Τρίτη, 11 Σεπτεμβρίου 2012

Τρείς συγγραφείς - τέσσερα βιβλία - του Σπύρου Κουτρούλη

30 μέρες Πολιτική & Πολιτισμός, Θεωρία, Ρήξη φ. 87— Σεπτεμβρίου 10, 2012 at 11:57 πμ

Τρεις συγγραφείς – τέσσερα βιβλία

Μια επιλογή από τις καλοκαιρινές βιβλιοπροτάσεις

του Σπύρου Κουτρούλη από τη Ρήξη (φ. 87)

Μπροστά στις καλοκαιρινές διακοπές οι εφημερίδες συνηθίζουν να δημοσιεύουν αφιερώματα, στα οποία προτείνουν διάφορα βιβλία, συνήθως αυτά που έχουν εκδοθεί πιο πρόσφατα. Φυσικά, ο αναγνώστης δεν είναι απαραίτητο να τους ακολουθήσει, διότι σε πολλές περιπτώσεις έργα που έχουν εκδοθεί παλαιότερα μπορεί να διατηρούν τη σημασία τους και το ενδιαφέρον, παρά το χρόνο που έχει κυλήσει.
Στο τελευταίο καλοκαιρινό διάστημα, ανάμεσα στα έργα που διαβάσαμε, ξεχωρίσαμε τα ακόλουθα.


Ξεκινώ με το έργο του ψυχίατρου Ιωάννη Τσέγκου Ο Ψυχιατρικός Κοινοτισμός: Στάσεις και Αποστάσεις στο σύγχρονο ψυχοθεραπευτικό γίγνεσθαι (σελ.304), που εκδόθηκε από τον «Αρμό». Ο Ι. Τσέγκος είναι ευρύτερα γνωστός για τις προσπάθειες που κάνει για τη διάσωση της ελληνικής γλώσσας, με την ανάδειξη της καίριας σημασίας που έχει η προσήλωση στην ιστορική ορθογραφία και το πολυτονικό. Στα κοινά είναι από παλαιά δραστήριος και δείγμα αυτού είναι ότι ένας άλλος ψυχίατρος και συγγραφέας, ο Μ. Μαρκίδης, τον μνημονεύει ως αυτόν που γνώρισε τον Π. Κονδύλη στην παρέα που παλαιότερα εξέδιδε το περιοδικό Μαρτυρίες και στην συνέχεια το περιοδικό Σημειώσεις.
Το παρόν έργο, γραμμένο με επιστημονικό, αλλά και γλαφυρό ύφος, είναι καρπός των σημαντικών γνώσεων και της πλούσιας εμπειρίας που διαθέτει ο συγγραφέας, από τον χώρο της ψυχιατρικής και της κοινωνικής δράσης ως πολίτης. Τον κοινοτισμό, που τον διακρίνει από τον ατομικισμό και τον κολεκτιβισμό, τον αξιολογεί ως ένα μέρος της ελληνικής παράδοσης που μπορεί να δώσει απαντήσεις στα σημερινά ερωτήματα. Κατ’ αρχήν καταλήγει σε ένα συμπέρασμα για τον χαρακτήρα και τις δυνατότητες της «θεραπευτικής κοινότητας» μάλλον απαισιόδοξο, καθώς τη χαρακτηρίζει αντίγραφο των προτεσταντικών σεκτών (σελ. 89), που αντί να «εμβαθύνει στην μελέτη και την χρήση της κοινωνικής διαστάσεως, με την έννοια του κοινωνείν, την οποία θα μπορούσε να καλλιεργήσει με τις μικρές ομάδες και ιδιαίτερα τις λεγόμενες αναλυτικές, προτιμά την επίδοση σε ακτιβισμούς, την εξιδανίκευση του αυθορμητισμού και, κυρίως, την υποτίμηση ή και την απόρριψη, για πολλούς και διάφορους λόγους, της αναγκαιότητας εκπαιδευμένων κοινοτικών θεραπευτών» (σελ. 89). Η αναφορά που κάνει στον ελληνικό κοινοτισμό –ως σύστημα πολιτικό και κοινωνικό– εξαντλεί με μεθοδικότητα την υπάρχουσα βιβλιογραφία. Τελικά τον τοποθετεί ως μια σημαντική προϋπόθεση ώστε να επιτύχουν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα οι δραστηριότητες των θεραπευτικών κοινοτήτων. Κλείνοντας μάλιστα, στα συμπεράσματα του έργου του, επισημαίνει: «Η κοινοτική ή προσωπική, ακριβέστερα θεραπεία, πρέπει να λαμβάνει σοβαρώς υπ’ όψιν τον εκάστοτε κοινωνικό παράγοντα, την κουλτούρα και την παράδοση κάθε τόπου και περιοχής και να αποφεύγει ή να δυσπιστεί σε σχήματα εισαγόμενα από άλλους τόπους, πολιτισμούς και παραδόσεις. Εάν θέλουμε να ισχύσουν πραγματικές κοινοτικές αρχές στην ψυχιατρική, τουλάχιστον για εδώ, στην Ελλάδα, οι προϋποθέσεις είναι εξαιρετικά ευνοϊκές, αρκεί να αποφασίσουμε να χρησιμοποιήσουμε την πλούσια, μακραίωνη, αλλά δυστυχώς αγνοημένη και από εμάς, ελληνική κοινοτική παράδοση.»(σελ. 275).


Δύο βιβλία του Γ. Ανδρειωμένου, τα οποία εκδόθηκαν από το Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, εμπλουτίζουν τη βιβλιογραφία μας για τη μεταξική δικτατορία με την εξαντλητική αποδελτίωση των δύο σημαντικότερων προπαγανδιστικών της εντύπων. Το πρώτο με το τίτλο Η πνευματική ζωή υπό επιτήρηση: Το παράδειγμα του περιοδικού το Νέον Κράτος (σελ. 350), εκτός από την εισαγωγή του συγγραφέα, έχει πλήρη αναφορά στα περιεχόμενα και στην ύλη καθώς και καταλόγους με κριτήρια το θέμα και τον συγγραφέα. Τη διεύθυνση του περιοδικού είχε ο Άριστος Καμπάνης, ενώ στη συντακτική επιτροπή συμμετείχαν οι καθηγητές της Νομικής, Γ. Ματζούφας (γαμπρός του Μεταξά) και ο Ν. Κούμαρος. Ο Καμπάνης, μετά την εισβολή των Γερμανών θα συνεργαστεί μαζί τους, θα διευθύνει το περιοδικό των κατοχικών στρατευμάτων Ο Εικοστός Αιών, και θα τους ακολουθήσει κατά την υποχώρησή τους. Μετά την απελευθέρωση θα καταδικαστεί ως προδότης της πατρίδας και θα πεθάνει στο ψυχιατρείο του Δαφνίου. Ανάμεσα στους αρθρογράφους του περιοδικού ήταν διανοούμενοι όπως ο Γρυπάρης, ο Χατζηκυριάκος-Γκίκας και άλλοι, που στη συνέχεια θα στρατευθούν με την αριστερά, όπως ο Α. Σικελιανός, ο Π. Λεκατσάς και η Ρίτα Μπούμπη-Παπά, αποδεικνύοντας ότι τα σύνορα ανάμεσα στις παρατάξεις, στη χώρα μας, δεν είναι αδιαπέραστα, ενώ οι μετατοπίσεις που σημειώνονται δεν έχουν απαραίτητα υστερόβουλα κίνητρα.
Το δεύτερο βιβλίο του Γ. Ανδρειωμένου, με τον τίτλο Η νέα γενιά υπό καθοδήγηση: Το παράδειγμα του περιοδικού η Νεολαία (1938-1941) (σελ. 902), εκτός της εισαγωγής, περιέχει αναλυτική παρουσίαση περιεχομένων και ευρετήριο. Εδώ θα δούμε ότι και οι ιδέες όπως και τα πρόσωπα, κυκλοφορούν ανάμεσα στις παρατάξεις. Έτσι διαβάζουμε δημοσίευμα όπου το μεταξικό καθεστώς προτείνει την κατάργηση των τόνων ως αναχρονισμό (σελ. 72), ενώ σε άλλο σημείο προτείνεται η καύση των νεκρών (σελ. 73). Οι συνεργάτες του περιοδικού χωρίζονται στους ιδεολόγους του καθεστώτος, όπως ήταν η Σίτσα Καραϊσκάκη, η οποία θα συνεργαστεί με τους κατακτητές, και σε όλους τους υπόλοιπους οι οποίοι, άλλοι, όπως ο Τ. Καΐμη, ήταν πολιτικά ουδέτεροι, άλλοι όπως ο Γ. Βερίτης, τον βρίσκουμε να διαπρέπει μεταπολεμικά ως ποιητής στις ευσεβιστικές χριστιανικές οργανώσεις, ενώ τέλος μια μεγάλη μερίδα, όπως ήταν ο Ν. Καζαντζάκης, ο Στρατής Δούκας, ο Μ. Αυγέρης, ο Α. Βεάκης και η Σ. Μαυροειδή-Παπαδάκη, η οποία θα γράψει τον ύμνο του ΕΛΑΣ., θα στρατευθεί τα επόμενα χρόνια δυναμικά με την αριστερά στις διάφορες κομματικές μορφές.


Τέλος, το βιβλίο της Γκόλφως Μαγγίνη Για μια ερμηνευτική του Τεχνικού Κόσμου: από τον Χάϊντεγκερ στη σύγχρονη τεχνοεπιστήμη (Εκδόσεις Πατάκη, σελ. 438) αποτελεί μια ολοκληρωμένη παρουσίαση των εντυπωσιακών επιρροών που άσκησε και των ευρύτατων προβληματισμών που δημιούργησε η κριτική ερμηνεία του Χάιντεγκερ στην Τεχνική και στην κυριαρχία της πάνω στον κόσμο. Είναι ενδιαφέρον το ότι η ελληνική βιβλιογραφία σε μεγάλο βαθμό αγνοεί τη σοβαρή συζήτηση που διεξάγεται ανάμεσα σε αυτούς που υιοθετούν την χαϊντεγκεριανή ερμηνευτική και σε αυτούς που την απορρίπτουν, και την οποία η συγγραφέας πρωτοποριακά και ευκρινώς μας παρουσιάζει. Διαβάζουμε λοιπόν ότι ένας σύγχρονος στοχαστής, ο X. Ντρέιφους, υποστηρίζει ότι «ο Χάιντεγκερ δεν μιλά στο όνομα ενός αντιτεχνολογικού αντιδραστικού μοντερνισμού και δεν περιπίπτει στις συνήθεις συμβατικές κριτικές και τις ψευδοανθρωπιστικές ανησυχίες που διατυπώνονται όσον αφορά την τεχνολογική πρόοδο» (σελ. 151), ενώ θα θεωρήσει ότι μια κατανόηση με νέους όρους «είναι που ο Χάϊντεγκερ αποκαλεί νέο θεό. Γι’ αυτό και διατείνεται ότι «μονάχα ένα νέος θεός μπορεί να μας σώσει» (σελ. 155).
Στο έργο εξετάζονται αναλυτικά θέσεις όπως αυτή που συνδέει τη γενεαλογία της κυριαρχίας της τεχνικής με την κυριαρχία αυτού που ο Γερμανός φιλόσοφος ονομάζει επιγραμματικά «δυτική μεταφυσική», περιλαμβάνοντας σε αυτό τον όρο ένα μεγάλο ρεύμα του δυτικού στοχασμού, που ξεκινά από την αρχαία Ελλάδα και τη Ρώμη, φτάνει στον Καρτέσιο, στον Λάιμπνιτς, στον Καντ, στον Έγελο, και ολοκληρώνεται τελικά στον Νίτσε. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο είναι πολύ σημαντικό να διαβαστεί το έργο του Χάιντεγκερ Η προέλευση του έργου τέχνης, αλλά και η Επιστολή για τον Ανθρωπισμό. Ενδιαφέρον είναι ότι η ερμηνευτική του θεμελιώνεται άμεσα σε κείμενα των Προσωκρατικών, του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, ώστε να μπορέσει να αντιπαραθέσει την αρχαιοελληνική τέχνη στη νεωτερική τεχνική (σελ. 235). Η Μαγγίνη σημειώνει: «Είναι σαφές, αφενός, ότι η ενδότερη οντολογικοϊστορική σχέση της νιτσεϊκής μεταφυσικής με την τεχνική συνιστά την απάντηση του Χάιντεγκερ στις απόπειρες πρόσληψής της από θεωρητικούς του εθνικοσοσιαλισμού όπως ο Άλφρεντ Μπάουμλερ» (σελ. 276) και θα συμπληρώσει ότι ο Χάιντεγκερ καταλήγει πως «η κατεξοχήν φανέρωση της βούλησης για δύναμη δεν είναι άλλη από τη βούληση για τεχνική κυριαρχία» (σελ. 279) η οποία έχει ως ανθρωπολογικό τύπο, που απαντά στις απαιτήσεις της, τον νιτσεϊκό «υπεράνθρωπο»(σελ. 292) και τον «τελευταίο άνθρωπο» (σελ. 327). Τέλος, εξαιρετικά ενδιαφέρουσα είναι η διαπραγμάτευση του διαλόγου για την Τεχνική που αναπτύχθηκε ανάμεσα στον Χάιντεγκερ και τον συγγραφέα του Εργάτη και θαυμαστή της τεχνικής κυριαρχίας Ε. Γιούνγκερ.

αναδημοσιεύεται από το http://ardin-rixi.gr/archives/7474

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου