Παρασκευή, 7 Δεκεμβρίου 2012

ΓΙΑ ΜΙΑ ΕΘΝΙΚΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ - του Θόδωρου Μπατρακούλη

ΓΙΑ ΜΙΑ ΕΘΝΙΚΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ: ΓΕΩΙΣΤΟΡΙΑ, ΠΡΟΚΛΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ

                                                                     ___


            Η Ελλάδα και ο Ελληνισμός βρίσκονται σήμερα σε μια ακόμα κρίσιμη, στην κρισιμότερη ίσως στιγμή της σύγχρονης ιστορίας. Με την υπογραφή των δύο δανειακών συμβάσεων και των μνημονίων (Μαίου 2010, Φεβρουαρίου 2012) τα δύο πρώην πλειοψηφικά πολιτικά κόμματα παραιτήθηκαν από την εθνική κυριαρχία και τη σχετική με αυτήν ασυλία και ενέδωσαν σε όλα όσα ζήτησε η διεθνής των τοκογλύφων δανειστών. Ο ελληνικός λαός οδηγείται σε μια διαρκή πορεία φτωχοποίησης και εξαθλίωσης[1]. Κατά την περίοδο που προηγήθηκε καθώς και κατά τις δίδυμες εκλογικές αναμετρήσεις του Μαίου και του Ιουνίου 2012, ο φόβος της δραχμής και μιάς διεθνούς απομόνωσης της χώρας αναδείχτηκε σε καταλύτη των εξελίξεων. Ωστόσο, οι εκλογές αυτές επισφράγισαν το τέλος της μεταπολιτευτικής περιόδου και εγκαινίασαν την αρχή μιάς ανασύνθεσης του όλου πολιτικού συστήματος.

         Οι περιοχές της Μέσης και της Εγγύς Ανατολής και της Ανατολικής Μεσογείου συγκαταλέγονταν ανέκαθεν στα σημαντικότερα γεωπολιτικά υποσυστήματα[2]. Συνιστούν μέρος του κατά τον MacKinder εσωτερικού περιφερειακού δακτυλίου (Rimland)[3]. Οι περιοχές αυτές ήταν και παραμένουν από τις πιο εύφλεκτες του πλανήτη επί δεκαετίες. Με την ανακάλυψη και την επέκταση της χρήσης του πετρελαίου και των παραγώγων του, η σημασία τους αυξήθηκε κατά πολύ[4]. Οι εξελίξεις σ’αυτές, π.χ. ένας πόλεμος, επηρεάζει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο όλα τα κράτη του πλανήτη. Η ρευστότητα στο γεωπολιτικό σύστημα Βαλκάνια-Ανατολική Μεσόγειος-Μέση Ανατολή-Καύκασος έχει βαθιές ρίζες[5]. Δεν μπορεί να αρθεί με επεμβάσεις εξωπεριφερειακών δυνάμεων εφ’όσον παραμένουν ισχυροί παράγοντες (οικονομική/κοινωνική υπανάπτυξη, πολιτισμική πτώχευση και υποτέλεια στους εκτός περιοχής ισχυρούς, εξάρτηση από μεγάλα πολυεθνικά καπιταλιστικά συγκροτήματα, εκτεταμένη διαφθορά και εγκληματικότητα, σωβινιστικοί εθνικισμοί, πολύμορφες ταυτοτικές αυταπάτες) που δημιουργούν ανασφάλεια, απελπισία και αλυτρωτικές βλέψεις. Σοβαρότατη συνέπεια της όλης κατάστασης αποτελεί η διαιώνιση του πολιτικού κατατεμαχισμού της Βαλκανικής. Σε πείσμα ορισμένων «κοσμοπολίτικων» διεθνιστικών ιδεολογημάτων η συνύπαρξη στα Βαλκάνια είναι δυνατή μόνο βασιζόμενη σε συνεργασία ανάμεσα σε ανεξάρτητα και δημοκρατικά κυβερνώμενα κράτη-έθνη. Αφετέρου, η διάλυση της Ομοσπονδιακής Γιουγκοσλαβίας συνιστούσε πλήγμα για μια αυτόνομη πορεία και των Βαλκανίων και της Ευρωπαϊκής Ενωσης (Ε.Ε.)[6]. Με μια ενιαία Γιουγκοσλαβία, η οποία θα μπορούσε να καταστεί μέλος της Ε.Ε., η τελευταία θα μπορούσε να εξασφαλίσει διέξοδο προς Ανατολάς. Εξ άλλου, οι ποικίλες αβεβαιότητες στην περιοχή δημιουργούσαν νέα μεταναστευτικά κύματα.

         Αρκετοί αναλυτές έχουν αναφερθεί στις ανησυχίες για ευκαιρίες ανάμιξης στις υποθέσεις των λαών της περιοχής που οι μετά τα 1989-1991 γεωπολιτικές μεταβολές, ιδιαίτερα αυτές στα Βαλκάνια, προσέφεραν στις εξωβαλκανικές Δυνάμεις και στην Τουρκία[7]. Το Ισλάμ είναι η κύρια θρησκεία στην Αλβανία, την Βοσνία-Ερζεγοβίνη και τη Τουρκία. Οι μουσουλμάνοι των Βαλκανίων έχουν αναμνήσεις μιας κοινής μοίρας κατά τη διάρκεια αρκετών αιώνων, στους κόλπους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι Αλβανοί[8] καθώς και οι Βόσνιοι, μετά την κατάκτηση και τον προσηλυτισμό τους στο ισλάμ, υπηρέτησαν πιστά την Αυτοκρατορία. Επρεπε να εκτιμηθεί το ενδεχόμενο τη θέση που κατείχε η Γιουγκοσλαβία στο παρελθόν να καταλάβει μια άλλη δύναμη ή ένας συνασπισμός δυνάμεων, μεταξύ των οποίων μία έμελλε να έχει ηγεμονεύουσα θέση. Η δύναμη αυτή μπορεί να είναι μια ισχυρή, «αυτοκρατορική», νεοοθωμανική Τουρκία από κοινού με συμμάχους της κρατικούς δρώντες[9]. Ιδιαίτερα σημαντική αναφορικά με τον πιο πρόσφατο, από το 2003 και μετά (δηλ. από την άνοδο στην κυβέρνηση του ισλαμιστικών ριζών Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) του Ρετζέπ Ερντογάν), γεωστρατηγικό σχεδιασμό της Τουρκίας είναι η σκέψη του καθηγητού και θεωρητικού της Γεωπολιτικής Ahmet Davutoğlu[10]. Ενας σύμμαχος της Τουρκίας μπορεί σήμερα να είναι η Γερμανία. «Η Γερμανία έχει συμφέρον να επιχειρήσει να αποκαταστήσει όσο το δυνατόν στενότερες σχέσεις με την Αγκυρα. Αν μάλιστα μπορεί να το πετύχει αυτό προσφέροντας στους Τούρκους τη μισή Κύπρο, αυτό θα ήταν ιδανικό για το Βερολίνο! Αν οι Κύπριοι ποντάρουν στη μέχρι τώρα επιδειχθείσα σφοδρότατη αντίθεση της γερμανικής Δεξιάς να δεχτεί την ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ, κάνουν διπλό λάθος. Πρώτον, το ότι οι δεξιοί Γερμανοί δεν θέλουν τους Τούρκους στην ΕΕ δεν σημαίνει ότι δεν θέλουν να προσφέρουν τη μισή Κύπρο στην Αγκυρα. Το ακριβώς αντίθετο ισχύει, η γερμανική προσφορά του μισού νησιού στους Τούρκους είναι ένα καλό αντιστάθμισμα για τις δυσκολίες που φέρνουν στην τουρκική ένταξη στην ΕΕ. Δεύτερον, από του χρόνου τον Σεπτέμβρη θα αλλάξει πιθανότατα η γερμανική πολιτική έναντι της Τουρκίας. Αν όντως σχηματιστεί μετά τις εκλογές κυβέρνηση «μεγάλου συνασπισμού» χριστιανοδημοκρατών – σοσιαλδημοκρατών, αυτό είναι βέβαιο, καθώς οι Γερμανοί σοσιαλδημοκράτες είναι αυτοί που πρωτοστάτησαν στην έναρξη των διαδικασιών ένταξης της Τουρκίας στην ΕΕ»[11].

         Και βεβαίως υπάρχει ο διεθνής ανταγωνισμός για τον έλεγχο των φυσικών και ιδιαίτερα των ενεργειακών πόρων, που έχει ιδιαίτερη πολύπλευρη σημασία[12]. Η Ελλάδα διαθέτει ιδιαίτερα πλούσια κοιτάσματα πετρελαίων και φυσικού αερίου, κυριολεκτικά «κάθεται επάνω σε τέτοια κοιτάσματα»[13]. Η Γερμανία δεν διαθέτει αυτούς τους ενεργειακούς πόρους στο έδαφός της. Εισάγει ενέργεια με αγωγούς από τη Ρωσία, και με δεξαμενόπλοια από τις Αραβικές χώρες και την Κεντρική Αμερική. Δηλαδή η Γερμανία όσον αφορά την ενέργεια είναι εξαρτημένη κατά περίπου 50% από τη Ρωσία. Η Γερμανία, στην προσπάθειά της να επιτύχει μεγαλύτερη ενεργειακή αυτάρκεια, αποβλέπει στους υδρογονάνθρακες της Ελλάδας. Η καγκελάριος Μέρκελ, για τον ίδιο λόγο, επιχείρησε να προσεταιριστεί και τη Κύπρο, αλλά εκεί την Γερμανία την πρόλαβαν άλλοι ανταγωνιστές.

         Η Τουρκία, χρησιμοποιώντας την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου καταχρηστικά την αξία του γεωγραφικού χώρου που κατέχει ως κράτος[14], κατόρθωσε να εξασφαλίσει τη στήριξη των κρατών του ΝΑΤΟ, κυρίως των ΗΠΑ, καθώς και του Ισραήλ, και να θέσει υπό πολυετή ομηρία Κύπρο και Ελλάδα[15]. Συνεχίζει να κατέχει από το 1974 το 38% της Κυπριακής Δημοκρατίας, διατηρώντας 40 χιλιάδες στρατό κατοχής και εγκαθιστώντας πολλές δεκάδες χιλιάδες εποίκων στο πολύπαθο νησί. Ταυτόχρονα, ασκώντας κρατική τρομοκρατία, έθεσε υπό ομηρεία την Ελλάδα, που επί τριάντα χρόνια δεν μπορεί να κάνει χρήση κυριαρχικού της δικαιώματος, όπως είναι η επέκταση των χωρικών της υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια στο σύνολο του θαλάσσιου χώρου της. Για να ισχυροποιήσει τις θέσεις της έναντι της Ελλάδας, η Τουρκία αρνείται επίμονα να αναγνωρίσει το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας[16], που είναι σε ισχύ από το 1982[17].

         Η Τουρκία διαθέτει - ή ισχυρίζεται ότι υπάρχουν - τουρκικές μειονότητες σε τουλάχιστον δεκαπέντε χώρες. Ωστόσο, μέχρι σήμερα μόνο δύο από αυτές - την μειονότητα των «τουρκοκυπρίων»[18] και το μουσουλμανικό μειονοτικό στοιχείο της ελληνικής Θράκης - έχει εντάξει σε ένα γεωπολιτικό σχεδιασμό με ιδιαίτερες πτυχές. Αυτές οι πτυχές συνδέονται με το ζήτημα της εκμετάλλευσης ενεργειακών πόρων όσο και της μεταφοράς τους. Κατά συνέπεια, η Αγκυρα διαμόρφωσε κεντρική στρατηγική και αντίστοιχες πολιτικές που επιδίωκαν την μετατροπή αυτών των μειονοτήτων σε πολύτιμα εργαλεία του τουρκικού κράτους για την επίτευξη των γεωπολιτικών και πολιτικών στόχων που αυτό είχε θέσει. Η δεύτερη μειονότητα για την οποία η Τουρκία δείχνει αξιοπερίεργη «αγάπη» τα τελευταία πενήντα χρόνια είναι η μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης, η οποία εξαιρέθηκε από την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1923, με τον όρο αμοιβαιότητας, ώστε να παραμείνουν οι Ελληνες της Κωνσταντινούπολης, της Ιμβρου και της Τενέδου στις εστίες τους, ως ποίμνιο του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

         Στην Τουρκία, από τα τέλη του 2002, εξελισσόταν ένα ιδιαίτερα σημαντικό εγχείρημα: Της διακυβέρνησης από ένα «μετριοπαθές ισλαμιστικό κόμμα» (ΑΚΡ) και του επαναπροσδιορισμού του γεωπολιτικού ρόλου της. Στο πλαίσιο αυτό εκδηλώνονταν ορισμένες απόπειρες του Ρετζέπ Ερντογάν να διαφοροποιηθεί φραστικά από ένα ιστορικό παρελθόν, που σφραγίστηκε από εκτεταμένους διωγμούς και αφομοιωτική πολιτική έναντι των εθνικών μειονοτήτων[19]. Είχαν εφαρμοστεί μέθοδοι και μέτρα που επέφεραν είτε την εκδίωξη και την φυσική εξόντωση των μειονοτικών κοινοτήτων, είτε την υποταγή τους με άγριες κατασταλτικές πρακτικές συνοδευόμενες από προσπάθειες γλωσσικής και πολιτισμικής αφομοίωσής τους[20]. Ο Ερντογάν επιχειρούσε να κρατήσει αποστάσεις από τους απολογητές αυτών των πρακτικών (π. χ. δηλώσεις του της 23ης Μαίου 2009). Οι κινήσεις του παρουσίαζαν οπωσδήποτε πολιτικό και διπλωματικό ενδιαφέρον[21]. Ακολούθησαν η άδεια των τουρκικών αρχών να πραγματοποιηθεί για πρώτη φορά μετά το 1922 πατριαρχική Θεία Λειτουργία για τρείς συνεχείς χρονιές - 2010, 2011, 2012 - στο ιστορικό σύμβολο της ελληνοποντιακής πίστης, την Παναγία του Σουμελά στον Πόντο. Ορισμένες παρατηρήσεις: Πρώτον, την προαναφερόμενη δήλωση του Τούρκου ηγέτη με το προφίλ «ήπιου ισλαμιστή» καθώς και τις άλλες κινήσεις της Τουρκίας που γίνονται με παρόμοιο πνεύμα επέβαλαν λόγοι, οι οποίοι σχετίζονται τόσο με την διεθνή περιφερειακή στρατηγική της Τουρκίας, όσο και με τις εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις. Ο Ερντογάν αισθανόταν αρκετά ισχυρός ώστε να θέλει να δείξει ότι αμφισβητούσε τη νεοτουρκική/κεμαλική παράδοση, η οποία συχνά αξιοποιείται από τους εθνικιστές και το τουρκικό παρακράτος. Δεύτερον, θα έπρεπε να εξετασθεί αν παρόμοιες κινήσεις ήταν συμβατές με το νεοοθωμανισμό, ως αυτοκρατορική ιδεολογία, και πως εξυπηρετούν τους σχεδιασμούς του. Ο διφυής στόχος του τουρκικού εθνικισμού (Νεοτούρκων και κεμαλισμού) επιτεύχθηκε: α) Από τα υπολείμματα της πολυεθνικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (ιδιαίτερα στη Μικρά Ασία, γεωγραφική βάση της Τουρκίας)[22] διαμορφώθηκε μια τουρκική εθνική ταυτότητα και ένα κράτος-έθνος. β) Αντιμετωπίστηκαν με κατασταλτικές μεθόδους όλες οι διεκδικήσεις διαφορετικών εθνικοτήτων. Μια ιδιαίτερη περίπτωση εθνικής εκκαθάρισης εμφανίζεται στην αντιμετώπιση των Κούρδων. Μετά την αιματηρότατη καταστολή των εξεγέρσεων του 1925 και του 1937, επιχειρείται η γλωσσική/πολιτισμική τους αφομοίωση[23]. Η «εκκοσμίκευση» έγινε ο νέος παρονομαστής του τουρκικού έθνους, αλλά ως συμπλήρωμα της τουρκικότητας και του ισλάμ[24]. Ωστόσο, τα έθνη και η πολιτισμική ιδιοπροσωπεία τους δεν είναι εύκολο να εξαφανιστούν ως δια μαγείας. Στη Μικρά Ασία και στον Εύξεινο Πόντο υπήρχαν ποικίλες εθνικές κοινότητες. Και μετά τον αφανισμό των χριστιανικών εθνοτήτων (Αρμένιοι, Ελληνες, Ασσύριοι), εμφανίστηκαν άλλες στο προσκήνιο. Οι Κούρδοι πήραν τη σκυτάλη ενός εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα, που, από το 1984, εξακολουθεί για αρκετά χρόνια να συγκλονίζει την Τουρκία[25]. Και οι δια της βίας εξισλαμισμένοι, όπως οι εναπομείναντες στην ιστορική κοιτίδα τους Ελληνοπόντιοι[26] και Αρμένιοι, δεν έχασαν τη μνήμη τους, διατηρούν την ιδιοπροσωπία τους καθώς και στοιχεία της συλλογικής μνήμης τους. Υπάρχουν όχι λίγες μαρτυρίες για την ύπαρξη κρυπτοχριστιανών πολλά χρόνια μετά τους διωγμούς της περιόδου 1915-1922[27]. Πολλοί από τους εξισλαμισμένους Ποντίους, ιδιαίτερα κοινότητες των περιοχών της Τραπεζούντας, της Τόνιας, του Οφη, των Σουρμένων, της Ματσούκας, και ορισμένες κοινότητες που έχουν εγκατασταθεί σε περιφερειακούς δήμους της Κωνσταντινούπολης, έχουν διατηρήσει ακέραια την Ποντιακή τους γλώσσα. Ωστόσο, η γλώσσα αυτή είναι σήμερα παράνομη στην περιοχή του Πόντου και σε ολόκληρη την επικράτεια της σημερινής Τουρκίας. Οι μαθητές/μαθήτριες του Πόντου στερούνται σχολείων για την εκμάθηση, καλλιέργεια και ανάπτυξη της μητρικής γλώσσας τους.

         Το λεγόμενο «Εθνικό Σύμφωνο» (Misak-ı Millî) ή «Εθνικός Όρκος» (Ulusal Yemin στα τουρκικά) περιέχει τους όρους που θα ήταν διατεθειμένη να αποδεχτεί η Τουρκία για να υπογράψει τη συμφωνίας ειρήνης, που θα σήμαινε γι’ αυτήν το οριστικό τέλος του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου[28]. Το τι σημαίνει στην ουσία διαχρονικά το «Misak-ı Milli» το προσδιορίζει ο Τούρκος καθηγητής της Ιστορίας Νuri Kostuklu (σ.σ. είναι μέλος της Ανώτατης Επιτροπής Πολιτισμού, Γλώσσας και Ιστορίας του Ατατούρκ στην Πρωθυπουργία) σε μια ιδιαίτερα αποκαλυπτική μελέτη του με τίτλο: Misak-ı Milli ve Atatürk'ün Milli Dış Politika Hedefleri (: Το «Εθνικό Σύμφωνο» και οι Εθνικοί Στόχοι του Ατατούρκ Σχετικά με την Εξωτερική Πολιτική[29]. Σύμφωνα με τη μελέτη, ο Μουσταφά Κεμάλ δήλωσε ότι: «Κάθε έδαφος όπου ζουν Τούρκοι περιλαμβάνεται στο «Misak-ı Milli». Με τη βοήθεια του Αλλάχ, θα πάρω πίσω τη Μοσούλη, το Κιρκούκ και τα νησιά (σ.σ. εννοεί τα νησιά του Αιγαίου και την Κύπρο), καθώς επίσης θα ενσωματώσω εντός των συνόρων της Τουρκίας τη Θεσσαλονίκη και τη Θράκη». Ο παρακάτω χάρτης, που κυκλοφορεί ευρέως στην Τουρκία, παρουσιάζει αναλυτικά τις περιοχές που εποφθαλμιά αυτή και περιλαμβάνονται στο Misak-ı Milli, από την εποχή του Μουσταφά Κεμάλ μέχρι και την εποχή του Ταγίπ Ερντογάν, καταδεικνύοντας ότι η κεμαλική κληρονομιά είναι αδιαπραγμάτευτη και διαχρονική [σ.σ. στο χάρτη αναγράφεται: «Ποτέ δεν θα παραιτηθούμε από την αγάπη μας, το Misak-ı Milli (Εθνικό Ορκο)»].


         Στο σύστημα Ανατολική Μεσόγειος-Εγγύς/Μέση Ανατολή - Βαλκάνια –Καύκασος, ο κάθε κρατικός δρών επιδιώκει να προωθήσει τις θέσεις του, αναπροσαρμόζοντας τις σχέσεις τους με τους άλλους δρώντες. Αυτό έκαναν, πέραν των άλλων ισχυρών δρώντων (ΗΠΑ, Γαλλία, Ρωσία, Κίνα) και το Ισραήλ, η νεοοθωμανική Τουρκία, το Κατάρ και η Σαουδική Αραβία. Εξάλλου, σημαντική βαρύτητα είχαν οι εξελίξεις στο κουρδικό ζήτημα, οι οποίες επηρέαζαν κυρίως τρεις χώρες της περιοχής της Εγγύς και Μέσης Ανατολής, την Τουρκία, τη Συρία και το Ιράκ[30]. Ενώ η Ελλάδα (υπό τα Μνημόνια, την τρόικα και ηγεσίες που υπήγαγαν τη χώρα στο ΔΝΤ) δοκιμαζόταν από την βαθύτερη κρίση της μετά το 1950 ιστορίας της, η Toυρκία αισθανόταν τόσο ισχυρή ώστε να διεκδικεί ηγεμονικό ρόλο στο μουσουλμανικό κόσμο. Οι ηγεμονικές βλέψεις της Τουρκίας ξετυλίγονται μέσα στην ευρύτερη γεωπολιτική ρευστότητα και ενώ παρέμενε ασαφές το πως θα διαμορφωθεί η κατάσταση στον μεταεξεγερσιακό αραβοϊσλαμικό κόσμο[31]. Η αλλαγή στην Αίγυπτο, την πολυπληθέστερη και σπουδαιότερη αραβική χώρα - Πρόεδρος εκλέχθηκε ο Μοχάμεντ Μόρσι, υποστηριζόμενος από τη Μουσουλμανική Αδελφότητα - ιδιαίτερα έμελλε να έχει, πέραν των εσωτερικών, και επιπτώσεις στις διεθνείς ισορροπίες. Ας σημειωθεί ότι, στη συνεχιζόμενη αναμέτρηση στη Συρία, μια σημαντική ήττα των ισλαμιστών ανταρτών επήλθε στην γενική έφοδό τους στις 25 Οκτωβρίου στο Χαλέπι, εξέλιξη που, ενδεχομένως, πυροδοτούσε επέμβαση των δυτικών στην Συρία, σύμφωνα με την εβδομαδιαία World Τribune της Ουάσιγκτον. Εξάλλου, το αμερικανικό Πεντάγωνο ανακοίνωσε συμφωνία πώλησης στη Σαουδική Αραβία 20 μεταγωγικών αεροσκαφών τύπου C-130 και 5 αεροσκαφών ανεφοδιασμού τύπου KC-130 έναντι του ποσού των 6,7 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Η πώληση περιλαμβάνει επίσης 120 κινητήρες αεροσκαφών, συστήματα Link 16, ένα σύστημα επικοινωνίας του ΝΑΤΟ, και ανταλλακτικά. Μετά την αγορά ρεκόρ δεκάδων αεροσκαφών και ελικοπτέρων στα τέλη του 2010 έναντι του ποσού των περίπου 60 δισεκατομμυρίων δολαρίων, η πώληση αυτή ενισχύει τη θέση των Ηνωμένων Πολιτειών ως ο κύριος προμηθευτής όπλων προς τη Σαουδική Αραβία. Η Ουάσιγκτον προωθεί τις πωλήσεις όπλων σε χώρες του Περσικού Κόλπου, για να ενισχύσει τους συμμάχους της στην αντιμετώπιση του Ιράν (συμμάχου των Κίνας-Ρωσίας) και της πυρηνικής απειλής που αυτό αντιπροσωπεύει για το Ισραήλ και τα δυτικά κράτη.

         Η διαμόρφωση μακροπρόθεσμης συνολικής στρατηγικής είναι αναγκαία. Η Ελλάδα έπρεπε να επαναπροσδιορίσει τη στρατηγική της σε αποτρεπτική κατεύθυνση και στην κατεύθυνση της διασφάλισης του εθνικού ελέγχου των πλουτοπαραγωγικών πόρων της, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι υδρογονάνθρακες. Ενας συνολικός ελληνικός στρατηγικός σχεδιασμός, που διέπεται από τα ιστορικά διδάγματα και την γνώση της σύγχρονης γεωπολιτικής, θα έπρεπε να περιλαμβάνει:

        Α) Ως βάση της, πρώτον, την αποτρεπτική ισχύ και τη δημιουργία ευνοïκού συσχετισμού δυνάμεων, και, δεύτερον, την πλήρη αξιοποίηση του Διεθνούς Δικαίου, και την στήριξη στα δικαιώματα των λαών και σε σαφείς ηθικές αρχές.

        Β) Η λύση του Κυπριακού - πρόβλημα εισβολής και κατοχής - μπορεί να προκύψει ως προïόν στενής στρατηγικής συνεργασίας και συντονισμού Ελλάδας, Κύπρου και του όπου γης ελληνισμού. Απαιτούνται σχεδιασμένες ενέργειες βάσει των αποφάσεων και ψηφισμάτων του ΟΗΕ, με πλήρη σεβασμό του κοινοτικού κεκτημένου. Να γίνουν πράξη: η αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων κατοχής και των εκ Τουρκίας εποίκων, η επιστροφή όλων των προσφύγων, η πλήρης άσκηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των προσφύγων και των εγκλωβισμένων, η εφαρμογή των τριών ελευθεριών, η κατάργηση των αγγλικών βάσεων.

         Γ) Οσον αφορά το ζήτημα της ανακήρυξης από την Ελλάδα και της αναγνώρισης της δικής της ΑΟΖ: Η Ελλάδα έχει αυτό το δικαίωμα σύμφωνα με την ΣΘΔ του 1982 και συμφέρον της είναι να προχωρήσει στην καθιέρωσή της. Εχει αρχίσει σχετικές διαπραγματεύσεις με την Αίγυπτο και τη Λιβύη, ενώ η σχετική σύμβαση που υπογράφηκε με την Αλβανία δεν επικυρώθηκε από το Συνταγματικό Δικαστήριο της τελευταίας. Ασφαλώς, στο ζήτημα της καθιέρωσης ΑΟΖ εμπλέκονται πολλά και ισχυρά συμφέροντα. Δεν μπορεί να δοθεί απάντηση μεμονωμένα, χωρίς συσχέτιση με μια συνολική εθνική στρατηγική, η οποία όμως δύσκολα μπορεί να ανευρεθεί στην σημερινή πολιτική συγκυρία.

         Δ) Προώθηση μιας εναλλακτικής συνεργασίας των λαών και κρατών της Βαλκανικής, τόσο αυτοτελώς, όσο και στα πλαίσια της Ε.Ε. Στο επίκεντρο πρέπει να τίθεται η σύνθεση πολιτισμικών επιτευγμάτων και ιδιαιτεροτήτων και η ανάδειξη της περιοχής σε σχετικά αυτόνομο-αυτοδύναμο αναπτυξιακό πόλο.

         Ε) Προβολή συγκεκριμένων όρων για την έγκριση από την Ελλάδα και την Ε.Ε. της προόδου των ενταξιακών διαπραγματεύσεών της Τουρκίας, με την απειλή αποκλεισμού της ένταξής της.

         ΣΤ) Στις ελληνοτουρκικές σχέσεις: Η Ελλάδα έχει Εθνικό Εναέριο Χώρο (ΕΕΧ) 10 ν.μ. και χωρικά ύδατα 6 ν.μ. - που συνιστά ιδιότυπο καθεστώς. Η θέση της σε συνδυασμό με το δικαίωμα επέκτασης των χωρικών της υδάτων από τα 6 ν.μ. στα 12 ν.μ. καθίσταται αρκετά ισχυρή και βρίσκεται μέσα στη διεθνή νομιμότητα. Η Ελλάδα οφείλει να εξακολουθήσει να απαιτεί τη συμμόρφωση των τουρκικών στρατιωτικών αεροσκαφών με τους κανόνες Εναέριας Κυκλοφορίας, που θεσπίζει το υπεύθυνο για τη λειτουργία της αεροναυσιπλοΐας στο Αιγαίο FIR Αθηνών. Στο πεδίο των συνεχιζόμενων επί σειρά ετών ελληνοτουρκικών διαπραγματεύσεων, η επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης της χώρας μείωσε τα περιθώρια κινήσεων. Οι σημαντικές αποφάσεις λαμβάνονται καταφανώς αλλού. Στην εν λόγω συγκυρία θα έπρεπε να δοθεί έμφαση στην τακτική. Οι Ελληνες διπλωμάτες οφείλουν να κινητοποιήσουν ευφυϊα και πατριωτισμό, ώστε όσο το δυνατόν περισσότερα εθνικά ζητήματα να παραμείνουν ανοικτά, εν αναμονή καλυτέρων ημερών.

         Ζ) Οσον αφορά τα δικαιώματα της ελληνικής μειονότητας -  Κωνσταντινούπολης, Ιμβρου και Τενέδου - πέραν της απαίτησης αποκατάστασης των περιουσιακών δικαιωμάτων του μειονοτικού στοιχείου, να διεκδικείται συστηματικά η δημιουργία συνθηκών ασφάλειας για την επιστροφή εκεί της μειονότητας στην Κωνσταντινούπολη, καθώς και στην Ιμβρο και την Τένεδο. Απαιτείται η διαμόρφωση ειδικού νομικού καθεστώτος προστασίας των πολιτιστικών/θρησκευτικών Μνημείων και πνευματικών Ιδρυμάτων στην Τουρκία και σε άλλες χώρες της ευρύτερης περιοχής όπου επιβίωσαν τα δημιουργήματα του ελληνικού-ρωμαïκού πολιτισμού.

         Η) Εξαγγελία από το σύνολο της πολιτικής ηγεσίας της διοργάνωσης δημοψηφισμάτων αναφορικά με: 1) Τo όνομα της ΠΓΔΜ, την αναγνώρισή της από την Ελλάδα και τη στάση μας έναντι της ένταξης της στην Ε.Ε. και το ΝΑΤΟ. 2) Την έγκριση από την Ελλάδα της ένταξης της Τουρκίας στην Ε.Ε.

         Θ) Η αναχαίτισή του αλβανικού μεγαλοïδεατικού εθνικισμού περνάει από την ισχυροποίηση της εθνικής κοινότητας της Βορείου Ηπείρου και την ανάδειξη της αυτονομίας της.

         Η μνήμη των παλιών εθνοθρησκευτικών εκκαθαρίσεων μπορεί να συμβάλει στην αποτροπή σύγχρονων βαρβαροτήτων και αφανισμού λαών. Η Ελλάδα πρέπει να προωθεί πρωτοβουλίες με βάση την Ιστορία, τα δίκαια και τις προσδοκίες των αυτόχθονων ιστορικών λαών της περιοχής. Είναι ιδιαίτερα σημαντική η ευρύτερη γνωστοποίηση της γενοκτονίας των Ελλήνων που ζούσαν στην Οσμανική Αυτοκρατορία. Χρειάζεται να γίνει επαναξιολόγηση των διαφόρων ενεργειών που επιδιώκουν την αναγνώριση της γενοκτονίας ή Γενοκτονίας των Ποντίων και των άλλων Μικρασιατών Ελλήνων. Πρόβλημα δημιουργείται από το ότι σχεδόν όλα τα βιβλία που αναφέρονται στην γενοκτονία του Ποντιακού Ελληνισμού είναι γραμμένα στα ελληνικά (δυσκολία γνωστοποίησης π. χ. ευρύτερα στην Αμερική της γενοκτονίας ώστε να φέρει το επιθυμητό αποτέλεσμα το αίτημα της αναγνώρισης). Αλλά, το πρόβλημα της γλώσσας δεν είναι το μοναδικό.

         Η Ελλάδα και ο Ελληνισμός βρίσκονται σήμερα αντιμέτωποι με την επιλογή αυτεξουσιότητα ή εξαφάνιση. Στην ελληνική κοινωνία που, μέχρι χθες, ανέθετε την πολιτική εκπροσώπηση κατ’ εξοχήν σε επαγγελματίες της πολιτικής και των ΜΜΕ, πραγματοποιείται μια ιδιαίτερου βάθους και εύρους πολιτικοποίηση. Η ανάδυση νέων πολιτικών κινήσεων-μορφωμάτων - Σπίθα, Αρμα Πολιτών, Ανεξάρτητοι Έλληνες, ΕΠΑΜ -, καθώς και η εκλογική εκτίναξη του ΣΥΡΙΖΑ, αποτελούν προμηνύματα για την ανάδειξη νέων ανεξάρτητων πολιτικών σχημάτων, που επιχειρούν να εκφράσουν την καινούργια ριζοσπαστικοποίηση. Αυτό δεν έγινε δυνατό σε μια πρώτη περίοδο κατά την οποία οι άνθρωποι έμπαιναν στον πολιτικό στίβο κουβαλώντας ιδεολογικές αντιλήψεις του παρελθόντος. Δυόμισυ χρόνια μετά, το ζήτημα θα τεθεί και πάλι επιτακτικά, σε μια πιο ολοκληρωμένη και συνθετική κατεύθυνση. Αρχικά, η ρήξη με την ποικιλόμορφη εξάρτηση από τη ‘’Δύση’’, τον ευρωλιγουρισμό και την υποτέλεια των ψευδοοικουμενιστικών κυρίαρχων δυνάμεων εκφράστηκε συχνά με ιδεολογικά ακατέργαστες μορφές, που σ’ ένα μεγάλο βαθμό επέτρεψαν και την ανάδειξη της Χρυσής Αυγής. Ωστόσο, αυτές οι μορφές δεν αναιρούν τη σημασία του φαινομένου. Στην αμέσως επόμενη περίοδο, και ανάλογα με τη συγκυρία και τις γενικότερες εξελίξεις, μπορούν να γίνουν νέες απόπειρες για συνθέσεις. Απόπειρες που θα έχουν κρατήσει στοιχεία του ριζοσπαστισμού του αντιμνημονιακού κινήματος και θα τον ολοκληρώνουν σε μία κατεύθυνση διαφορετικής, εναλλακτικής προοπτικής απελευθέρωσης και αναδημιουργίας.

         Η συγκυβέρνηση Ν.Δ.-ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜΑΡ ψήφισε στη Βουλή (σε ένα άρθρο), διά πυρός και σιδήρου, με 153 ψήφους-μαχαιριές στις Ελληνίδες και στους Ελληνίδες, υλοποιώντας τις εντολές της Μέρκελ και των δανειστών το πολυσυζητημένο ‘‘Μακροπρόθεσμο’’. Αυτό, πέραν των διακηρύξεων για δημοσιονομική σταθεροποίηση και μείωση του χρέους, συνεχίζει την εξαθλίωση του λαού, την εκποίηση του εθνικού μας πλούτου, και την εθνική υποτέλεια. Ο νέος μνημονιακός Νόμος επιβάλλει ένα ασφυκτικό πλαίσιο μέτρων και υποχρεώσεων, που μπορεί να συνοψιστεί στις λέξεις: «Φέρτε τα λεφτά». Θα μπορούν να εκποιούνται στους δανειστές της χώρας και να περνούν υπό τον έλεγχο του γερμανικού Δ΄ Ράιχ ελληνικά δημόσια ακίνητα, ορυκτός πλούτος, πανεπιστημιακά ακίνητα, ακόμα και η αγροτική γή και ιδιωτικά ακίνητα... Η Ελλάδα θα μπορούσε να είναι μια χώρα με πολίτες που ευημερούν, που ασκεί πλήρως τα δικαιώματα που απορρέουν από την εθνική κυριαρχία και απολαμβάνει κύρους διεθνώς. Αλλά λόγω των πολυεθνικών ομίλων που την κηδεμονεύουν, ανικάνων, ιδιοτελών και υποτελών πολιτικών, καθώς και της πολιτικής παιδείας και των συμπεριφορών των πολιτών της, αντιμετωπίζει σήμερα τεράστια οικονομικά προβλήματα, με άμεσο κίνδυνο πτώχευσης. Σ’αυτή την κρισιμότατη συγκυρία, ενεργοί ελεύθεροι πολίτες σκέφτονται και ενεργούν με συλλογικές πρωτοβουλίες.  Ας ασκήσουμε και το δικαίωμά ελέγχου των εκπροσώπων μας στο Κοινοβούλιο. Οι πολιτικές δυνάμεις που αντιτίθενται στα Μνημόνια οφείλουν να διευκρινίσουν την πολιτική και γεωπολιτική τους πρόταση και να δίνουν σαφείς απαντήσεις στα ερωτήματα που θέτουν οι Ελληνες πολίτες. Ποιο είναι το πρόγραμμα οικονομικής πολιτικής και ποιοι είναι οι άξονες εθνικής και περιφερειακής (δηλαδή στο ευρύτερο γεωπολιτικό μας σύστημα) στρατηγικής με βάση τα οποία θα κυβερνήσουν; Σε συμμαχία με ποιές πολιτικές δυνάμεις θα ασκήσουν κυβερνητική εξουσία;

6 Δεκεμβρίου 2012

Θόδωρος Μπατρακούλης

Δρ Πανεπιστημίου Paris VIII, Νομικός





[1] Είναι πλέον γνωστή η παραποίηση των στατιστικών στοιχείων για το χρέος της χώρας από τους υπευθύνους του Υπουργείου Οικονομικών και της ΕΛΣΤΑΤ επί κυβερνήσεως Γ. Α. Παπανδρέου. Βλ. και Νότης Μαριάς, Το Μνημόνιο της χρεοκοπίας και ο άλλος δρόμος. ‘‘Πειραματόζωον η Ελλάς’’, Αθήνα Εκδοτικός Οίκος Α. Α. Λιβάνη, 2011, 605 σ. Παναγιώτης Ρουμελιώτης, Πώς και γιατί φτάσαμε στο Μνημόνιο, Εκδ. Οίκος Α. Α. Λιβάνη, 2012, 384 σ. Επίσης http://www.youtube.com/ watch?v=BXejOVtHZcE& feature=player_embedded)!
[2] Βλ. Αρνολντ Τόυνμπη, Σπουδή της Ιστορίας, Αθήνα: Αφοι Συρόπουλοι & Κ. Κουμουνδουρέας, 1962. Lucette Boulnois (1931-2009), La Route de la Soie : Dieux, guerriers et marchands, Genève: Éditions Olizane, 4η έκδ.  πλήρως αναθεωρημένη 2001, 558 σ. (1η έκδ. Παρίσι: Arthaud, 1963, Olizane, 2η έκδ. 1986, έκδ. 1992).
[3]  Βλ. N. J. Spykman, Η Γεωγραφία της ειρήνης, Αθήνα: Παπαζήσης, 2004, σ. 101-103.
[4] Βλ. και στο υπό έκδοσιν βιβλίο του υπογράφοντος, Ευρώπαϊκή Πολιτική και Ανατολικά Ζητήματα. Σύνορα, μειονότητες και ενεργειακό παιχνίδι, κεφ. Ο έλεγχος των ενεργειακών πόρων και τα δίκτυα μεταφοράς ενέργειας
[5] Βλ. και στο υπό έκδοσιν βιβλίο Ευρώπαϊκή Πολιτική και Ανατολικά Ζητήματα…, κεφ. 1.Γεωπολιτικά-γεωιστορικά προλεγόμενα, 2.Από την Οθωμανική Αυτοκρατορία στη σύγχρονη Τουρκία: Γεωιστορική-γεωπολιτική εξέλιξη και συνέπειες. 3.Eλληνοτουρκικές σχέσεις και εξελίξεις στην Ευρώπη και στα Βαλκάνια: Από το 1912 έως τον Ψυχρό Πόλεμο.                              
[6] Βλ. και στο υπό έκδοσιν βιβλίο του υπογράφοντος, Ευρώπαϊκή Πολιτική και Ανατολικά Ζητήματα…, κεφ. Η αποσύνθεση της ΣΟΔΓ (Ομοσπονδιακής Γιουγκοσλαβίας) και ο πόλεμος στα Βαλκάνια
[7] Για το ρόλο της Τουρκίας, πρβλ. Paul Hidiroglou, Les liens de la Turquie avec la crise balkanique, Athenes: Fondation Goulandris-Horn, 1994. Alexandre del Valle, Islamisme et Etats-Unis; Une alliance contre l’Europe, Lausanne: L’Age d’Homme (Mobiles Géopolitiques), 1999. Ιωάννης Θ. Μάζης, «Το τουρκικό ισλαμοφανές μυστικιστικό ταγματικό φαινόμενο: οι δυνατότητες του πολιτισμικού συγκρητισμού στη γεωπολιτική προοπτική της διεθνούς αλληλοκατανοήσεως», στο ιδίου, Γεωπολιτική - Η Θεωρία και η Πράξη, Αθήνα Παπαζήσης, 2002, σ. 271-288.
[8] Βλ. Μiranda Vickers, Oι Αλβανοί, Αθήνα: Οδυσσέας, 1997, σ. 37.
[9] A. del Valle, Islamisme et Etats-Unis; Une alliance contre l’Europe, όπ. π., 1999.
[10] Βλ. Ahmet Davutoğlu, Stratejik Derinlik. Türkiye’nin Uluslurarasι, Konumu (Στρατηγικό βάθος. Η Διεθνής θέση της Τουρκίας), Κωνσταντινούπολη: Küre Yayιnlarι 2008, 24η έκδ. A. Davutoğlu, «Balkanlar ya da Tamamlanmamιş bir tasfiye» (Τα Βαλκάνια ή μια εκκαθάριση που έμεινε ανολοκλήρωτη), Islam, Ιούλιος 1986, τόμος 6, τεύχος 71, σ. 32-3.
[11] Γ. Δελαστίκ, «Λύση «Αττίλα» στο Κυπριακό μέσω Μνημονίου», Εθνος, 06.12.2012, www.ethnos.gr/article.asp?catid
[12] Βλ. και στο υπό έκδοσιν βιβλίο Ευρώπαϊκή Πολιτική και Ανατολικά Ζητήματα…, κεφ. 4.Ρωσία, Καύκασος, κεντροασιατικό Ισλάμ και ενεργειακά δίκτυα και 6.Ο έλεγχος των ενεργειακών πόρων και τα δίκτυα μεταφοράς ενέργειας.
[13] Βλ. και στο υπό έκδοσιν βιβλίο Ευρώπαϊκή Πολιτική και Ανατολικά Ζητήματα…, κεφ. Το ζήτημα των υδρογονανθράκων του Αιγαίου και τα διεθνή γεωστρατηγικά διακυβεύματα). Επίσης Χ. Χαλαζιάς, «Από το 1965 γνώριζαν για τον ορυκτό πλούτο», «Το «Μνημόνιο» του ‘48. Οι συμφωνίες με τις ΗΠΑ», Επίκαιρα, τ. 163, 29.11.-05.12.2012, σ. 14-21, 22-23.
[14] Βλ. Ferenc Vali, Bridge across the Bosporus: the Foreign policy of Turkey, Baltimore/London: John Hopkins University Press, 1971. Feroz Ahmad, «La politique étrangère de la Turquie dans les années ’80», στο P. Dumont/F. Georgeon, La Turquie au seuil de l’Europe, Paris: L’Harmattan, 1991, σ. 239 κεξ
[15] Βλ. και στο υπό έκδοσιν βιβλίο του υπογράφοντος, Ευρώπαϊκή Πολιτική και Ανατολικά Ζητήμαται…, κεφ. Από την Οθωμανική Αυτοκρατορία στην σύγχρονη Τουρκία: Γεωιστορική-γεωπολιτική εξέλιξη και συνέπειες.                                
[16]  Βλ. Γρηγόρης Τσάλτας, Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας, Αθήνα: Εκδόσεις Παπαζήση, 1984. Γ. Τσάλτας, Το διεθνές καθεστώς των θαλασσών και των ωκεανών, Αθήνα: Εκδόσεις Ι. Σιδέρη, 2003.
[17] Βλ. και στο υπό έκδοσιν βιβλίο μου Ευρώπαϊκή Πολιτική και Ανατολικά Ζητήμαται…, κεφ. 5.Το Αιγαίο Πέλαγος και οι ελληνοτουρκικές σχέσεις και 6.Ο έλεγχος των ενεργειακών πόρων και τα δίκτυα μεταφοράς ενέργειας 7.Το ζήτημα των υδρογονανθράκων του Αιγαίου και τα διεθνή γεωστρατηγικά διακυβεύματα
[18] Η Κύπρος δεν συμπεριλαμβανόταν στο «ΜisakMilli» (1920) και με την Συνθήκη της Λωζάννης, η Τουρκία παραιτήθηκε από όλες τις απαιτήσεις της στην Κύπρο. Ωστόσο, η Αγκυρα, μετά την εκδήλωση της αντίθεσης της Αγγλίας στην πραγματοποίηση του δικαιώματος αυτοδιάθεσης του Κυπριακού λαού και την δήλωση Παπάγου περί προσφυγής στα Ηνωμένα Εθνη (3 Μαίου 1954), άρχισε να προβάλει απαιτήσεις στο νησί. Τον Αύγουστο του 1954, ιδρύθηκε το σωματείο Kιbrιs Türktür Cemiyeti (Η Κύπρος είναι τουρκική), με σκοπό την υποστήριξη των Τούρκων της Κύπρου ενώπιον του Ο.Η.Ε. και άλλων διεθνών οργανισμών και την οργάνωση κινητοποιήσεων στην Τουρκία. Αυτή έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο στο ανθελληνικό-αντιμειονοτικό πογκρόμ του Σεπτεμβρίου 1955. Κατά την διάρκεια του κυπριακού αγώνα (1955-1959), η Τουρκία ενθάρρυνε τους «τουρκοκύπριους» να συνεργαστούν στενά με την βρετανική αποικιακή κυβέρνηση ώστε να εμποδιστεί ο στόχος της αυτοδιάθεσης. Σημαντικές μαρτυρίες για την πολιτική της Τουρκίας στο κυπριακό ζήτημα υπάρχουν σε δύο εκθέσεις του 1956 που συνέταξε ο Νιχάτ Ερίμ, καθηγητής και πολιτικός, σύμβουλος της κυβέρνησης Αντνάν Μεντερές στο κυπριακό πρόβλημα. Βλ. Nihat Erim, Bildigim ve Gördügüm ölçüler içinde Kibris (Η Κύπρος στο μέτρο που την γνώρισα και την είδα), Ankara: Ajans-Türk, 1975.
[19] Βλ. F. Dündar, Oι Μειονότητες στην Τουρκία. Σύμφωνα με τις επίσημες απογραφές της Στατιστικής Υπηρεσίας της Τουρκίας, Aθήνα: 2003 - τίτλος πρωτοτύπου Türkiye Nüfus Sayιmlarιnda Azιnlιklar (Οι μειονότητες στις απογραφές πληθυσμού στην Τουρκία), 1η έκδοση Κωνσταντινούπολη: 1999, 2η έκδοση 2000.
[20] Βλ. και Θεόδωρος Μπατρακούλης, «Ομογενοποίηση και αντιμειονοτική πολιτική στην Τουρκία», Πρακτικά ΛΒ΄ Συνεδρίου της Ελληνικής Ιστορικής Εταιρείας (Μάιος 2011), Θεσσαλονίκη: 2012.    
[21] Βλ. και Θ. Μπατρακούλης, «Ο νεοοθωμανισμός και η γενοκτονία των Ελλήνων», Ρήξη, φ. 54, της 4.7.2009, σ. 7. Για μιά αξιολόγηση των δηλώσεων Ερντογάν, βλ. το άρθρο του Γ. Ξένου, «Αυτοκρατορική πρόβα;», Ρήξη, φύλλο 53, 30.5.2009, σ. 20.
[22] Βλ. ενδεικτικά Γ. Κλ. Σκαλιέρης, Λαοί και φυλαί της Μικράς Ασίας, Αθήνα: Pήσος, 1990. Ιδίου, Τα Δίκαια των εθνοτήτων εν Τουρκία 1453-1921, Αθήνα: Τροχαλία, 1997.
[23] Βλ. Εrik Zürchεr, Turkey: A Modern History, London & New York: I. B. Tauris, 1994, σ. 171 κεξ, 180. Hamit Bozarslan, La question kurde: Etats et minorités au Moyen-Orient, Paris: Presses de Sciences Po, 1997.
[24] Βλ. και H. Bozarslan, Ιστορία της σύγχρονης Τουρκίας, Αθήνα: Σαββάλας, σ. 48 κεξ.
[25] Βλ. ενδεικτικά: H. Bozarslan, La question kurde: Etats et minorités au Moyen-Orient, 1997, όπ. π.. Kendal Nezan, «Au coeur d’une crise majeure», Le Monde Diplomatique, Ioύλιος 1997. Μουράτ Καραγιλάν, Η ανατομία του πολέμου στο Κουρδιστάν, Αθήνα: Εκδόσεις Ινφογνώμων, 2012.
[26] Βλ. Ömer Αsan, Pontos Kültürü, Κωνσταντινούπολη: Belge Uluslararasι Υayιncιlιk, 1996 (ελληνική έκδ.  Ο.  Ασάν, Ο Πολιτισμός του Πόντου, Θεσ/νίκη: Κυριακίδης, 1999).
[27] Α. Bryer, Τhe cryptochristianics of the Pontos, Athens: 1983. G. Andreadis, The Cryptocristians, Thessaloniki: 1998. K. Φωτιάδης, Οι εξισλαμισμοί της Μικράς Ασίας και οι Κρυπτοχριστιανοί του Πόντου, Θεσσαλονίκη: Κυριακίδης, 1997. Ο.  Ασάν, Ο Πολιτισμός του Πόντου, 1999, όπ. π.
[28] Ο «Εθνικός Όρκος» είναι ένα κείμενο έξι άρθρων το οποίο αφορούσε την πολεμική προπαρασκευή και τις εδαφικές επιδιώξεις της Τουρκίας. Eγκρίθηκε στην τελευταία - μυ­στική - σύνοδο της Βουλής των Οθωμανών Αντιπροσώπων (Osmanli Mcbusan Meclisi) που έγινε στην Κωνσταντινούπολη, στις 28 Ιανουαρίου 1920.  
[29] Νuri Köstüklü, Misak-ı Milli ve Atatürk'ün Milli Dış Politika Hedefleri, Στρογγυλό Τραπέζι που πραγματοποιήθηκε στις 10 Νοεμβρίου 1991, στο Πανεπιστήμιο Selcuk του Ικονίου, με θέμα «Ειρήνη στο σπίτι, πολιτικές ειρήνης στην Πατρίδα και Τούρκοι του εξωτερικού», Selçuk Üniversitesi Sosyal Bilimler Enstitüsü Dergisi, Sayι: 1, Konya, 1992, http://sosyalbil. selcuk.edu.tr/dergi/sayi1-8/1/kostuklu.pdf
[30] Βλ. και Ιωάννης Μάζης, «Οι νέοι μοχλοί των εξελίξεων στη Μέση Ανατολή», ελληνική έκδοση του Foreign Affairs, τεύχος Αυγούστου-Σεπτεμβρίου 2012, foreignaffairs.gr/articles
[31] Βλ. ενδεικτικά: David Hayes, «The Arab spring : protest, power, prospect», 04.04.2011 και 12.04.2011, www.opendemocracynet/david-hayes/arab-spring-protest-power-prospect. Hassan Khader, Al-Ayyam (αποσπάσματα, Ραμάλλα), «La fin de l’hégémonie saoudienne», Αl Hayat/Courrier International, Tεύχος 1059, 15.02.2011, σ. 10.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου