Σάββατο, 2 Οκτωβρίου 2010

Η Ελλάδα δεν εισέβαλε στην Κύπρο

Η Ελλάδα δεν εισέβαλε στην Κύπρο
02/10/2010 | Με τον Μιχάλη Κοντό

Η επίμαχη δήλωση του Προέδρου Χριστόφια στο Ινστιτούτο Brookings, στην Ουάσινγκτον, μπορεί να αναλυθεί από πάμπολλες οπτικές γωνίες. Από αυτές επιλέγω δύο, μέσα από τις οποίες μπορεί να προσεγγιστεί τόσο η ουσία των λεγομένων του, όσο και οι ενδεχόμενες συνέπειές τους.

Η πρώτη είναι η εννοιολογική. Είπε λοιπόν ο Πρόεδρος: «The so called motherlands both invaded Cyprus». Από αυτή τη φράση, κατά τη γνώμη μου, από εννοιολογικής πλευράς, όλη η ουσία συγκεντρώνεται στη λέξη «invaded». Η τελευταία, μεταφράζεται ως «εισέβαλαν». Κατά συνέπεια, η ελληνική μετάφραση είναι «οι ούτω καλούμενες μητέρες πατρίδες εισέβαλαν και οι δύο στην Κύπρο». Το ΑΚΕΛ και η Κυβέρνηση αντιλήφθηκαν πρώιμα το ατόπημα του Προέδρου, γι’ αυτό και στις απαντήσεις τους προς τους αντιδράσαντες στα τηλεοπτικά παράθυρα έσπευσαν να υποβαθμίσουν τη δήλωση, αποδίδοντας στον Πρόεδρο τον όρο «επενέβησαν» και όχι «εισέβαλαν». Προέβησαν, με άλλα λόγια, σε μια αλλοιωμένη μετάφραση της δήλωσης.

Κατά την άποψή μου, ο λόγος αυτής της αλλοίωσης έχει να κάνει με το γεγονός ότι η έννοια της επέμβασης είναι γενική και δεν περιγράφει μια συγκεκριμένη κατάσταση, παρά περικλείει ένα ευρύ φάσμα ενεργειών, μεταξύ των οποίων η εισβολή, το πραξικόπημα, ο χρηματισμός προσωπικοτήτων και πολλές άλλες περιπτώσεις άσκησης άμεσης επιρροής σε μία κατάσταση από τον επεμβαίνοντα προς τρίτο ή τρίτα μέρη. Οπότε, η έννοια «επέμβαση» είναι τρόπον τινά αθώα, καθ’ ότι, έστω και σε γενικές γραμμές, όντως περιγράφει το τι ακριβώς συνέβη στις 15 Ιουλίου 1974. Η έννοια «εισβολή» όμως, την οποία και χρησιμοποίησε ο Πρόεδρος δεν το περιγράφει. Εισβολή σημαίνει απ’ ευθείας εξωτερική στρατιωτική επέμβαση. Σαφώς, η χούντα των Αθηνών δεν έκανε κάτι τέτοιο. Αυτό που έλαβε χώρα στις 15 Ιουλίου 1974 περιγράφεται από τον όρο «πραξικόπημα». Πραξικόπημα είναι η υποκίνηση ανατρεπτικής ενέργειας εις βάρος μιας νόμιμης κυβέρνησης, μέσω της κινητοποίησης ενδημικών δυνάμεων.

Ηθικά και νομικά δεν νομιμοποιείται ούτε η μία ενέργεια, ούτε η άλλη. Και, όπως πολύ σωστά συχνά αναφέρεται, η πρώτη ενέργεια (πραξικόπημα 15ης Ιουλίου) αποτέλεσε την αφορμή για τη δεύτερη (εισβολή 20ής Ιουλίου). Εν τούτοις, συνιστά ιστορική ανακρίβεια κολοσσιαίου μεγέθους η χρήση του όρου «εισβολή» για την ανατρεπτική ενέργεια της 15ης Ιουλίου. Πόσω μάλλον η εξίσωσή της -σε ισχύ, εκτόπισμα και καταστροφικότητα- με την τουρκική εισβολή της 20ής Ιουλίου, η οποία άφησε εκατόμβες νεκρών, πρόσφυγες, αγνοούμενους και την έκτοτε παράνομη κατοχή του 37% της Κύπρου. Ατόπημα συνιστά επίσης το να καταλογίζεται «εισβολή» στην Ελλάδα επί ίσοις όροις με την Τουρκία, τη στιγμή που το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου τελέστηκε από μια κυβέρνηση που δεν βρισκόταν στα χέρια του ελληνικού λαού. Αντιθέτως, η τουρκική εισβολή διεπράχθη από δημοκρατικά εκλελεγμένη κυβέρνηση και τα αποτελέσματά της υποστηρίζονται έκτοτε από όλες τις επακολουθήσασες τουρκικές κυβερνήσεις.

Η δεύτερη οπτική προσέγγισης της επίμαχης δήλωσης είναι η επικοινωνιακή. Σε επίπεδο διεθνούς πολιτικής, όπως έχουμε ήδη αναφέρει, η κάθε δήλωση ενός ηγέτη μετρά. Οδηγεί τόσο τις ηγεσίες άλλων κρατών, όσο και άλλα κέντρα λήψης αποφάσεων και διαμόρφωσης στάσεων και πολιτικών (ΜΜΕ, διεθνείς οργανισμοί, πολιτικά κόμματα, δεξαμενές σκέψεις, ιδιώτες ερευνητές και συγγραφείς κ.λπ.) σε συμπεράσματα. Μια δήλωση ενός αρχηγού κράτους συχνά αποδίδεται συνολικά στο ίδιο το κράτος, ή στους πολίτες του. Π.χ. συχνά, χάριν συντομίας και πάντοτε αυθαίρετα, λέμε ότι π.χ. «η Γερμανία υποστηρίζει το Α», ή «οι Γερμανοί υποστηρίζουν το Α» και όχι «η Καγκελάριος Μέρκελ υποστηρίζει το Α».

Καλώς ή κακώς, όμως, έτσι διαμορφώνονται οι ατομικές και συλλογικές αντιλήψεις για όλα τα πολιτικά ζητήματα. Γι’ αυτό και ο Πρόεδρος όφειλε να ήταν προσεκτικός με τους όρους που χρησιμοποίησε διότι, στο βαθμό που θα λάβει έκταση η ανιστόρητη δήλωσή του, θα συμβάλει στο να διαμορφωθούν αντιλήψεις στο εξωτερικό, σύμφωνα με τις οποίες «η Ελλάδα και η Τουρκία εισέβαλαν στην Κύπρο, άρα ευθύνονται εξίσου για την τωρινή κατάσταση». Και αν αυτό συμβεί, τότε το έργο μας να πείσουμε το διεθνή παράγοντα για την αδιάλλακτη στάση της Τουρκίας στο Κυπριακό, με στόχο να υποδείξουμε στην τελευταία ότι η στάση της αυτή της προκαλεί περισσότερο κόστος παρά όφελος, καθίσταται εξαιρετικά δυσχερές.

ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΟΝΤΟΣ

Πολιτικός επιστήμονας, διεθνολόγος και

αρχισυντάκτης του περιοδικού «Σύγχρονη Άποψη»
αναδημοσίευση από SigmaLive.com
http://www.sigmalive.com/simerini/analiseis/other/311331
Σημερινή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου