Δευτέρα 14 Ιουλίου 2014

Η επανάσταση της ελληνικής ανεξαρτησίας Γεωιστορικοί όροι και γεωπολιτική διάσταση - του Θεόδωρου Μπατρακούλη



     Η επανάσταση της ελληνικής ανεξαρτησίας
     Γεωιστορικοί όροι και γεωπολιτική διάσταση

Του Θεόδωρου Μπατρακούλη


Σ
υγγραφείς διαφόρων εποχών, οπτικών και οριζόντων θεωρούν ότι η «οθωμανική πραγματικότητα», συγκρητιστική ένωση περσικών, αραβικών, τουρκικών και βυζαντινών στοιχείων, ήταν κληρονόμος των μεγάλων ισλαμικών αυτοκρατοριών (Ομμεϋαδών, Αββασιδών) ή και της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Όσον αφορά τη βυζαντινή επίδραση, επιχειρήθηκε μια σχετικοποίησή της έναντι σχετικών υπερβολών[1]. Οι χώρες που κατακτούσαν οι Οθωμανοί εντάσσονταν στο ‘‘Darl Islam’’ (γή του Ισλάμ, «κόσμος της Λύτρωσης») κατ’ αντίθεσιν προς το «Darl Harb» (γή του Πολέμου, εχθρικός κόσμος των ‘‘απίστων’’)[2]. Μια από τις μορφές του Jihad, του ιερού καθήκοντος των μουσουλμάνων «να αγωνίζονται στον δρόμο του Αλλάχ»[3], αποτελεί και ο ιερός πόλεμος για την επέκταση του Ισλάμ[4]. Αυτός θεωρείτο φυσική κατάσταση, ενώ η ειρήνη επιβαλλόταν μόνον όταν καθίστατο αδύνατη η νίκη των μωαμεθανών. Ο μόνος τρόπος για να αποφύγουν οι ‘‘άπιστοι’’ την εξολόθρευση ήταν να ζητήσουν έλεος προτού αρχίσουν οι εχθροπραξίες και να γίνουν φόρου υποτελείς υπό την προστασία του μουσουλμάνου ηγεμόνα. Ο οθωμανικός κόσμος διαιρείτο κυρίως σε δύο κοινωνικοπολιτικά σύνολα, τον κόσμο των πιστών (: mü’min) και εκείνο των απίστων (: kâfir). Η κοινωνία θεωρείτο ως τμήμα του κράτους, το οποίο συνιστά το ίδιο mülk (= ιδιοκτησία, αλλά και τρόπο διοίκησης, κοσμική αρχή, δικαίωμα χρήσης)[5]. Το δικαίωμα είσπραξης των φόρων μεταβιβαζόταν σε διακεκριμένους πολεμιστές σε αντάλλαγμα των στρατιωτικών υπηρεσιών τους (τιμαριούχοι). Οι δομές της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, ακόμα και στο απόγειό της (15ος-16ος αιώνες), μπορούν να χαρακτηριστούν αρχαϊκές[6]. Στους υπηκόους του σουλτάνου που ήταν πιστοί του Χριστιανισμού και του Ιουδαïσμού (zimmi) αναγνωριζόταν ανεκτική μεταχείριση[7]. Όμως, μολονότι η Οθωμανική αυτοκρατορία δεν αποτελούσε ‘‘ταξικό κράτος’’, εις βάρος των φόρου υποτελών μη μουσουλμάνων, των ραγιάδων, υφίσταντο διακρίσεις και περιορισμοί (κεφαλικός φόρος, απαγόρευση κατοχής γης επί μεγάλη χρονική περίοδο, ίππευσης αλόγων, διατήρησης στρατιωτικών σωμάτων, κλπ). Μολονότι ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως και ο ορθόδοξος κλήρος ενσωματώθηκαν με επιτήδειο τρόπο στην διοίκηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με σουλτανικά φιρμάνια[8], ο κατακτητής απλώς ανεχόταν την ορθόδοξη Εκκλησία. Τα προνόμια απονομής δικαιοσύνης που είχε αυτή κινούνταν στο πλαίσιο της συνήθους διαιτητικής διαδικασίας[9]. Εξάλλου, υφίστανται ζητήματα όσον αφορά την αξιολόγηση της σχέσης του νεότερου και μεσαιωνικού Ελληνισμού με τη Δύση[10].
     Είναι γνωστή η άποψη ότι το νεοελληνικό κράτος δεν θα μπορούσε να ιδρυθεί και να επιβιώσει χωρίς τη συνδρομή των ευρωπαϊκών Δυνάμεων[11]. Θα επιχειρηθεί η ανάδειξη ορισμένων γρωιστορικών/γεωπολιτικών όρων αυτού του ζητήματος. Ο όρος Ανατολικό Ζήτημα εκφράζει τα πολύπλοκα προβλήματα που δημιουργήθηκαν στη Χερσόνησο του Αίμου, τα Στενά και τη Μικρά Ασία. Αυτά συνδέονταν με την όλο και εντονότερη παρουσία της Ρωσίας στον Εύξεινο Πόντο και με τις απαιτήσεις της για διέξοδο στη Μεσόγειο, καθώς και με την ανάπτυξη των απελευθερωτικών κινημάτων των βαλκανικών λαών. Ωστόσο, το Ανατολικό Ζήτημα γεννήθηκε από την πολλαπλή κρίση που κλόνισε την Οθωμανική Αυτοκρατορία από το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα[12]. Η κατάσταση της πλειονότητας των μη μουσουλμάνων επιδεινωνόταν. Οι όλο και συχνότερες αυθαιρεσίες (πασάδων, αξιωματούχων, γενιτσάρων) αύξαναν την δυσαρέσκειά τους[13]. Από τα τέλη του αιώνα, το οθωμανικό οικοδόμημα ήταν αντιμέτωπο με την ανάπτυξη κινήσεων εθνικής αφύπνισης των υποδούλων χριστιανικών λαών, με τις επιδιώξεις ορισμένων επαρχιακών διοικητών να ενισχύσουν την αυτονομία των περιοχών τους είτε να τις ανεξαρτητοποιήσουν (Αλή πασάς Ιωαννίνων, Οσμάν Πασβάνογλου Βιδινίου, Κωνσταντίνος Υψηλάντης - οσποδάρος Βλαχίας)[14] καθώς και με τις βλέψεις των Δυνάμεων. Το ουσιωδέστερο πρόβλημα ετίθετο ως εξής: το Οσμανικό κράτος έπρεπε να μείνει ακέραιο ή να διανεμηθεί ανάμεσα στις Δυνάμεις και τα χριστιανικά έθνη, που διεκδικούσαν την ανεξαρτησία τους, τοποθετούμενα υπό την «προστασία» των τελευταίων;[15] Ωστόσο, η προβληματική αυτή τόνιζε πολύ ανοιχτά τα συμφέροντα των Δυνάμεων. Ο Εduard Driault (1864-1947) όρισε την ιστορία του Ανατολικού Ζητήματος ως την «ιστορία της προόδου των γειτονικών χωρών σε βάρος των μουσουλμανικών κρατών»[16]. Στον Αlbert Sοrel αποδίδεται η φράση «από την στιγμή που υπήρξαν Τούρκοι στην Ευρώπη, υπήρχε ένα Ανατολικό Ζήτημα». Υπήρξαν σχέδια και απόπειρες των χριστιανικών δυνάμεων να διωχτούν οι Τούρκοι από την Ευρώπη και να διαμελιστεί το οθωμανικό κράτος, αλλά αυτό μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα, τον απέφυγε[17].
Στον οθωμανοκρατούμενο ελληνικό κόσμο εκδηλώθηκαν διάφορα επαναστατικά κινήματα –ορισμένα είχαν περιορισμένη υποστήριξη από ευρωπαϊκές δυνάμεις– με ατυχή, ωστόσο, αποτελέσματα[18]. Mέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1770, οι υπόδουλοι είχαν στηρίξει τις ελπίδες απελευθέρωσής τους στη Ρωσία. Mετά την εξασθένηση της στρατιωτικοφεουδαρχίας και την ανάδυση της αστικής τάξης, εκπρόσωποι της τελευταίας άρχισαν να υιοθετούν μαχητική στάση απέναντι στο Οθωμανικό κράτος[19].  Ιδιαίτερη σημασία έχει το ζήτημα της γέννησης/διαμόρφωσης ελληνικής ‘‘αστικής’’ τάξης (κυρίως καραβοκυραίων και βιοτεχνών)[20] και του ρόλου της[21]. Στην Τουρκοκρατία αναπτύσσονταν μεταναστευτικές κινήσεις ελληνικών πληθυσμών, οι οποίες ενισχύονταν κατ’ αναλογίαν προς το μέγεθος και την έκταση των αυθαιρεσιών των οθωμανικών (κεντρικών ή τοπικών) αρχών. Σε διάφορες περιοχές πραγματοποιούνταν εγκαταστάσεις[22] εμπόρων, τεχνιτών, ναυτικών, που εγκατέλειπαν τους τόπους καταγωγής τους για να αποφύγουν πράξεις καταπίεσης και αυθαιρεσίας, συχνά πρακτικές βαριάς ή/και παράνομης φορολογίας/φοροείσπραξης[23]. Ενα αξιόλογο τμήμα των Ελληνορθόδοξων (Ρωμιοί, Ρούμ μιλλέτ)[24] αποτελούσαν, από το πρώτο τρίτο του 18ου αιώνα, ιδιαίτερα σημαντική μερίδα του αστικού στοιχείου της Αυτοκρατορίας. Επαιζαν θεμελιώδη ρόλο στον εκδυτικισμό της οθωμανικής πραγματικότητας[25]. Ως έμποροι, στο εσωτερικό και πέραν των συνόρων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, οι Ελληνορθόδοξοι ήταν το πιο ανεπτυγμένο στοιχείο αυτού του πολυεθνικού σχηματισμού[26]. Αποκόμιζαν σημαντικό πλούτο –ιδιαίτερα από το ναυτεμπόριο– και είχαν την αναμφισβήτητη υπεροχή μεταξύ των μη μουσουλμάνων[27]. Τομή αποτέλεσε η ανεξαρτητοποίηση από τους ξένους οίκους Ελλήνων εμπόρων που αναλάμβαναν σημαντικές πράξεις στο εξωτερικό εμπόριο[28]. Πριν από την επανάσταση, εκδηλώθηκε σοβαρή κρίση σαν συνέπεια της εξάπλωσης της βιομηχανικής επανάστασης στη Δύση, η οποία έθιξε την ελληνική ναυτιλία και έπνιξε το έμβρυο μιας βιοτεχνικής παραγωγής -σε ακμή στα πρώτα χρόνια του 19ου αιώνα[29].
     Το Ανατολικό Ζήτημα μπορεί να αποκωδικοποιηθεί μέσω της ανάλυσης της στάσης των Δυτικών Δυνάμεων έναντι της Ρωσίας. Η συνθήκη του Τιλσίτ –μεταξύ Γαλλίας, Ρωσίας, Αυστρίας, Ιούλιος 1807, έμεινε ανεκτέλεστη– κατέδειξε τις διαθέσεις του Ρώσου και του Γάλλου αυτοκράτορα έναντι της Κωνσταντινούπολης και των Στενών. Ο Nαπολέων Α΄ αρνήθηκε να διαμελίσει την Οθωμανική Αυτοκρατορία σε συνεννόηση με τη Ρωσία, εξ αιτίας διαφωνίας επ’αυτών των εξαιρετικά στρατηγικών σημείων. Η αξίωση του Τσάρου Αλέξανδρου Α΄, που έθετε ως αναγκαία προϋπόθεση αυτής της συμμαχίας την παραχώρησή τους στη Ρωσία, αποτέλεσε το μεγάλο εμπόδιο:
Η Κωνσταντινούπολη είναι ένα από τα πολυτιμότερα κλειδιά και μόνη της αξίζει όσο μια Αυτοκρατορία. Αυτός που την εξουσιάζει μπορεί να κυβερνά τον κόσμο[30].
Στον ευρύτερο χώρο του Ανατολικού Ζητήματος έλαβαν χώρα η απόπειρα υλοποίησης του «μεγάλου σχεδίου για την Ανατολή» του Ναπολέοντα και η μεγαλομανής καταστροφική εκστρατεία του στη Ρωσία[31]. Αν και η Ανατολή δεν συζητήθηκε πολύ στο Συνέδριο της Βιέννης το «Ανατολικό Ζήτημα» αποτέλεσε το πιο εκρηκτικό ζήτημα στις διεθνείς σχέσεις, κυρίως στην μετά το 1815 εποχή. Οι κατά καιρούς αντιοθωμανικές κινήσεις της Ρωσίας στα Βαλκάνια προκαλούσαν την αντίδραση της Γαλλίας και της Αγγλίας και επέφεραν σύγκλιση των διπλωματικών και στρατιωτικών ενεργειών των δύο μεγάλων ναυτικών δυνάμεων, με τις οποίες συνασπίζονταν, περιστασιακά, και άλλα ευρωπαϊκά κράτη. Στο πέρασμα από τον 17ο στον 18ο αιώνα, ο Φαναριώτης Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος ο «εξ απορρήτων» (1641-1709) περιέγραψε παραστατικά, από γεωπολιτική άποψη, αυτή την κατάσταση, λέγοντας ότι τα νερά της Μαύρης Θάλασσας θεωρούνταν από την σουλτανική κυβέρνηση (Divan) ως ο «υμένας» της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Κάθε βοήθεια των Δυτικών Δυνάμεων στον Σουλτάνο προσδιοριζόταν από την δυνατότητά του να απαγορεύει την έξοδο των Ρώσων στις «θερμές θάλασσες». Οι προαναφερόμενες εξελίξεις επηρέασαν καθοριστικά τα πολιτικά πράγματα στην Ελλάδα, πριν και κατά την διάρκεια της Επανάστασης του 1821[32].
Κατά τον ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1768-1774, μολονότι απέτυχε η εξέγερση στην Πελοπόννησο, πραγματοποιήθηκε μια επιδίωξη διαφόρων χριστιανικών δυνάμεων από την αυγή των «Νέων Χρόνων»: η καταστροφή του oθωμανικού στόλου στο Τσεσμέ (Κρήνη, Μάιος 1770) επέφερε την εξουδετέρωση της θαλάσσιας οθωμανικής ισχύος. Με την συνθήκη του Κιουτσούκ Καïναρτζή (1774) -επέτρεψε στη Ρωσία να συμμετάσχει στο προνομιακό καθεστώς των διομολογήσεων- οι Οθωμανοί αναγκάστηκαν να αποδεχθούν ταπεινωτικούς όρους:
α) Αναγνώρισαν το δικαίωμα ελεύθερου διάπλου από τα Στενά στα ρωσικά εμπορικά πλοία, πράξη που «σηματοδότησε την αφετηρία μιας νέας περιόδου από την άποψη, είτε του πεπρωμένου του οθωμανικού κράτους, είτε της θέσης των Στενών μέσα σε αυτό»[33].
β) Αποδέχτηκαν δικαιώματα παρέμβασης της Ρωσίας υπέρ της ορθόδοξης Εκκλησίας και των υπηκόων τους που ήταν πιστοί της. Με το άρθρο 11 της συνθήκης, ο Τσάρος απέκτησε δικαίωμα διορισμού προξένων σε όλη την οθωμανική επικράτεια (με σημαντική καθυστέρηση συγκριτικά με την εγκαθίδρυση προξενικών δικτύων των άλλων ευρωπαϊκών κρατών[34]) και αναγνωρίστηκε προστάτης των Ορθοδόξων σ’ αυτήν[35].
 γ) Αποποιήθηκαν την (από το 1475) επικυριαρχία τους επί του Χανάτου της Κριμαίας και επί των μουσουλμάνων Τατάρων των βορείων ακτών του Ευξείνου Πόντου. Αυτοί απέκτησαν την ανεξαρτησία τους και το 1484 απορροφήθηκαν από τη Ρωσία.
Η συνθήκη του Κιουτσούκ Καïναρτζή ευνόησε την ανάπτυξη του ελληνικού εμπορίου, ιδιαίτερα των ναυτικών δραστηριοτήτων. Οι νέες συνθήκες διευκόλυναν την αφύπνιση του εθνικού πνεύματος. Οι ρωσικές διομολογήσεις επαναβεβαιώθηκαν με έξι ρωσοτουρκικές συμφωνίες από το 1779 μέχρι το 1829. Με τη συνθήκη του Αïναλί-Καβάκ (1779) ο σουλτάνος παραχώρησε στη Ρωσία περισσότερα προνόμια από όσα σε οποιοδήποτε άλλο ευρωπαϊκό κράτος[36].
Το 1804, μια σερβική εξέγερση που στρεφόταν εναντίον των γενιτσάρων μετατράπηκε, υπό την ηγεσία ενός εύπορου χοιρεμπόρου, του Γεώργιου Πέτροβιτς (Καραγεώργεβιτς), σε πόλεμο κατά της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Μετά την σύναψη της συνθήκης του Τιλσίτ και την αποχώρηση του Κωνσταντίνου Υψηλάντη από τη Βλαχία, τα σχέδια για μια παμβαλκανική εξέγερση ατόνησαν. Οι Σέρβοι συνέχισαν τον αγώνα σχεδόν μόνοι τους. Τον Οκτώβριο του 1807, με την εγγύηση της Γαλλίας και της Ρωσίας, πέτυχαν την αναγνώριση της χώρας τους από τον σουλτάνο ως ημιαυτόνομης ηγεμονίας. Αλλά, το 1812, όταν υπό την απειλή του Ναπολέοντα, ο Τσάρος υπέγραψε ειρήνη με τον σουλτάνο στο Βουκουρέστι, οι Σέρβοι εγκαταλείφθηκαν στην τύχη τους. Ο Καραγεώργεβιτς νικήθηκε από τους Τούρκους και η καταστολή υπήρξε φοβερή.
Το Συνέδριο της Βιέννης (Οκτώβριος 1814 – Ιούνιος1815) συγκλήθηκε από τις νικήτριες δυνάμεις του αντιναπολεόντειου συνασπισμού, επιδιώκοντας συντονισμένη εφεξής δράση μεταξύ τους για: α) Την αποκατάσταση των προεπαναστατικών δομών κοινωνικής και πολιτικής εξουσίας. β) Την αποτροπή, στο μέλλον, αναστατώσεων, όπως εκείνες της περιόδου 1789-1814. γ) Την προώθηση μιας, σε κάποιο βαθμό, αναδιάρθρωσης της Ευρώπης[37]. Επαναχαράχθηκε ο χάρτης της ηπείρου σύμφωνα με τις επιδιώξεις για ισχύ των πέντε Μεγάλων Δυνάμεων (όρος που καθιερώθηκε στο Συνέδριο)[38], των νικητριών (Αυστρία, Βρετανία, Πρωσία, Ρωσία) και της Γαλλίας, με κύριο μέλημά τους την εξασφάλιση της ευρωπαϊκής ισορροπίας και την αποτροπή μελλοντικών επαναστατικών αναταράξεων[39]. Η Αγγλία προέκρινε την ικανοποίηση των αποικιοκρατικών αξιώσεών της, εξασφαλίζοντας στην Ευρώπη μόνο σημεία στήριξης ή ναυτικές βάσεις: τη νησίδα Ελιγολάνδη, ανοικτά της Δανίας, και στη Μεσόγειο τη Μάλτα και τα Ιόνια νησιά, σημεία που, μαζί με το Γιβραλτάρ που κατείχε ήδη, της προσπόριζαν στρατηγική θαλάσσια κυριαρχία. Το όνειρο του Τσάρου για ένωση της Ευρώπης υπό την ηγεμονία του ανησυχούσε τους Αυστριακούς και τους Άγγλους. Ο Αλέξανδρος Α΄ ενδιαφερόταν ιδιαίτερα για την τύχη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η διεκδίκηση ρόλου προστάτη των ορθοδόξων βαλκανικών λαών τον έφερνε σε ανταγωνισμό με την Αυστρία, που θεωρούσε την Χερσόνησο ως αποκλειστικά δικό της χώρο επέκτασης. Ο τσάρος φιλοδοξούσε να αποκτήσει και τον έλεγχο των Στενών, ώστε να διαθέτει έξοδο στην Ανατολική Μεσόγειο, στόχος που αντιπαρέθετε τη Ρωσία στην Αγγλία, απόλυτο ηγεμόνα στη Μεσόγειο. Η Ρωσία, αν και δεν έλαβε όσα επιθυμούσε, αποκόμισε τα μεγαλύτερα οφέλη (Φινλανδία, Βεσσαραβία) που την έφεραν πλησιέστερα στη Βαλτική θάλασσα και τον Εύξεινο Πόντο[40]. Εξάλλου, Αυστρία, Πρωσία και Ρωσία συνέστησαν την «Ιερά Συμμαχία», «ένα σύνδεσμο των απολυταρχικών ηγεμόνων εναντίον των λαϊκών βλέψεων που γεννήθηκαν από τη Γαλλική Επανάσταση»[41].
Ο ανταγωνισμός των ευρωπαϊκών Δυνάμεων στη Μεσόγειο εκδηλώθηκε και με μεταβολές στην κυριαρχία επί των νησιών του Ιονίου. Με την συνθήκη του Καμπο Φόρμιο –την υπέγραψαν η Γαλλία και η Αυστρία (Οκτώβριος 1797) και επέφερε διάλυση της Ενετικής Δημοκρατίας– παραχωρήθηκαν στη Γαλλία τα Ιόνια νησιά και οι ενετικές βάσεις στην Αλβανία. Το φθινόπωρο του 1798 ενωμένη μοίρα ρωσοτουρκικού στόλου κατέλαβε από κοινού τα Ιόνια νησιά. Πρώτος υπουργός Εξωτερικών της υπό ρωσική προστασία Επτανησιακής Πολιτείας έγινε το 1800 ο Ιωάννης Καποδίστριας. Μετά την ατυχή για τη Γαλλία έκβαση της αναμέτρησης στην Αίγυπτο, υπογράφηκε η συνθήκη της Αμιένης (27 Μαρτίου 1802): η Γαλλία παραιτείτο από τα Ιόνια νησιά, τα οποία θα σχημάτιζαν την ‘‘Πολιτεία των Επτά Ηνωμένων Νήσων’’, υπό την προστασία του σουλτάνου και της Ρωσίας[42]. Ωστόσο, οι Ρώσοι δεν μπόρεσαν να εδραιωθούν στην Ανατολική Μεσόγειο. Οι Βρετανοί, με την συνθήκη των Παρισίων της 5 Νοεμβρίου 1815 (συμβιβασμός που επιτεύχθηκε κατόπιν επίμονων ενεργειών του Ιωάννη Καποδίστρια, ενός εκ των πληρεξουσίων της Ρωσίας) έφθασαν στα Ιόνια νησιά[43]. Τα Επτάνησα, με τις εξαρτήσεις των (Σύμβαση της 21 Μαρτίου 1800), αναγνωρίστηκαν ως ελεύθερη και ανεξάρτητη Πολιτεία υπό το όνομα «Ηνωμέναι Πολιτείαι των Νήσων»[44]. Η Αγγλία, με το Σύνταγμα του 1817, επέβαλε την συγκρότηση εξαμελούς κυβερνητικού συμβουλίου («Γερουσία»), του οποίου ο πρόεδρος διοριζόταν από το βρετανικό Στέμμα, μετά από πρόταση του Άγγλου αρμοστή.
Νέα εξέγερση των Σέρβων το 1815 υποχρέωσε τον σουλτάνο να αναγνωρίσει τη Σερβία ως ημιαυτόνομη ηγεμονία με επί κεφαλής έναν άλλο χοιρέμπορο, τον Μίλος Ομπρένοβιτς. Στο μεταξύ Ελληνες κλέφτες είχαν συνταχθεί με τους Αγγλους, που δημιούργησαν στα Επτάνησα δύο ελληνικά αγήματα. Το 1812, οι Ελληνες είχαν υποβάλει (διά μέσου του ταγματάρχη Church) υπόμνημα προς την βρετανική κυβέρνηση, με το οποίο ζητούσαν βοήθεια για την απελευθέρωση της πατρίδας τους. Ωστόσο, τρεις μήνες μετά την υπογραφή της πρώτης συνθήκης του Παρισιού η αγγλική κυβέρνηση αφόπλισε τα ελληνικά αγήματα, ανταποκρινόμενη στις οθωμανικές διαμαρτυρίες.
Την πλέον καθοριστική στιγμή στην οργάνωση του Αγώνα αποτέλεσε η ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας. Η Φιλική Εταιρεία –ελληνική οργάνωση με βαλκανικές προεκτάσεις, που ανδρώθηκε στη ρωσική επικράτεια– και ο Αλέξανδρος Υψηλάντης επιδίωξαν τη συνεργασία με τους άλλους βαλκανικούς λαούς με στόχο μια συντονισμένη εξέγερση εναντίον της οθωμανικής κυριαρχίας, και πρώτα απ’ όλους με τους Σέρβους[45]. Σύμφωνα με το μυστικό «Γενικό Σχέδιο» της Επανάστασης, οι προσπάθειες της Εταιρείας θα συνέτειναν στη σύσταση ενός ελληνικού κράτους, βασιζόμενου σε ορισμένες φιλελεύθερες αρχές –αρχικά ίσως όχι τόσο σαφείς– αλλά θεωρούμενου και ως ανασύσταση της «Αυτοκρατορίας της Ρωμανίας»[46]. Εξάλλου, ο Υψηλάντης είχε στηρίξει σημαντικές ελπίδες στην εξέγερση του Αλή πασά των Ιωαννίνων κατά του σουλτάνου[47]. Η απόφαση του Υψηλάντη να πραγματοποιήσει το ηρωικό του εγχείρημα στις ηγεμονίες και να το επιταχύνει επηρεάστηκε από την εξέγερση του Τudοr Vladimirescu εναντίον της φαναριώτικης διοίκησης και των ντόπιων κτηματιών (βογιάρων). Οι Φιλικοί (Γ. Ολύμπιος) προσπάθησαν να χρησιμοποιήσουν την εξέγερση για την προώθηση των σκοπών τους, αλλά χωρίς επιτυχία. Στις 22 Φεβρουαρίου/6 Μαρτίου του 1821 ο Αλέξανδρος Υψηλάντης πέρασε τον Προύθο. Από το Ιάσιο απηύθυνε έκκληση στον Τσάρο για βοήθεια στους Ελληνες. Στο μικρό στρατό του (4.500 άνδρες) συγκαταλέγονταν Σέρβοι, Βούλγαροι, Μαυροβούνιοι, Μολδαβοί και 700 Ελληνες φοιτητές που συγκροτούσαν τον Ιερό Λόχο. H προσπάθεια του Υψηλάντη δεν βρήκε ανταπόκριση στον ηγεμόνα της Σερβίας Μίλος Ομπρένοβιτς[48]. Στο Συνέδριο του Λάιμπαχ, το οποίο αποτέλεσε «κατά πρώτο λόγο, έκφραση εκείνης της κυβέρνησης ολόκληρης της Ευρώπης την οποία στο Troppau δημιούργησε ο Μέττερνιχ»[49], ο τσάρος Αλέξανδρος Α΄ καταδίκασε ανοιχτά την ελληνική εξέγερση και καθαίρεσε τον Υψηλάντη από βαθμοφόρο του ρωσικού στρατού. Ο πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄, υπό τις πιέσεις της Πύλης, τον αφόρισε. Ο τσάρος ενέκρινε την είσοδο τουρκικών στρατευμάτων στις ηγεμονίες. Ο Υψηλάντης, εκτεθειμένος σε ολόκληρη την οθωμανική δύναμη, έδωσε μάχη στο Δραγατσάνι. Οι δυνάμεις του κατατροπώθηκαν. Πέρασε τα σύνορα της Αυστρίας, οι αρχές της οποίας τον φυλάκισαν. Μετά από εφτάχρονο εγκλεισμό χωρίς δίκη, πέθανε τον Ιανουάριο του 1828.
Ο Κλέμενς Μέττερνιχ από το 1808 είχε διακηρύξει ότι κάθε αλλαγή στον χώρο της Βαλκανικής θα άνοιγε το δρόμο για μια παρατεταμένη αναταραχή στην Ευρώπη[50]. Η ελληνική επανάσταση έθεσε σε σοβαρή δοκιμασία την «Ιερά Συμμαχία» και το «σύστημα Μέττερνιχ».  Αυτή η «ριπή του ανέμου» από τα Βαλκάνια έθεσε προβλήματα, ηθικά και υλικά, εντελώς διαφορετικά από εκείνα που είχαν δημιουργήσει τα πρόσφατα γεγονὀτα στην Κεντρική Ευρώπη. Από μια ενδεχόμενη επέμβαση δυνάμεων Συμμάχων στα Βαλκάνια θα επωφελείτο κυρίως η Ρωσία, όχι η Αυστρία [51]. Κατά την συνάντησή τους στο Λονδίνο, ο Μέττερνιχ και ο Κάσλρη βρέθηκαν σε θεμελιώδη συμφωνία στο ζήτημα της ελληνικής επανάστασης, επιδιώκοντας την αποτροπή μιας ένοπλης εμπλοκής της Ρωσίας. Ακολούθησε ανταλλαγή διπλωματικών διακοινώσεων ανάμεσα στο Λονδίνο και τη Βιέννη αφενός και την Πετρούπολη αφετέρου (τα έγγραφα του Τσάρου συνέτασσε ο υπουργός του των Εξωτερικών, ο Ιωάννης Καποδίστριας). Ο,τι δεν πέτυχαν τα επιχειρήματα του Κάσλρη, το κατόρθωσαν οι ευέλικτοι χειρισμοί του Μέττερνιχ. Αυτός προώθησε πρόταση για τη λύση του προβλήματος η οποία συνίστατο
στον διαχωρισμό μεταξύ των ζητημάτων που πήγαζαν από τουρκικές παραβιάσεις συνθηκών με τη Ρωσία, στην ακριβή τήρηση των οποίων αυτή η χώρα είχε το δικαίωμα να επιμείνει μονομερώς, και των ζητημάτων εκείνων που είχαν δημιουργηθεί λόγω της ελληνικής εξέγερσης[52].
Για τα πρώτα πρότεινε να αποτελέσουν θέμα ευρωπαϊκού συνεδρίου, στο οποίο υποσχέθηκε να αποδείξει τη φιλία της Αυστρίας με την υποστήριξη των καθαρώς ‘‘ρωσικών’’ αιτημάτων. Επεισε τον Τσάρο να εγκαταλείψει την προοπτική μονομερούς δράσης και να αποδεχτεί την συγκληση του Συνεδρίου της Βερόνα (1822)[53]. Η χρήση του όρου Ανατολικό Ζήτημα στην διπλωματική ορολογία εγκαινιάστηκε στο Συνέδριο της Βερόνα, για να περιγραφεί το πρόβλημα που αίφνης προέκυπτε στον γεωπολιτικό χώρο της Ανατολικής Ευρώπης και της Ανατολικής Μεσογείου με την εξέγερση των Ελλήνων κατά του σουλτάνου. Οι ηγεμόνες της Ιεράς Συμμαχίας, υιοθετώντας την ευρύτερη δυνατή αντίληψη, θεώρησαν τον σουλτάνο ως το «νόμιμο ηγεμόνα» των Ελλήνων. Ο τσάρος Αλέξανδρος Α΄ υποχώρησε απέναντι στην αποφασιστική αντίθεση του Μέττερνιχ, των Αγγλων και των Πρώσων[54]. Πείστηκε από τον επικεφαλής της διπλωματίας κόμη Νέσελροντ (μετά την αποχώρηση του Ιωάννη Καποδίστρια[55], διηύθυνε μόνος τη ρωσική εξωτερική πολιτική) να θυσιάσει τις διαθέσεις υποστήριξης των ομόδοξων Ελλήνων χάριν της προτεραιότητας των σκοπών της «Ιεράς Συμμαχίας» και της «Ευρωπαϊκής Συμφωνίας». Ετσι, όταν ξέσπασε η Επανάσταση στο Μοριά και στα δύο πρώτα χρόνια της οι διεθνείς συνθήκες ήταν εντελώς δυσμενείς για τις διεκδικήσεις των Ελλήνων.
Η ανομοιογένεια της κοινωνίας, οι διαφορετικές επιδιώξεις των στρωμάτων και ομάδων, η δουλεία στους Τούρκους, η ποικιλία των αιτίων καθιστούν δύσκολα τα συμπεράσματα αναφορικά με τον χαρακτήρα της επανάστασης του 1821. Η υπόδουλη ελληνική κοινωνία περιλάμβανε και προνομιούχα στρώματα που συνιστούσαν οργανικό στοιχείο του οθωμανικού διοικητικού μηχανισμoύ. Ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως εξελίχθηκε στην ουσία σε ένα είδος Οθωμανού υπουργού των εσωτερικών για τις υποθέσεις των Χριστιανών[56]. Προνομιούχες ομάδες ήταν οι Φαναριώτες αριστοκράτες[57] και οι προύχοντες, εύποροι Ελληνες γνωστοί και με τον οθωμανικό όρο κοτζαμπάσηδες (kocabasι). Από τον 15ο αιώνα είχε δημιουργηθεί και μια αριστοκρατία χριστιανών σπαχήδων τιμαριωτών[58]. Ορισμένοι από αυτούς κατόρθωσαν να εκμεταλλεύονται σημαντικά τμήματα γης, ιδιαίτερα κατά την μεταβατική οθωμανική περίοδο (1606-1774). Περί τα μέσα του ΙΖ΄ αιώνα ο πατριάρχης Ιεροσολύμων Νεκτάριος γράφει ότι στην Πελοπόννησο «οι άρχοντες του τόπου οι χριστιανοί όριζαν τους τόπους και τα χωριά, όπου έχουσι οι λεγόμενοι σπαίδες… Και εις καιρόν πολέμου έκαμναν και αυτοί σιφέρι ομοίως με τους Τούρκους, όπου ήταν του βασιλέως το πρόσταγμα»[59]. Ο αγώνας των επαναστατών του 1821 στρεφόταν πρωταρχικά εναντίον του οθωμανικού κράτους και των δομών και σχέσεων εξουσίας που διαμορφώθηκαν στο πλαίσιο του οθωμανικού συστήματος κατάκτησης και κυριαρχίας. Η επανάσταση είχε και κοινωνικό χαρακτήρα αλλά και σαφή εθνικοαπελευθερωτικά αιτήματα, όπως καταγράφονται στην Διακήρυξη της Α΄ Εθνοσυνέλευσης και στο προοίμιο του Συντάγματος της Επιδαύρου[60] και στα επόμενα Συντάγματα.
Ο αγώνας για την ανεξαρτησία της Ελλάδας είχε ευρεία ιστορική σημασία. Υπήρξε η κύρια εκδήλωση στη Ν/A Ευρώπη ενός επαναστατικού κύματος, το οποίο ήταν προϊόν διαφόρων παραγόντων. Ως κύριοι μεταξύ τους μπορούν να θεωρηθούν:
α) Tο πολύπτυχο κίνημα εθνικής αφύπνισης, κατάληξη πολύπλευρης μακραίωνης ιστορικής πορείας με αφετηρία το Βυζάντιο. Σημαντικοί σταθμοί της η δημιουργία «εξωκεντρικών» ελληνικών κρατών μετά το 1204, η αντίσταση του ελληνικού κόσμου (και μέσα στις φραγκοκρατούμενες περιοχές) και η συνακόλουθη αναζωογόνηση των ελληνικών σπουδών, της τέχνης και της φιλολογίας[61]. Κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κατάκτησης και κυριαρχίας, αναδύθηκε ένα πρωτότυπο ιστορικό σχήμα, από το οποίο γεννήθηκε η έννοια της «Eκκλησίας-κεφαλής του έθνους» και του «εθνάρχη» (οθωμανικός όρος Μιλέτμπασι)[62]. Ο ορθόδοξος κλήρος βρέθηκε επί κεφαλής ενός είδους «παθητικής αντίστασης» –κάποιες φορές έλαβε περισσότερο ενεργητικές μορφές– εναντίον των κατακτητών-κυρίαρχων[63]. Οι Έλληνες, όπως και οι άλλοι χριστιανικοί βαλκανικοί λαοί[64], διατήρησαν την ιδιαίτερη ταυτότητά τους χάρη στην ορθόδοξη θρησκεία. Στη λατρεία και στη ζωή της υπό τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως ορθόδοξης Εκκλησίας χρησιμοποιούνταν η ελληνική γλώσσα. Σημαντικοί παράγοντες της εθνικής επιβίωσης υπήρξαν η κοινοτική οργάνωση[65] -επικεφαλής των κοινοτήτων ήταν οι πρόκριτοι (δημογέροντες)- και η παιδεία, με όλους τους σοβαρούς περιορισμούς που επιβάλλονταν στην άσκησή της[66]. Eξάλλου, όπως γενικότερα στη Βαλκανική, αρκετοί Ελληνες αρνούνταν κάθε συνδιαλλαγή με τους κατακτητές αλλά και τους ομόθρησκούς τους άρχοντες και εξακολουθούσαν την ανυπότακτη ζωή τους επιλέγοντας τις πιο ορεινές και δύσβατες περιοχές[67]. Ηταν οι κλέφτες και αποτέλεσαν πρόπλασμα για τα στρατιωτικά σώματα της Επανάστασης του 1821.
β) Ο Διαφωτισμός[68] και η Γαλλική Επανάσταση του 1789. O ελληνικός Διαφωτισμός[69] αναπτύσσεται κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 18ου αιώνα, καθυστερημένα σε σύγκριση με την εκδήλωση και ανάπτυξη του φαινομένου στη δυτική Ευρώπη. Οι ιδέες του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού επηρέασαν τον τουρκοκρατούμενο ελληνικό χώρο όταν δημιουργήθηκαν κατάλληλες συνθήκες. Αυτό έγινε από τις αρχές του 18ου αιώνα με την ανάθεση σε Ελληνες της διακυβέρνησης των παραδουνάβιων ηγεμονιών, και αργότερα με τη συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή (1774). Η εξάπλωσή του Διαφωτισμού στον ελληνικό πνευματικό χώρο συμβατικά έχει διακριθεί σε τρεις περιόδους. Η προδρομική περίοδος (κύριοι εκπρόσωποι ο Ιώσηπος Μοισιόδαξ[70], ο Ευγένιος Βούλγαρης[71] και ο Νικηφόρος Θεοτόκης)[72] φέρει τη σφραγίδα της επιρροής του Βολταίρου. Η δεύτερη περίοδος χαρακτηρίζεται από την σημαντική επίδραση των Γάλλων εγκυκλοπαιδιστών (τυπικός εκπρόσωπος ο Φαναριώτης Δημήτριος Καταρτζής)[73]. Η τρίτη περίοδος συνδέεται με ένα κίνημα διανοουμένων σταθερά εμπνεόμενων από τις αρχές της ελευθερίας και της ισότητας της Γαλλικής Επανάστασης, αλλά που αποδοκιμάζουν τη βίαιη επιβολή τους[74]. Σημαντικοί εκπρόσωποι αυτής της γενεάς ήταν οι Γρηγόριος Κωνσταντάς και Δανιήλ Φιλιππίδης (συγγραφείς της Γεωγραφίας Νεωτερικής)[75], ο Ρήγας Βελεστινλής και ο Αδαμάντιος Κοραής[76]. Η Γαλλική Επανάσταση του 1789 ενίσχυσε την ανάπτυξη του ελληνικού Διαφωτισμού και φιλελευθερισμού, καθώς και των ριζοσπαστικών κινημάτων στη Ν/Α Ευρώπη. Στους βαλκανικούς χριστιανικούς λαούς η Γαλλική Επανάσταση και η ναπολεόντεια Αυτοκρατορία που αναδύθηκε από αυτήν άφησαν να διαφανεί η δυνατότητα αποτίναξης του οθωμανικού ζυγού[77]. Μετά την έκρηξη της Γαλλικής Επανάστασης, πραγματοποιήθηκαν μεγάλες ιδεολογικές ζυμώσεις στις ελληνικές κοινότητες του εξωτερικού, αλλά και στην Ελλάδα. Οι κριτικές εναντίον διαφόρων δημοκρατικών και νεοϊδεατών πήραν διαστάσεις πολεμικής[78]. Εξάλλου, ο Αδαμάντιος Κοραής, εκφράζοντας την αποστροφή του για τη ρωσική αυτοκρατορία –που, όπως έγραφε, δεν μπορούσε να επιβληθεί παρά «με Καλμούκους και Κοζάκους»[79]–, θεωρούσε ότι το ελληνικό έθνος έπρεπε να στηρίξει τις ελπίδες του στους δημοκρατικούς Γάλλους και μετά την παλινόρθωση στη Γαλλία, στους «Αγγλοαμερικανούς»[80], δηλαδή στους Αμερικανούς.
γ) Τα δημοκρατικά και ομοσπονδιακά οράματα ορισμένων επαναστατών διανοουμένων και ακτιβιστών, μεταξύ των οποίων εξέχουσα θέση κατείχε ο Ρήγας Βελεστινλής (πρώτος κήρυκας της συναδέλφωσης των βαλκανικών λαών)[81]. Η «Ελληνική Δημοκρατία» του στόχευε αφενός στην επαναστατική επίλυση του εθνικού προβλήματος και αφετέρου στην εγκαθίδρυση ενός πολιτειακού συστήματος που συνδυάζει τη δημοκρατική αυτοκυβέρνηση σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο και μια ολοκληρωμένη εκδοχή αντιπροσώπευσης στο πεδίο της κεντρικής πολιτείας. Θεμελιώδης υπήρξε η συμβολή του Ρήγα «στην διεύρυνση και το βάθαιμα  στις σύγχρονες συνθήκες του νοήματος του δημοκρατικού πατριωτισμού, όπως αναπτύχθηκε στο πλαίσιο του Διαφωτισμού»[82]. Ο ριζοσπαστισμός της περιόδου 1789-1821 είχε διαβαλκανική βάση και εμβέλεια[83]. Αυτό έχει αποδοθεί στον χαρακτήρα των νοτιοευρωπαϊκών κοινωνιών, καθώς και στον δεσμό ανάμεσα στους διακινητές ριζοσπαστικών ιδεών και τον κοσμοπολιτικό ουμανισμό του Διαφωτισμού[84]. Τα κείμενα των Ελλήνων πολιτικών στοχαστών της περιόδου 1789-1821 θεωρήθηκε ότι εγγράφονταν στη γενική οπτική της τότε ευρωπαϊκής σκέψης[85]. Μια σαφέστερη παράσταση του πνεύματος της εποχής συνοψίζεται στο σχήμα ευρωπαϊκή κρίση – πολιτικοποίηση των Ελλήνων επικεντρωμένη γύρω από την ιδέα της εθνικής ανεξαρτησίας – ανάδυση των ιδεολογικών / πολιτικών ρευμάτων των Ελλήνων διανοουμένων (φιλελεύθερο και ριζοσπαστικό)[86].
Κατά την ύστερη φάση της οθωμανοκρατίας αποκαταστάθηκε η ελληνική πρωτοκαθεδρία στο θαλάσσιο εμπόριο της περιοχής (ίσως μπορεί να γίνει λόγος για κατ’ ουσίαν ελληνικό «μονοπώλιο»). Αυτή η υπεροχή είχε εξαφανισθεί μετά την μεγάλη άνοδο της εμπορικής ισχύος των ιταλικών ναυτικών πόλεων-κρατών[87]. Κατά την έναρξη του ελληνικού Αγώνα, η κατοχή από Έλληνες, για πρώτη φορά στους Νεότερους Χρόνους, ενός (μικρού) αριθμού εμπορικών πλοίων, τα οποία μετατράπηκαν σε πολεμικά, υπήρξε καθοριστικός παράγοντας στις επιτυχίες των επαναστατημένων:
Δεδομένου ότι, «…» η από θαλάσσης επικοινωνία ήταν η μόνη αποτελεσματική πηγή ανεφοδιασμού για εισβολείς στη Νότια Ελλάδα κατά τους προβιομηχανικούς χρόνους, το ελληνικό ναυτικό προσέφερε μεγάλες υπηρεσίες στον Αγώνα με το να παρενοχλεί συστηματικά και να διακόπτει αποτελεσματικά τις τουρκικές επικοινωνίες «…». Χωρίς τη δράση του ελληνικού ναυτικού η επαναστατημένη Ελλάδα θα είχε από νωρίς κατακλυσθεί από Τουρκο-αιγυπτιακά στρατεύματα και η Επανάσταση θα έβρισκε μάλλον τη μοίρα των ελληνικών επαναστατικών κινημάτων που προηγήθηκαν αυτής[88]. 
     Η είσοδος των επαναστατημένων Ελλήνων στο ιστορικό προσκήνιο αποτέλεσε αυτόνομη έκφραση των κοινωνικο-οικονομικών τους δυνάμεων, αλλά και τοποθέτησε επι νέας βάσεως το ζήτημα της ευρωπαϊκής ισορροπίας δυνάμεων. Ο επαναστατικός αγώνας δημιούργησε σταδιακά μια ευρωπαϊκή γνώμη δεκτική στα ζητήματα που έθετε το φιλελληνικό κίνημα. Η Αγγλία αρχικά τήρησε αρνητική στάση απέναντι στην ελληνική εξέγερση. Αλλά, ο θάνατος του Κάσλρη φανέρωσε το λανθάνον μέχρι τότε σχίσμα στην ‘‘Ιερά Συμμαχία’’, μετατρέποντας την επιθυμία ενότητας των Συμμάχων από διαπραγματευτικό όπλο σε σκοπό[89]. Μετά την ανάληψη του υπουργείου των Εξωτερικών από τον Τζωρτζ Κάνινγκ (Iανουάριος 1823) –αντίπαλο των αντιφιλελεύθερων πολιτικών επεμβάσεων–, η Αγγλία υιοθέτησε στάση ευμενούς ουδετερότητας έναντι των Ελλήνων. Μεγάλη σημασία είχε η απόφασή του Κάνινγκ να τους αναγνωρίσει ως εμπολέμους.
     Η Επανάσταση, και ειδικότερα οι Εθνοσυνελεύσεις, αποτέλεσε πεδίο παραγωγής πολιτικής. Τα μέτωπα της πολιτικής διαμάχης αναδιατάσσονταν και διευρύνονταν[90].
οι πολιτικές διεκδικήσεις και οι ανταγωνισμοί διεξάγονται πλέον ανάμεσα σε πολιτικές δυνάμεις που διεκδικούν για τον εαυτό τους το ρόλο του εκφραστή των «συμφερόντων του έθνους», του εγγυητή της νέας νομιμότητας[91].
     Από τους ηγέτες των Ελλήνων άλλοι είχαν ήδη διασυνδέσεις με τις Δυνάμεις, άλλοι προωθήθηκαν απ' αυτές και άλλοι στη συνέχεια υπέκυψαν στην οικονομική και πολιτική επιρροή τους.
     Μετά τον σχηματισμό της νέας Προσωρινής Διοίκησης στην Εθνοσυνέλευση του Αστρους και την κατάργηση των περιφερειακών διοικήσεων, οι πολιτικοί φατριασμοί μεταφέρθηκαν στα όργανα της κεντρικής εξουσίας[92].
Διαμορφώθηκαν δύο αντίπαλες μερίδες που εξελίχθηκαν σε χωριστές εθνικές διοικήσεις τον Δεκέμβριο του 1823. Καταλυτική για τις σχέσεις των δύο αντιπάλων μερίδων ήταν η υπόθεση της σύναψης του δανείου από τους χρηματιστικούς κύκλους του Λονδίνου. Οι μερίδες των επαναστατημένων οδηγήθηκαν σε εμφύλιο[93]. Οι προαναφερόμενες εξελίξεις σε συνδυασμό με τον σχηματισμό των πρώτων ‘‘κομμάτων’’, του αγγλικού, του γαλλικού και του ρωσικού, επέφεραν και το ‘‘ψήφισμα υποτέλειας’’ (στην Αγγλία) του 1825: «Ο Κλήρος, οι Παραστάται (= οι Βουλευτές), οι Αρχηγοί, Πολιτικοί και Στρατιωτικοί ξηράς και θαλάσσης, του Eλληνικού 'Εθνους. Παρατηρούντες ότι (...) όθεν(...) η Ελλάς (...) θεσπίζει, αποφασίζει και βούλεται τον επόμενον Νόμον. Α. «Το Ελληνικόν Έθνος, δυνάμει της παρούσης πράξεως, θέτει εκουσίως την ιεράν παρακαταθήκην της αυτού Ελευθερίας, Εθνικής Ανεξαρτησίας και της πολιτικής αυτού υπάρξεως υπό την μοναδικήν υπεράσπισιν της Μεγάλης Βρετανίας».
      Οι εξελίξεις προκάλεσαν προσωρινό συμβιβασμό ανάμεσα στα ρωσικά, αγγλικά και γαλλικά συμφέροντα. Η κατάσταση συγχωνεύθηκε στην ευρύτερη προοπτική του Ανατολικού Ζητήματος. Ο διάδοχος του Αλεξάνδρου Α΄, Νικόλαος Α΄ αξίωσε με τελεσίγραφο (Μάρτιος 1826) από τον σουλτάνο να δεχτεί την ανεξαρτησία των ρουμανικών επαρχιών και της Σερβίας, χωρίς αναφορά στην Ελλάδα. Έλπιζε να ωθήσει την Υψηλή Πύλη σε πόλεμο και να επεκτείνει την επιρροή του στα Βαλκάνια, με την ελληνική ανεξαρτησία να επιτυγχάνεται χωρίς να μπορούν να του προσάψουν ότι εξεστράτευσε για να βοηθήσει μια λαϊκή επανάσταση. Τον πρόλαβε ο Κάνινγκ –αντιλήφθηκε τον κίνδυνο από μονομερείς κινήσεις της Ρωσίας– και κατόρθωσε να περιορίσει τις άλλες δύο δυνάμεις σε μια Τριπλή Συμμαχία (Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία). Ενώ η επανάσταση φαινόταν να σβήνει κάτω από την ‘‘συνέργεια’’ των Αιγυπτίων του Ιμπραήμ και του εμφυλίου πολέμου, με την συνθήκη του Λονδίνου (6 Ιουλίου 1827)[94], οι τρεις σύμμαχες Δυνάμεις δεσμεύονταν να επιβάλουν τη μεσολάβησή τους στους Τούρκους και τους Έλληνες, χωρίς να επιδιώξουν οι ίδιες ιδιαίτερα οφέλη.
         Η επέμβασή των τριών Δυνάμεων, με τη ναυμαχία του Ναυαρίνου, και οι προαναφερόμενοι παράγοντες στη ‘‘συνέργειά’’ τους κατέληξαν στην αναγνώριση της ανεξαρτησίας της απόφυσης που ονομάστηκε ελληνικό κράτος, υπό την προστασία των τριών Δυνάμεων (πρωτόκολλα του Λονδίνου, Φεβρουάριος 1830)[95]. Το 1829, με τον ρωσοτουρκικό πόλεμο και τη νίκη της Ρωσίας, ο τσάρος Νικόλαος Β΄ πήρε σαφώς το προβάδισμα στον πόλεμο που τον έφερε αντιμέτωπο με την Οθωμανική Αυτοκρατορία[96]. Με την Συνθήκη της Αδριανούπολης της 14ης Σεπτεμβρίου 1829, και συγκεκριμένα με το άρθρο 10 της Συνθήκης αυτής, η Πύλη αποδεχόταν όχι αόριστα μόνο τη Συνθήκη της 6ης Ιουλίου του 1827 αλλά και το Πρωτόκολλο της 10-22 Μαρτίου 1829, δηλαδή και τον καθορισμό της συνοριακής γραμμής Αμβρακικού - Παγασητικού κόλπου. H Συνθήκη της Αδριανούπολης, δημιουργώντας αυξημένο γόητρο της ρωσικής αυτοκρατορίας στην Ελλάδα[97], προκάλεσε ταραχή και δυσφορία στην αγγλική κυβέρνηση. Εξάλλου εμφανίστηκε στη σκέψη πολλών ως λύση του κενού από τη μελλοντική διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας η ύπαρξη ανεξάρτητου, ισχυρού ελληνικού κράτους. Προς τη λύση αυτή προσανατολίστηκε κατ' εξοχήν ο υπουργός Εξωτερικών της Αγγλίας, λόρδος Αμπερντίν, που ξαναβρήκε τον φλογερό φιλελληνισμό του που είχε δείξει μετά το ξέσπασμα της ελληνικής Επανάστασης. Οι διαθέσεις και η κατάσταση, όπως είχαν διαμορφωθεί τους τελευταίους μήνες του 1829, έδειχναν ότι είχαν ωριμάσει οι συνθήκες για τη διευθέτηση του ελληνικού ζητήματος οριστικά. Και ο τότε πρωθυπουργός της Αγγλίας Γουέλινγκτον, με μια απότομη στροφή, εμφανίστηκε να υποστηρίζει την προοπτική ίδρυσης ελληνικού κράτους εντελώς ανεξάρτητου.
         Η Οθωμανική Αυτοκρατορία, με την διπλωματική διακοίνωσή της 24 Απριλίου 1830, αποδέχτηκε την Ελληνική ανεξαρτησία, σύμφωνα με τις προβλέψεις του πρωτοκόλλου του Λονδίνου της 3 Φεβρουαρίου 1830 - το οποίο είχαν συνάψει οι τρείς Δυνάμεις (Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία). Τότε τα νησιά του Αιγαίου διαχωρίστηκαν σε δύο ομάδες[98]: Τα νησιά του Δυτικού Αιγαίου - Eύβοια, Βόρειες Σποράδες, Κυκλάδες - παραχωρήθηκαν στην Ελλάδα. Η Κρήτη και τα νησιά του Ανατολικού τμήματος του Αρχιπελάγους παρέμειναν υπό οθωμανικό έλεγχο[99]. Δεν παραχωρήθηκε στην Ελλάδα ούτε η Σάμος, που είχε συμμετάσχει ενεργά στην Επανάσταση και είχε υποστεί τις συνέπειες[100]. Βεβαίως ο Καποδίστριας, ως διεθνούς ολκής διπλωμάτης, αγωνίστηκε για να πείσει τις Δυνάμεις να παραχωρήσουν όσο το δυνατόν μεγαλύτερη δυνατή εδαφική έκταση στο νεοσύστατο κράτος. Εθεσε μάλιστα ζητήματα που θα απασχολήσουν πολύ τους μεταγενέστερους πολιτικούς και τη διεθνή διπλωματία, όπως το Κυπριακό, αυτό της Κρήτης και αυτό των Δωδεκανήσων.
Τα σύνορα του πρώτου ανεξάρτητου ελληνικού κράτους (1830 και 1832)
Τα σύνορα του πρώτου ανεξάρτητου ελληνικού κράτους
Κάντε κλικ για να δείτε την εικόνα σε πλήρες μέγεθος
Τα σύνορα του Ελληνικού κράτους κατά τα έτη 1830, 1832, 1881

         Ετσι, στα 1829-1831 δημιουργήθηκε ένα μικρό κράτος (πυρήνας η Πελοπόννησος και η Στερεά Ελλάδα), αντιμέτωπο με μεγάλα προβλήματα και στερούμενο πολλών εδαφών κατοικούμενων από Έλληνες. Τα σύνορά αδρομερώς ήταν: Λαμία, Δομοκός, Κορυφογραμμή Ιτάμου, Καρίτσα, Μπελοκομύτη, Καρβασαρά, Γέφυρα Κοράκου, Αρτα[101].
         Ο εκλεγμένος από την Γ΄ Εθνοσυνέλευση, Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας ανέλαβε σημαντικές πρωτοβουλίες για την συγκρότηση, ουσιαστικά από το μηδέν, του ελληνικού κράτους (1828-1831). Τη δολοφονία του ακολούθησε νέος εμφύλιος πόλεμος (1831-1832). Η διάλυση και ο αποπροσανατολισμός που επικράτησαν διευκόλυναν την επιβολή από τις τρεις προστάτιδες δυνάμεις μιας απόλυτης μοναρχίας (Συνθήκη του Λονδίνου της 25ης Απριλίου/7ης Μαίου 1832)[102]. Η χώρα ήταν ερειπωμένη, οι ημιφεουδαρχικές σχέσεις διατηρήθηκαν, το εμπόριο φυτοζωούσε, βιομηχανία και σημαντικά αστικά κέντρα δεν υπήρχαν. Η Αντιβασιλεία οργάνωσε ένα δυτικοφανές συγκεντρωτικό, γραφειοκρατικό κράτος, χωρίς να ληφθούν υπόψιν οι παραδοσιακές θεσμικές κατακτήσεις. Η αυτοδιοίκηση καταργήθηκε. Οι ακτήμονες δεν είχαν εκλογικό δικαίωμα στις δημοτικές εκλογές. Μετά την άνοδό του στο θρόνο (1.6.1835) ο Όθων ήταν «ελέω Θεού» απόλυτος μονάρχης. Το πρόβλημα των Ελλήνων που βρέθηκαν εκτός των συνόρων του νέου ελληνικού κράτους, που συγκέντρωναν στα χέρια τους και την οικονομική ισχύ, παρέμενε ζωτικό και άλυτο για σχεδόν έναν αιώνα[103]. Από την απελευθέρωση εισήχθη στη χώρα η Κοινοβουλευτική Δημοκρατία, δηλαδή το ολιγαρχικό πολίτευμα των προνομιούχων ευρωπαίων αστών, και εφαρμόστηκε σε έναν αγροτικό λαό που είχε κοινωνικοποιηθεί στην τουρκοκρατία. Από τότε, η πολιτική έναντι των μη προνομιούχους διαμορφώνεται με μεθόδους όπως τα χαράτσια, οι πελατειακές σχέσεις, τα διλήμματα, οι απειλές, οι κυρώσεις, οι αποκλεισμοί, ο φόβος, το ρουσφέτι. Ωστόσο, ο ελληνικός απελευθερωτικός αγώνας συνιστά θεμελιακό σημείο αναφοράς, ορόσημο, σπουδαία φάση στην ιστορία του ελληνικού έθνους. Η αποτίναξη του οθωμανικού ζυγού συνέδεε αντικειμενικά την εθνική ανεξαρτησία με την ανάγκη για γρήγορη αστική ανάπτυξη.
Αφετέρου, η ίδρυση του ελλαδικού κράτους αποτέλεσε το πρώτο σημαντικό ρήγμα στην ευρωπαϊκή «νέα» τάξη που είχε εγκαθιδρύσει με τις αποφάσεις του το συνέδριο της Βιέννης. Τρεις Μεγάλες Δυνάμεις, μέλη της Ιεράς Συμμαχίας (Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία), με συμβιβασμό των ιδιαίτερων οικονομικών και στρατηγικών σκοπών τους, συνέβαλαν στην ευτυχή κατάληξη μιας επανάστασης με στόχο την εθνική ανεξαρτησία, ανοίγοντας έτσι το δρόμο προς μια κατεύθυνση εντελώς διαφορετική από αυτήν που είχε ορισθεί το 1815 στη Βιέννη. Το Ανατολικό Ζήτημα οδήγησε το 1854-1856 στον Κριμαϊκό πόλεμο, την πρώτη μετά το 1815 γενικευμένη σύγκρουση ανάμεσα στις μεγάλες ευρωπαϊκές Δυνάμεις. Βεβαίως, μέχρι τη μεγάλη κρίση που ξέσπασε το 1875 –με αφορμή τις αντιοθωμανικές εξεγέρσεις στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη–, οι Δυνάμεις ακολούθησαν εν γένει το δόγμα «της διατήρησης της ακεραιότητας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας». Αλλά, μολονότι, μέχρι και την επαύριο της «Άνοιξης των λαών» οι δυνάμεις του Παλαιού Καθεστώτος άντεξαν στις επαναστατικές επιθέσεις, είχε δρομολογηθεί η πραγματοποίηση μιας διαφορετικής Ευρώπης[104]. Μετά το 1848 πρυτάνευσαν πλήρως στην Ευρώπη η λογική των εθνικών κρατών, η αρχή των εθνοτήτων («εποχή των εθνοτήτων»), η αντιπαράθεση των ποικίλων εθνικών βλέψεων.

Θεόδωρος Μπατρακούλης
Δρ Γεωπολιτικής
τηλ. 2103813854 - κιν. 6977570689
e-mail: theobatrak@gmail.com




[1]Βλ. π.χ. Νεοκλής Σαρρής, Οσμανική πραγματικότητα, Τόμος Ι. Το δεσποτικό κράτος, Αθήνα, Aρσενίδης χ.χ., σσ. 158 κ. εξ. Ziya Gökalp, Türkçülügün Esaslarι (Αρχές τουρκισμού), Istanbul, Toker, 1989 [στα αγγλικά στο Niyazi Berkes, Turkish Nationalism and Western Civilization, Selected Essays of Ziya Gökalp, London, Allen and Unwin, 1959, σσ. 272, 289-290]. Βλ. και Δ. Κ. Τσοποτός, Γη και γεωργοί της Θεσσαλίας κατά την Τουρκοκρατίαν, Αθήνα, Επικαιρότητα, 1983.

[2]The Encyclopaedia of Islam (EI2 = 2η έκδοση), Τόμος III, Leiden: E. J. Brill, 1965, p. 1182a, B. Lewis, Ch. Pellat and J. Schacht (ed.).

[3] Ετσι θα μπορούσε να μεταφραστεί η ιδιωματική έκφραση ‘‘al-jihad fi sabil Allah’’ που εμφανίζεται συχνά στο Κοράνι και σε κοινή χρήση. Wendy Doniger (ed.), ‘‘Jihad’’, Merriam-Webster’s Encyclopedia of World’s religions, Springfield, MA, 1999, σ. 571.

[4] Βλ. Βλαδίμηρος Μιρμίρογλου, Οι Δερβίσσαι, Αθήνα: Εκάτη (επανέκδοση, 1η έκδ. Ισταμπούλ: 1940), χ. χ., σσ. 28-29, 33. Ο Bernard Lewis επιχειρηματολογεί υπέρ της άποψης ότι ο όρος jihad στο Κοράνι και στην προφορική παράδοση λόγων που αποδίδονται στον Προφήτη (hadith) υποδηλώνει πόλεμο στην ευρεία πλειονότητα των περιπτώσεων. B. Lewis, The Political Language of Islam (University of Chicago Press, 1988), p. 72. Πρβλ. William M. Watt, Islamic Conceptions of the Holy War in: Thomas P. Murphy, The Holy War (Ohio State University Press, 1974), p. 143.

[5] Ν. Σαρρής, Οσμανική πραγματικότητα, Τ. 1, Το δεσποτικό κράτος, όπ. π., σσ. 240-242.

[6]  Πρβλ. V. Moutavchieva, Aγροτικές σχέσεις στην οθωμανική αυτοκρατορία (15os-16os aιώνας), Aθήνα, Πoρεία, 1990, σσ. 20 και εξ.

[7] Abl al-dhimma σημαίνει στα αραβικά «άνθρωποι της συνθήκης». Οι zimmis dhimmis) ήταν συνήθως οι Χριστιανοί και οι Ιουδαίοι που ζούσαν στην επικράτεια του κυρίαρχου ισλάμ. Έχοντας δεχτεί την υποταγή στους ισλαμικούς νόμους, απολάμβαναν ένα βαθμό προστασίας από τις οθωμανικές αρχές. Βλ. Antoine Fattal, Le statut légal des non-musulmans en pays d’Islam, Beyrouth: Imprimerie Catholique, 1958.

[8] Steven Runciman, The Great Church in Captivity, Cambridge, Cambridge University Press, 1968, σσ. 165-207.

[9] N. Σβορώνος, «Θρησκείες και πολιτισμικές οντότητες στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη: Η περίπτωση της ορθοδοξίας» στο N. Σβορώνος, Aνάλεκτα …, 1987, όπ. π., σσ. 165-166.

[10]  Βλ. ενδεικτικά: Χ. Γιανναράς, Ορθοδοξία και Δύση στη σύγχρονη Ελλάδα, Αθήνα Δόμος, 1992. Α. Αποστολόπουλος, Η Δύση των φαντασμάτων και η Μέσα Ελλάδα, Αθήνα, Ινδικτος, 1998. Jacques Le Goff, «Η Δύση απέναντι στο Βυζάντιο, έλλειψη συνεννόησης και παρεξηγήσεις», στη συλλογή Ε. Μπιμπίκου-Αντωνιάδη/Ζ. Μπομπαίρ/Ζ. Λε Γκόφ κ. ά., Bυζάντιο και Ευρώπη, πρακτικά επιστημονικής συνάντηση στο Maison de l’Europe (Παρίσι), 22 Απριλίου 1994, Αθήνα, Ελληνικά Γράμματα, 1996, σσ. 93-105.

[11]  Βλ. και Ilber Ortayli, “Avrupa’da bulunan milletlerin ve özelliklerinin kιsa tasviri” (= Συνοπτική περιγραφή των γνωρισμάτων των εθνών που βρίσκονται στην Ευρώπη), Tarih ve Toplum, No 8, Αύγ. 1984, σ. 38.

[12]  M. Λάσκαρης, To Aνατολικό Ζήτημα, Θεσσαλονίκη, Πουρνάρας, 1978, σσ. 12 κ. εξ. Ι. Η. Uzunçarşιlι, Osmanlι Tarihi, IV/1, Karlofça andlaşmasιndan XVIII. yüzyιl sonlarιna kadar (Aπό τη συνθήκη του Κάρλοβιτς έως το τέλος του 18ου αιώνα), Αγκυρα: 1956. Ι. Η. Uzunçarşιlι, Osmanlι Tarihi, IV/2, XVIII. yüzyιl (O 19ος αιώνας), Αγκυρα: 1959. Β. Cvetkova, L’évolution du régime feudal turc de la fin du XVIe jusquau milieu du XVIIIe siècle, Études historiques, Sofia, 1960, σσ. 171-206.

[13] Νεοκλής Σαρρής, Προεπαναστατική Ελλάδα και οσμανικό κράτος. Από το χειρόγραφο του Σουλεϋμάν Πενάχ εφέντη του Μοραΐτη 1785, Αθήνα, Ηρόδοτος, 1993.

[14] Douglas Dakin, Η ενοποίηση της Ελλάδας 1770-1923, Αθήνα, MIET, 1982, σσ. 43, 48-54.

[15]Βλ. και Karl Marx/Friedrich Εngels, Η Eλλάδα, η Τουρκία και το Ανατολικό Ζήτημα, Aθήνα, Γνώση, 1985.

[16] E. Driault, La Question d’Οrient, Paris, F. Alcan, 1898. Βλ. στα ελληνικά Το Ανατολικό Ζήτημα - Μέρος πρώτο, Αθήνα, Κάτοπτρο/Ιστορητής, 1997, σ. 83.

[17]  Louis Renault, Πρόλογος, στο Trandafir Djuvara, Cent projets de partage de la Turquie (1281-1913), Paris, Librairie Felix Alcan, 1914, σ. I. 

[18]  Βλ. Ιστορία του Ελληνικού Εθνους, Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, Τόμος Ι΄, σσ. 311-312, 322-333, 402-416 και Τόμος ΙΑ΄, σσ. 64-97.

[19]Γ. Κορδάτος, Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας, Τόμος 9, όπ. π., σσ. 226 κ. εξ.

[20]Aναφορικά με τον χαρακτηρισμό των συγκεκριμένων οικονομικών δραστηριοτήτων ως «αστικών» ή μη βλ. και Π. Κονδύλης, Η παρακμή του αστικού πολιτισμού, Αθήνα, Θεμέλιο, 1991, Εισαγωγή, σσ. 15-16.

[21] N. Σβορώνος, «Οι συνέπειες της οικονομικής δραστηριότητας των Ελλήνων της Βαλκανικής Χερσονήσου» και «Για την επανάσταση του 1821» στο N. Σβορώνος, Aνάλεκτα Νεοελληνικής ιστορίας και ιστοριογραφίας, 1987, όπ. π., σσ. 173 και εξ., 222-223. Σ. Μάξιμου, Η Αυγή του ελληνικού καπιταλισμού, Γ΄ έκδοση, Αθήνα, Στοχαστής, 1973. Ιδίου, Το ελληνικό εμπορικό ναυτικό κατά τον XVIII αιώνα, Αθήνα, Στοχαστής, 1976.

[22] Κατά μήκος των ακτών του Αιγαίου, στην Αίγυπτο, στις ακτές του Ευξείνου Πόντου, σε αστικά κέντρα της Κεντρικής και Βαλκανικής Ευρώπης.

[23]Τέτοιες μεταναστεύσεις σημειώθηκαν ιδιαίτερα μετά τις εξεγέρσεις των ετών 1768-1774, κατά τις οποίες πολλοί Ελληνες –ανάμεσά τους και αρκετοί πρόκριτοι– συνεργάστηκαν με τους Ρώσους. Βλ. Γιάννης Κορδάτος, «Οι  ελληνικές  παροικίες  του εξωτερικού» (κεφάλαιο 27), στο Mεγάλη Ιστορία της Ελλάδας, Τόμος 9, σσ. 211 και εξής. S. Yerasimos, “Les rapports gréco-turcs; mythes et réalités”, στο S. Vaner, Le différend gréco-turc, Paris, Harmattan, 1988, σ. 37.

[24] Η χρήση των όρων millet και Ρούμ - όσον αφορά τους Ορθόδοξους Χριστιανούς, είναι αρκετά πρόσφατη. Paraskevas Κonortas, “Les rapports juridiques et politiques entre le Patriarcat orthodoxe de Constantinople et ladministration ottomane de 1453 à 1600” (έχει βασισθεί σε ελληνικά και οθωμανικά έγγραφα), Διδακτορική διατριβή στο Πανεπιστήμιο Paris I, 2 vol., 1985, vol. I, pp. 169-170, 174-175. B. Braude, ‘‘Millet and Foundation myths’’, στο Braude, B./Lewis, B., “Christians and Jews in the Ottoman Empire; The functioning of a plural society”, 2 vol., New York, 1982, vol. 1, pp. 69-83. Σία Aναγνωστoπoύλoυ, Μικρά Ασία, 19ος αιώνας - 1919. Οι ελληνορθόδοξες κοινότητες - Από το Ρούμ μιλλέτ στο ελληνικό έθνος, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα, 1997, σ. 24.

[25] R. Davison, Reform in the Ottoman Empire 1856-1876, New York: 1973. Ilber Ortayli, “Imparatorlugun en uzun yüzyili” (= Ο πιο μακροχρονιος αιώνας της Αυτοκρατορίας), Istanbul: 1987.

[26] Γεώργιος Σκληρός, “Το Ζήτημα της Ανατολής”, στο H Αριστερά και το Ανατολικό Ζήτημα, Aθήνα: Εναλλακτικές Eκδόσεις, (Εισαγωγή-Επιμ. Γ. Καραμπελιάς), 1998, σ. 84.

[27] Διάσπαρτοι σε περισσότερο ή λιγότερο συμπαγείς εδαφικές συσσωματώσεις, εγκατεστημένες μεταξύ των άλλων λαών, σε ολόκληρη την βαλκανική χερσόνησο, οι Ελληνες είχαν γίνει ένα είδος διαβαλκανικής αστικής τάξης. Βλ. N. Σβορώνος, Le commerce de Salonique au XVIIIe siècle, Παρίσι, PUF, 1956 (Το εμπόριο της Θεσσαλονίκης τον 18ο αιώνα, ήνα, Θεμέλιο, 1996).

[28]  N. Σβορώνου, «Οι συνέπειες της οικονομικής δραστηριότητας …», 1987, όπ. π., σσ. 178-179.

[29] Κ. Μοσκώφ, Η εθνική και κοινωνική συνείδηση στην Ελλάδα, Αθήνα, Σύγχρονη Εποχή, 1978, γ΄ έκδοση.

[30] Βλ. Νapoléon Bonaparte, Mémorial de Sainte-Hélène, vol. III, σ. 126. Gérard Challiand, Anthologie mondiale de la stratégie, Paris, Laffont, pp. 788-789. Κωνσταντίνος Σάθας, Η Τουρκοκρατουμένη Ελλάς, Aθήνα, 1869, σ. 605. Γ. Κορδάτος, Mεγάλη Ιστορία της Ελλάδας, όπ. π., Τόμος 9, σσ. 486-487.

[31]  E. Driault, Το Ανατολικό Ζήτημα, 1997, όπ. π., σσ. 228-258. Βλ. και Χένρυ Κίσσινγκερ, Ενας αποκατεστημένος κόσμος (1812-1822), Aθήνα, Παπαζήσης, 2003, σσ. 228-239.

[32]Χαρακτηριστικές ήταν οι πράξεις και οι επιλογές του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Βλ. Θεοδώρου Κ. Κολοκοτρώνη, Διήγησις συμβάντων της Ελληνικής φυλής από τα 1770 έως τα 1836, Αθήνα, 1981, Εισαγωγή-ευρετήριο-επιμέλεια Τάσου Αθ. Γριτσόπουλου, σσ. 18, 36, 157, 185-188, 190.  

[33]  Αχμέτ Νταβούτογλου, Το Στρατηγικό βάθος. Η Διεθνής θέση της Τουρκίας, Αθήνα, Ποιότητα, 2010, σσ. 257-258.

[34]  Γιώργος Γεωργής, Στις απαρχές της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, Αθήνα, Καστανιώτης, 1995, σσ. 24 κ. εξ., 40 κ. εξ., 55.

[35]  Τα άρθρα 7 και 14 της συνθήκης του Κιουτσούκ Καïναρτζή εξασφάλιζαν την βάση για απαίτηση δικαιωμάτων παρέμβασης πολύ μεγαλύτερης από εκείνη που προσδιοριζόταν στο κείμενο. Ο Νταβούτογλου θεωρεί την συνθήκη αυτή ως μία από τις τρεις «σημαντικές ημερομηνίες-όρια (tarih) αυτού του μετασχηματισμού, που καθορίζει τη διεθνή θέση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας… Η διαδικασία αποκοπής των αρμενικών και γενικότερα μη μουσουλμανικών μειονοτήτων από την Οθωμανική αυτοκρατορία είναι αποτέλεσμα της ρήτρας προστασίας που είχε τεθεί σε ισχύ βάσει αυτής της συνθήκης. Έτσι, για πρώτη φορά εμφανίστηκε με ένα τόσο φανερό τρόπο η σχέση ανάμεσα στη διεθνή σχέση και στην ισχύ της χώρας, αφενός, και τα εσωτερικά στοιχεία της χώρας, αφετέρου». Οι άλλες δύο είναι η συνθήκη του Κάρλοβιτς του 1699 και ο πόλεμος της Κριμαίας του 1853-1856. Α. Νταβούτογλου, Το Στρατηγικό βάθος…, 2010, σ. 119.

[36]  Π. Μ. Κοντογιάννης, Οι προστατευόμενοι, ανατύπωσις εκ του ΚΘ΄ τόμου της Αθηνάς, εν Αθήναις, 1917, σ. 54.

[37]  Dan Berindei, «Προς μια Ευρωπαϊκή νέα τάξη», στο Ε. Αρβελέρ/ M. Aymand, Οι Ευρωπαίοι, τ. Β΄, Νεότερη και Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, Σαββάλας, 2003, σσ. 220-231, ιδ. σ. 224.

[38]Ι. Σ. Κολλιόπουλος, Νεώτερη Ευρωπαϊκή Ιστορία, 1789-1945, Θεσσαλονίκη, Βάνιας, 1990, σ. 80.

[39] Ε. J. Hobsbawm, Η εποχή των Επαναστάσεων, 1789-1848, Αθήνα, Θεμέλιο, 2002, σσ. 149-150.

[40]  S. Berstein/P. Milza, Iστορία της Ευρώπης, τόμος 2, Η ευρωπαϊκή συμφωνία και η Ευρώπη των εθνών, 1815-1919, Αθήνα, Αλεξάνδρεια, 1997, σσ. 18 κ. εξ.

[41]  Βλ. S. Bernstein/P. Milza, Ιστορία της Ευρώπης. Η Ευρωπαϊκή Συμφωνία και η Ευρώπη των Εθνών, Αθήνα, Αλεξάνδρεια, 1997, τ. 2΄, σσ. 23-26. Βλ. στο ίδιο και σσ. 36-37.

[42] E. Driault, Το Ανατολικό Ζήτημα, 1997, όπ. π., σσ. 213, 214, 223.

[43]  Εμμ. Ρούκουνας, Διπλωματική Ιστορία, 19ος αιών, Αθήνα, 1975, σσ. 41, 101.

[44]  Χ. Νικολάου, Διεθνείς πολιτικές και στρατιωτικές συνθήκες-συμφωνίες & συμβάσεις, Αθήνα, Φλώρος, 1996, σ. 62.

[45]Ν. Τοντόρωφ, Η Βαλκανική διάσταση της ελληνικής επανάστασης του 1821- Η περίπτωση των Βουλγάρων, Αθήνα, Gutenberg, 1982, σ. 82. Μαρία Ανεμοδουρά, «Φιλική Εταιρεία», Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Εύξεινος Πόντος, 2008, 4. Εξάπλωση της Εταιρείας, URL: http://www.ehw.gr/l.aspx?id=11106

[46]Π. χ. ο τίτλος «Επίτροπος», που έφερε ο Αλέξανδρος Υψηλάντης είναι βυζαντινός και σύμφωνα με την βυζαντινή εθιμοτυπική ορολογία σημαίνει «Αντιβασιλεύς». Περισσότερα για τη Φιλική Εταρεία βλ. Ιωάννης Φιλήμων, Δοκίμιον ιστορικόν περί Φιλικής Εταιρείας, Ναύπλιον, 1834. Γ. Πρωτοψάλτης, Η Φιλική Εταιρεία, Αθήνα, 1964. Π. Ροδάκης, Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης και η Φιλική Εταιρεία, Αθήνα, Γόρδιος, 1990. Μ. Ανεμοδουρά, «Φιλική Εταιρεία», 2008, όπ. π. Κ. Σβολόπουλος, Κατακτώντας την ανεξαρτησία. Δέκα δοκίμια για την Επανάσταση του 1821, Αθήνα, 2010.

[47] Douglas Dakin, Η ενοποίηση της Ελλάδας, 1982, όπ. π., σσ. 62-65.

[48] Douglas Dakin, Η ενοποίηση της Ελλάδας, 1982, όπ. π., σσ. 66-68.

[49] Χένρυ Α. Κίσσινγκερ, Ενας αποκατεστημένος κόσμος, όπ. π., 2003, σ. 478.
[50] Clemens Metternich, Aus Metternichs Nacgelassenen Papieren, (8 τόμοι), Τόμος II, σσ. 146 κ. εξ.

[51] Χένρυ Α. Κίσσινγκερ, Ενας αποκατεστημένος κόσμος, όπ. π., 2003, σσ. 502 και εξ.

[52] Χένρυ Α. Κίσσινγκερ, Ενας αποκατεστημένος κόσμος, όπ. π., 2003, σ. 528.

[53] Χένρυ Α. Κίσσινγκερ, Ενας αποκατεστημένος κόσμος, όπ. π., 2003, σσ. 523 και εξ.

[54] Βλ. Eduard Driault, Histoire diplomatique de la Grèce, Paris, PUF, vol. I, 1925, σσ. 187-194.
[55] Συνειδητοποιώντας ότι η προσπάθειά του να βοηθήσει διπλωματικά την Ελληνική Επανάσταση είναι ασυμβίβαστη με την εξωτερική πολιτική που ακολουθεί ο Αλέξανδρος, ο Καποδίστριας παραιτείται από τη θέση του υπουργού Εξωτερικών της Ρωσίας, και εγκαθίσταται στη Γενεύη της Ελβετίας. Εκεί αναπτύσσει σημαντική δραστηριότητα υπέρ της Ελληνικής επανάστασης.
[56] Douglas Dakin, Η ενοποίηση της Ελλάδας, 1982, όπ. π., σ. 36.

[57] Βλ. Mάρκoς Φίλιππoς Zαλλώνης, Σύγγραμμα περί των Φαναριωτών, Aθήνα, Eπικαιρότητα, 1972, 3η έκδ. (μελέτη πρωτοδημοσιευμένη στα γαλλικά στη Mασσαλία το 1824 και στα ελληνικά στο Παρίσι το 1831. Sinan Kuneralp, «Les Grecs en Stambouline: Diplomatie ottomane d’origine grecque», στο Semih Vaner, Le différend gréco-turc, Paris, L’Harmattan, 1988, σσ. 41-46.

[58] Για τους χριστιανούς τιμαριώτες στα Βαλκάνια βλ. H. İnalcık, «Stefan Duşan'dan Osmanlı İmperatorluğuna. XV. Asırda Rumeli'de Hıristiyan Sipahiler ve Menseleri», στο: H. İnalcık, Fatih Devri Üzerinde Tetkikler ve Vesikalar (Κατά την εποχή του Πορθητή. Mελέτες και έγγραφα), I, Άγκυρα 3η έκδ. 1995, σσ. 137-184.

[59] Μ. Ι. Μανούσακα, Η «Επιτομή της Ιεροκοσμικής Ιστορίας» του Νεκταρίου Ιεροσολύμων και αι πηγαί αυτής, Κρητικά Χρονικά, τόμ. 1 (1947), σ. 432. D. Dakin, Η ενοποίηση της Ελλάδας…, όπ., π., σ. 36.

[60] Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, 1821-1832. Αι Εθνικαί Συνελεύσεις, τ. 3, Αθήνα, Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων, 1971, σ. 1.

[61]Απόστολος Βακαλόπουλος, Η πορεία του Γένους. Από το Βυζάντιο στο Νέο Ελληνισμό, Θεσσαλονίκη, Βάνιας, 1992, σσ. 43 κ. εξ., ιδιαίτ. 54 κ.εξ.

[62]Ν. Μοσχοβάκης, Το εν Ελλάδι δημόσιον δίκαιον επί Τουρκοκρατίας, Αθήναι, 1882, Eπανέκδ. Αθήνα, Καραβίας, 1η ανατύπωση 1973, 2η 1988. Σταύρoς Aνεστίδης, H Eθναρχική παράδοση της Μεγάλης Εκκλησίας και ο Μανουήλ Iω. Γεδεών, Διδακτορική Διατριβή, Τμήμα Πολιτικών Επιστημών και Δημόσιας Διοίκησης, Πανεπιστήμιο Αθηνών, 1993.

[63]S. Runciman, The Great Church in Captivity, 1968, όπ. π., σσ. 208-225, ιδιαίτ. σσ. 208-209. Π. Κιτρομηλίδης, «Μεγάλη του Γένους Σχολή. Πεντακόσια πενήντα χρόνια στην υπηρεσία της παιδείας του Γένους», Πεμπτουσία, τεύχος 16, www.pemptousia/ articles/15.shtml. 

[64]Μαρία Nυσταζoπούλoυ-Πελεκίδου, Οι Βαλκανικοί λαοί: από την τουρκική κατάκτηση στην εθνική αποκατάσταση (14ος-19ος αιώνας), 2η έκδ., Θεσσαλονίκη, Βάνιας, 1991.

[65]Γιώργος Κοντογιώργης, Κοινωνική δυναμική και Πολιτική αυτοδιοίκηση, Οι ελληνικές κοινότητες της τουρκοκρατίας, Αθήνα, Νέα Σύνορα, 1982, σ. 581. Nικόλαoς Πανταζόπoυλoς, Ο Ελληνικός κοινοτισμός και η Ελληνική κοινοτική παράδοση, Aθήνα, Παρουσία, 1993.

[66]Τρύφων Ε. Ευαγγελίδης, Η Παιδεία επί Τουρκοκρατίας (Ελληνικά Σχολεία από της αλώσεως μέχρι Καποδιστρίου), Τόμοι Α΄+Β΄, Εν Αθήναις 1936, 8ο, σσ. +373 +547, Aθήνα, Βιβλιοπ. Δ. Ν. Καραβία, 1992. Νίκος Γ. Ζαχαρόπουλος, Η παιδεία στην τουρκοκρατία, Θεσσαλονίκη, Πουρναράς, 2000.

[67] Απόστολος Βακαλόπουλος, Ιστορία Νέου Ελληνισμού, έκδ. Β΄, 1, Θεσσαλονίκη: 1974, σ. 112 κ.εξ.

[68] Παναγιώτης Κονδύλης, Ο ευρωπαϊκός Διαφωτισμός, Αθήνα, Θεμέλιο, 1987. Τ. Schieder (επιμ.), Ηandbuch des Europäischen Geschihte, τόμος 4: Europa in Zeitalter des Absolutismus und der Aufklärung, Stutgart, Union-Verlag, 1971. Dοrinda Outram, The Enlightenment, Cambridge, Cambridge University Press, 1995.

[69] Constantin Dimaras, La Grèce au temps de Lumières, Genève, Droz, 1969. Κ. Θ. Δημαράς, J-G. Herder et sa presence dans la formation de l’esprit Neohellenique, Senta Neograeca, Amsterdam, Verlag Adolf M. Hakkert B. V., 1975, σσ. 89-104. Θ. Γέρου, Η ελληνική παιδεία, Θεσσαλονίκη, Μαλλιάρης-Παιδεία, 1996.

[70] Π.  Κιτρομηλίδης, Νεοελληνικός Διαφωτισμός, Αθήνα, Μορφωτικό Ιδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 1999 (β΄ έκδοση), σσ. 76, 138-139, 195-203, 219-222, 225-249, κ. α.

[71] Π.  Κιτρομηλίδης, Νεοελληνικός Διαφωτισμός, 1999, όπ. π., σσ. 49, 52-66, 75-76, 178-188, 192-197, 225-226, 526-530, 551-555, κ. α.

[72] Gregory L. Bruess, Religion, Identity and Empire. A Greek Archbishop in the Russia of Catherine the Great, Boulder, 1997. Gregory Bruess, «Νεοελληνικός Διαφωτισμός στη Νότια Ρωσία», 2008, Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Εύξεινος Πόντος, Mετάφρ. Χαρά Ροβίθη, URL: http://www.ehw.gr/l.aspx?id=11538

[73] Π.  Κιτρομηλίδης, Νεοελληνικός Διαφωτισμός, 1999, όπ. π., σσ. 76, 198, 202-220, 245, 312, 556-557, κ. α.

[74]Νίκος Ψημμένος (ανθολ./εισαγ./σχόλια), Η ελληνική φιλοσοφία από το 1453 ως το 1821, Αθήνα, Γνώση, 1989, Τόμος Β΄. Κρίτων Χρυσοχοίδης,«Ο Ελληνισμός υπό την τουρκική κυριαρχία Επιβίωση και Αναγέννηση», Ελληνική Ιστορία, Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών/Η Καθημερινή, 2010, Τόμος 5, σ. 27

[75] Π.  Κιτρομηλίδης, Νεοελληνικός Διαφωτισμός, 1999, όπ. π., σσ. 139-140, 144, 145, 152-153, 155, 156, 202.

[76] Κωνσταντίνος Θ. Δημαράς, Ιστορικά φροντίσματα Β΄ Αδαμάντιος Κοραής, Τόμος Β΄, Αθήνα, Πορεία, 1996, 262 σελ.

[77]Βλ. Nicolae Jorga, La révolution française et le Sud-Est de l’Europe, Bucarest, 1934. Πασχάλης Kιτρομηλίδης, Η Γαλλική επανάσταση και η Νοτιοανατολική Ευρώπη, Aθήνα, Διάττων, 1990/ Πορεία, 2000.
[78] Γ.  Κορδάτος, Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας, όπ. παρ., χ. χ,, Τόμος 9, σσ. 306 κ. εξ.

[79]  Α. Β. Δασκαλάκης, Ο Α. Κοραής και η ελευθερία των Ελλήνων, Αθήνα, 1965, σσ. 187-188, 190.

[80]  Α. Β. Δασκαλάκης, Ο Α. Κοραής …, όπ. π., σσ. 491-492.

[81]  Βλ. Λέανδρου Ι. Βρανούση, Αθήνα, Βασική Βιβλιοθήκη-Αετός, 1953. Ε. Legrand-Lambrou, Aνέκδοτα Εργα περί Ρήγα Βελεστινλή, Aθήνα, 1891. Γ. Kορδάτος, O Rήγας Φεραίος και η Βαλκανική Ομοσπονδία, Αθήνα, Eπικαιρότητα, 1983. Φ. Mιχαλόπουλος, «Ρήγας ο Βελεστινλής», Θεσσαλικά Χρονικά, Τόμ. 1 (1930), σ. 35. Γ. Κοντογιώργης, Η Ελληνική Δημοκρατία του Ρήγα Βελεστινλή, Αθήνα, Παρουσία, 2008. Λ. Αξελός, Ρήγας Βελεστινλής-Σταθμοί και όρια στην διαμόρφωση της εθνικής και κοινωνικής συνείδησης στην Ελλάδα, Αθήνα, Στοχαστής, 2003.

[82]  Λουκάς Αξελός, Ρήγας Βελεστινλής-Σταθμοί και όρια στην…, 2003, όπ. π., σ. 27.

[83] Βλ. L. S. Stavrianos, The Balkans since 1453, Hinsdale, Illinois, Dryden Press, 1958, σσ. 198 κ. εξ. Νικολάι Τοντόρωφ, Η Βαλκανική διάσταση της ελληνικής επανάστασης του 1821, Αθήνα 1982.

[84]  N. Jorga, La révolution française et le Sud-Est de l’Europe, 1934, όπ. π. Π. Κιτρομηλίδης, Η Γαλλική επανάσταση και η Νοτιοανατολική Ευρώπη, 1990/2000, όπ. π.

[85] Βλ. π.χ. Constantin Dimaras, La Grèce au temps de Lumières, 1969, όπ. π.

[86]  Π.  Kιτρομηλίδης, Η Γαλλική επανάσταση και…, 1990/2000, όπ. παρ., σσ. 13 κ. εξ

[87]Στο ιστορικό συγκείμενο της πολλαπλής παρακμής της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, οι ιταλικές πόλεις που εκμεταλλεύθηκαν και τις σταυροφορίες– δημιούργησαν ένα χώρο επιρροής τους στην Νοτιοανατολική Μεσόγειο. Με το ζήτημα αυτό συνδέεται η άποψη που υποστηρίζει ο Γ. Καραμπελιάς, ότι η πρωταρχική συσσώρευση ξεκινάει από την κατάληψη του ελλαδικού χώρου, δια μέσου τόσο της αρπαγής και της λεηλασίας, όσο και της εγκαθίδρυσης σχέσεων άνισων ανταλλαγών. Γ. Καραμπελιάς, 1204 Η διαμόρφωση του νεώτερου Ελληνισμού, Αθήνα, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Γ’ έκδοση συμπλ., εισ. Σπύρος Βρυώνης, 2007.

[88]  Ζήσης Φωτάκης, «Η ναυτική σημασία του ελληνικού γεωγραφικού χώρου και στόλου για την ασφάλεια και συνέχεια του Ελληνισμού, 1000 π. Χ.-1922 μ.Χ.», URL: http://www.hellenicnavy. gr._history_files/history2.asp O αρθρογράφος παραπέμπει και στο έργο του Μ. Σίμψα, Το Ναυτικό στην Ιστορία των Ελλήνων, τόμ. 3, σσ. 203-262 & τόμ. 4, σσ. 1-101.

[89] Χένρυ Α. Κίσσινγκερ, Ενας αποκατεστημένος κόσμος, όπ. π., 2003, σσ. 546-547.

[90]Νίκος Ροτζώκος, ‘‘Η πολιτική και θεσμική θεμελίωση του επαναστατημένου Εθνους’’, στο Γ. Μαργαρίτης (εποπτ.), Ιστορία των Ελλήνων, Αθήνα, Δομή, χ. χ., Τόμος 9, σσ. 202 και εξ.

[91]Νίκος Ροτζώκος, Επανάσταση και Εμφύλιος στο Εικοσιένα, Aθήνα, Πλέθρον/Δοκιμές, χ. χ., σ. 13.

[92] Ν. Ροτζώκος, ‘‘Η πολιτική και θεσμική θεμελίωση του επαναστατημένου Εθνους’’, στο Γ. Μαργαρίτης (εποπτ.), Ιστορία των Ελλήνων, όπ. π., σ. 244.

[93] Ν. Ροτζώκος, ‘‘Η πολιτική και θεσμική θεμελίωση του επαναστατημένου Εθνους’’, στο Γ. Μαργαρίτης (εποπτ.), Ιστορία των Ελλήνων, όπ. π., σσ. 239-240, 247-249, 250 και εξ.

[94] Αμβρόσιος Φραντζής, Επιτομή της Ιστορίας της Αναγεννηθείσης Ελλάδος, Αθήνα, 1839, Τόμος 3ος, σ. 11-17. Εμμ. Ρούκουνας, Διπλωματική Ιστορία, 19ος αιών, Αθήνα, 1975, σσ. 60-61. Για μια παρουσίαση των σχετικών με την αναγνώριση της ανεξαρτησίας της Ελλάδας διπλωματικών εξελίξεων από την σκοπιά της τουρκικής ιστοριογραφίας, βλ. Bilal Simsir, Ege Sorunu, Belgeler (To ζήτημα του Αιγαίου), Τόμος 1 (1912-13), Αγκυρα, Türk Tarih Kurumu (Ιδρυμα Τουρκικής Ιστορίας), 1976.  

[95]Baron I. De Testa, Recueil des Traités de la Porte ottomane, Vol. II, Paris, 1865, σ. 381-387. Χ. Νικολάου, Διεθνείς πολιτικές και στρατιωτικές συνθήκες-συμφωνίες & συμβάσεις, Αθήνα, Φλώρος, 1996, σσ. 94-96.
[96] Eduard Driault, Το Ανατολικό Ζήτημα - Μέρος πρώτο, 1997, όπ. π., σσ. 310, 312.
[97] Σύμφωνα με τον άγγλο πολιτικό Γλάδστων, η Συνθήκη της Αδριανούπολης υπήρξε «το διεθνές συμβόλαιο της πολιτικής υπόστασης και αυτοτέλειας του ελληνικού κράτους».
[98] Πρβλ. για τα κείμενα αυτής της περιόδου Baron I. De Testa, Recueil des Traités de la Porte ottomane, Vol. II, Amyot, Paris, 1865, σσ. 381-387.
[99] Baron I. Testa, Recueil des traités de la Porte ottomane, 1865, op. cit., p. 382. Hüseyin Pazarci, «Aspects juridiques des différends gréco-turcs en mer Egée», στο Semih Vaner (επιμ.), Le différend gréco-turc, 1988, όπ. π., σσ. 101 κ.εξ.
[100] E. Driault, Το Ανατολικό Ζήτημα - Μέρος πρώτο, 1997, όπ. π., σ. 315-316.
[101] Αναφορικά με την πρώτη συνοριακή γραμμή ανάμεσα στο ελληνικό κράτος και το οθωμανικό κράτος βλ. και τη Διδακτορική διατριβή της Anne Couderc, Etats, nations et territoires dans les Balkans au XIXe siècle. Histoire de la première frontière gréco-ottomane (1832-1881), υποστηρίχθηκε στο Παρίσι (διεύθυνση Σπύρου Ασδραχά). Η συγγραφέας εξετάζει τα σύνορα αυτά ως ζώνη επαφής ανάμεσα σε μια παλαιά, πολυεθνική και σε σχετικά μικρό βαθμό συγκεντρωτική Αυτοκρατορία και ένα κράτος που θεμελιώθηκε υπό την προστασία των δυνάμεων (Γαλλία, Μεγάλη Βρετανία, Ρωσία) και οργανώθηκε σύμφωνα με το δυτικό πρότυπο του κράτους-έθνους.

[102]Βλ. Γ. Αναστασιάδης, «Η Βαυαροκρατία από την άφιξη του Όθωνα μέχρι την άνοδό του στο θρόνο» στο Ιστορία των Ελλήνων, Τόμος 10 (1833-1881), Aθήνα, Δομή, σσ. 12 και εξ.

[103]Βλ J. Petropoulos, Politics and Statecraft in the Kingdom of Greece, 1833-1843, Princeton, 1968. Γ. Αναστασιάδης, «Οι Έλληνες στις ‘‘Συμπληγάδες’’ της απόλυτης μοναρχίας του Οθωνα. Πολιτική-Οικονομία», στο Ιστορία των Ελλήνων, Τόμος 10 (1833-1881), Aθήνα, Δομή, 2005, σσ. 38 και εξ. Β. Φίλιας. Κοινωνία και Εξουσία στην Ελλάδα, 1. Η νόθα αστικοποίηση, 1800-1864, 2η έκδοση, Aθήνα, 1975. Κ. Βεργόπουλος, Tο αγροτικό ζήτημα στην Ελλάδα, Aθήνα, Eξάντας, 1975. Γ. Κορδάτος, Mεγάλη Ιστορία της Ελλάδας, Τόμος 11, όπ. π. Γ. Κορδάτος, Μορφές του Νέου Ελληνισμού, Αθήνα, Μπάυρον, χ. χ., σσ. 13-15. Κ. Τσουκαλάς, Εξάρτηση και αναπαραγωγή (1830-1922), Αθήνα, Θεμέλιο, 1977. N. Ψυρούκης, Το Νεοελληνικό παροικιακό φαινόμενο, Αθήνα: Eπικαιρότητα, 1974. Γ. Καραμπελιάς, Το τέλος του παλιού κόσμου, α΄ έκδ. Παρίσι, 1972, β΄ έκδοση, Αθήνα, 1975. 

[104]D. Berindei, «Προς μια ευρωπαϊκή νέα τάξη», στο Ε. Αρβελέρ/Μ. Aymard, Oι Ευρωπαίοι, όπ. π., σ. 228.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου