσει την αφετηρία για τη συγκρότηση ενός λαϊκού μετώπου στη βάση των κοινωνιών.
Όλα αυτά αποτελούν συνέπεια του μεγάλου πολιτικού κενού που άφησαν τα δύο κυρίαρχα κόμματα της μεταπολίτευσης μετά τη μνημονιακή τους υποστροφή. Δεν θα ήταν αρκετά όμως, για να εξηγήσουν αυτό τον μεγάλο δισταγμό των Ελλήνων πολιτών, αλλά και του εκλογικού σώματος. Θα πρέπει να ψάξουμε πιο πέρα για να ανιχνεύσουμε τις αιτίες αυτής της παράδοξης ισορροπίας του πολιτικού συστήματος και της αφωνίας της ελληνικής κοινωνίας. Για ποιο λόγο, άραγε, ακόμα και εμείς, που εδώ και χρόνια παλεύουμε, για να μπει ένας φραγμός στην αποικιοποίηση και καταστροφή της ελληνικής κοινωνίας δεν συντασσόμαστε μαζί σας;
Παρά τις διαφωνίες και επιφυλάξεις μας, θα είμαστε έτοιμοι να κάνουμε ένα τέτοιο βήμα, με μια βασική προϋπόθεση. Την αναγνώριση από μέρους σας ενός θεμελιώδους γεγονότος, ότι δηλαδή η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζει απλώς μια οικονομική κρίση έστω και τεραστίων διαστάσεων, αλλά κυριολεκτικώς κρίση υπάρξεως, δεδομένου ότι η ελληνική κοινωνία βρίσκεται σε μια βαθύτατη παρακμή. Και για να απαντηθεί αυτό το ζήτημα θα πρέπει να πραγματοποιηθεί μια βαθύτατη κριτική στις αξίες της ίδιας της μεταπολίτευσης, κατ’ εξοχήν των είκοσι τελευταίων χρόνων. Μια κριτική στις αξίες που οδήγησαν στη διάλυση του κοινωνικού ιστού και την ατομικοποίηση της κοινωνίας, τις αξίες της παγκοσμιοποίησης, του εθνομηδενισμού, της απεμπόλησης των εθνικών μας δικαίων, της καταστροφής της εκπαίδευσης, προπαντός της δημογραφικής μας κατάρρευσης. Θα έπρεπε να αμφισβητηθούν οι αξίες της ψευδοπολυπολιτισμικής κοινωνίας, να προβληθεί η σημασία της ταυτότητας, θα έπρεπε δηλαδή να διατυπωθεί ένα νέο πρόταγμα στην ελληνική κοινωνία, που να θέτει ως κύριο στόχο τη δημιουργική υπέρβαση της μεταπολίτευσης, προς την κατεύθυνση μιας επιστροφής του ελληνισμού. Μιας «επιστροφής» που δεν θα έχει παρελθοντολογικά χαρακτηριστικά και παράλληλα θα αρνείται τον εισαγόμενο εκσυγχρονισμό, προτάσσοντας ως νέα «μεγάλη ιδέα» τον εκσυγχρονισμό της παράδοσής μας. Δηλαδή, την ενδογενή παραγωγική ανασυγκρότηση, τον συνδυασμό και τη μετεξέλιξη της παράδοσης με βάση τα σύγχρονα δεδομένα, την απόρριψη τους παρασιτισμού.
Και όμως, αντ’ αυτών, το κόμμα σας συνεχίζει να επικαλείται το «βάθεμα» της μεταπολίτευσης, ή μια «μεταπολίτευση του λαού», λες και δεν μας έφτασε όση ζήσαμε, αρνούμενο να κατανοήσει πως η απαραίτητη προϋπόθεση για να υπερβούμε την κρίση είναι ακριβώς η ριζική κριτική της μεταπολίτευσης και των αξιών της.
Πώς λοιπόν, ενώ θέλουμε να βάλουμε φραγμό στο ξεπούλημα της ΔΕΗ, να σας εμπιστευτούμε, όταν δεν βάζετε ως πρώτη εθνική προτεραιότητα το δημογραφικό ζήτημα, και το θεωρείτε ζήτημα που ανήκει στην «ιδεολογική φαρέτρα της συντήρησης», και δεν βλέπετε ότι η γήρανση του πληθυσμού της Ελλάδας, εκτός από όλες τις άλλες αρνητικές συνέπειες και τον σταδιακό θάνατο ενός πολιτισμού, οδηγεί και στον συντηρητισμό. Πώς είναι δυνατόν να μη θεωρείτε ως κεντρικό ζήτημα της ελληνικής κοινωνίας την παράνομη μετανάστευση, που οδηγεί και στην επέκταση της μαύρης εργασίας, αλλά κυρίως στην ίδια την αλλοίωση της σύνθεσης του πληθυσμού σε μια συνοριακή περιοχή του πλανήτη, με δεδομένες τις ορέξεις και τους στόχους της νεοθωμανικής Τουρκίας, που τροφοδοτεί διαρκώς το φαινόμενο; Και αντίθετα, να συντάσσεστε με τις ομάδες που στο ίδιο το εσωτερικό του κόμματός σας μιλούν για ανοικτά σύνορα ή, στην καλύτερη περίπτωση, υποβαθμίζουν και υποτιμούν το ζήτημα, γινόμενοι οι κύριοι τροφοδότες της Χ.Α. και του ρατσισμού.
Πώς να αγνοήσουμε την υποτίμηση της νεοθωμανικής απειλής που, από την Κύπρο ως τη Θράκη, και από τα Σκόπια ως την Αλβανία, θέλει να δημιουργήσει συνθήκες εκ νέου υπαγωγής στην τουρκική σφαίρα επιρροής; Γεγονός που επιβεβαιώθηκε περίτρανα με τη σκανδαλώδη απομάκρυνση μιας Ρομά συμπατριώτισσάς μας που διεκδικούσε την ελληνικότητά της, από το ευρωψηφοδέλτιο του κόμματός σας;
Και πολλά άλλα ακόμα, που αφορούν στην εκπαίδευση και την κατεύθυνσή της, στην ανώτατη παιδεία και τις αξίες που ενσταλάζει στις νέες γενιές, κ.λπ., κλ.π.
Πώς λοιπόν, μετά από όλα αυτά, εμείς και εκατοντάδες χιλιάδες και αν όχι εκατομμύρια Έλληνες, που θέλουμε να διώξουμε τους τροϊκανούς και τους λακέδες τους, που θέλουμε να βάλουμε φραγμό στην εκποίηση της χώρας μας, να σας δώσουμε τη συναίνεσή μας όταν φοβούμαστε τα χειρότερα στους τομείς που προαναφέραμε;
Γι’ αυτούς τους λόγους, το κόμμα σας δεν μπορεί να αποκτήσει πλειοψηφικά χαρακτηριστικά, γι’ αυτούς τους λόγους παρατηρείται πολυδιάσπαση και γι’ αυτούς τους λόγους είστε υποχρεωμένοι, επειδή δεν μπορείτε να στηριχθείτε στον λαό και μόνο, να κάνετε συμβιβασμούς, ελιγμούς, και να συναλλάσσεσθε με «ανακτορικούς» και πρεσβείες.
Για όλους αυτούς τους λόγους, εμείς τουλάχιστον δεν μπορούμε να σας δώσουμε λευκή επιταγή, αλλά αντίθετα, θεωρούμε ως προϋπόθεση τη δημιουργία ενός πολιτικού πόλου που θα συνδυάζει την κοινωνική διάσταση με τον πατριωτισμό και θα θέτει ως πρωταρχικό του στόχο την ανακοπή της παρακμής και την αναγέννηση της Ελλάδας, με τους εργαζόμενους στην πρωτοπορία.
Πιστεύουμε πως ένας τέτοιος πόλος, που θα θέτει στη δημόσια σφαίρα αυτά τα ζητήματα, μπορεί να επηρεάσει θετικά και τη συζήτηση και τον προσανατολισμό της κοινωνίας στο σύνολό της, επομένως και του ίδιου του κόμματός σας. Όλα τα άλλα είναι προφάσεις εν αμαρτίαις και υπεκφυγές όσων δεν έχουν κατανοήσει το βάθος της κρίσης και, επομένως, την ανάγκη μιας κυριολεκτικής επανάστασης.

Πηγή: http://ardin-rixi.gr/