Παρασκευή 30 Αυγούστου 2013

Η κυπριακή τραγωδία του 1974 και η γεωπολιτική της διάσταση - του Θ. Μπατρακούλη


Η κυπριακή τραγωδία του 1974 και η γεωπολιτική της διάσταση *
Του Θεοδώρου Σ. Μπατρακούλη

         Αναφορές στη μεσανατολική διάσταση της κυπριακής τραγωδίας και ιδιαίτερα στην «ισραηλινή διασύνδεση» υπάρχουν σε κάποια δημοσιεύματα. Σε ορισμένες πτυχές αυτής υπόθεσης αναφέρεται το βιβλίο του William Mallinson Cyprus: A Modern History.[1] Όπως επισημαίνει ο Μάλινσον, το ενδιαφέρον των ΗΠΑ για τη ασφάλεια του Ισραήλ ανατρέχει στην εποχή του Ψυχρού Πολέμου, καθώς η Σοβιετική Ένωση εξόπλιζε τους εχθρούς του Ισραήλ και ο αδέσμευτος Ντομ Μίντοφ στη Μάλτα έδιωχνε τις βρετανικές βάσεις από το νησί. Τότε (Ιανουάριος 1973) η στρατιωτική χούντα της Αθήνας υπέγραφε την περίφημη συμφωνία για παροχή λιμενικών διευκολύνσεων στον 6ο Αμερικανικό Στόλο. Η χούντα παρείχε τότε διαβεβαιώσεις για την παραδοσιακή φιλία με τις ΗΠΑ, μολονότι δεν προχωρούσε σε διεθνή αναγνώριση του Ισραήλ. Και προσθέτει ο Μάλινσον: «Η Κύπρος, είχε αποκτήσει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τις ΗΠΑ, λόγω της σημασίας που παίζει στην άμυνα του Ισραήλ. Το ίδιο ενδιαφέρον όσο η τουρκο-ισραηλινή στρατιωτική συνεργασία. Ο Κίσινγκερ είχε ξεκινήσει την προσπάθεια για την απομάκρυνση του Μακαρίου και την εγκατάσταση στην Λευκωσία μιας φιλικής στο ΝΑΤΟ και τις ΗΠΑ κυβέρνησης. Είτε η φιλική προς τις ΗΠΑ κυβέρνηση των Αθηνών θα πετύχαινε την ένωση με την Κύπρο, είτε μια τουρκική εισβολή στην Κύπρο θα απέφερε αρκετά εδάφη ώστε να εξασφαλισθούν οι εγκαταστάσεις που απαιτούνταν για την προστασία του Ισραήλ. Όλα αυτά βρίσκονταν σε απόλυτη συμφωνία με την ταυτισμένη με τα ισραηλινά συμφέροντα και τις τουρκικές βλέψεις, στρατηγική του Κίσινγκερ. Έτσι η Κύπρος ερχόταν στο προσκήνιο της Μέσης Ανατολής. Η κατάσταση είναι ταυτόσημη σήμερα. Ο πρώην πρωθυπουργός Κ. Μητσοτάκης συμφωνεί πως «οι ΗΠΑ επιθυμούν η Κύπρος να παίξει ρόλο στην ισραηλινή άμυνα». Ο δημοσιογράφος Ηλίας Δημητρακόπουλος επίσης υποστηρίζει πως «η Κύπρος είναι σημαντική για την άμυνα του Ισραήλ».
         O πόλεμος του Γιόμ Κιπούρ αποτέλεσε κομβικό σημείο των εξελίξεων. Στις 6 Οκτωβρίου 1973, οι Αραβες γείτονες του Ισραήλ επιχείρησαν να ανακτήσουν χαμένα εδάφη και γόητρο. Οι αιγυπτιακές δυνάμεις επιχείρησαν να ανακαταλάβουν τη χερσόνησο του Σινά. Είναι η αρχή του λεγομένου πολέμου του Γιόμ Κιπούρ ή του Ραμαζανίου (6-26 Οκτωβρίου 1973). Ο πόλεμος αυτός κατέληξε σε νέα νίκη του Ισραήλ, η οποία είχε σημαντικές συνέπειες.[2] Στις 22 Οκτωβρίου 1973, το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ υιοθέτησε την απόφαση 338, η οποία καλούσε σε κατάπαυση του πυρός και επαναλάμβανε τους όρους της Απόφασης 242. Οι ΗΠΑ είχαν ζητήσει από την κυβέρνηση του Σπύρου Μαρκεζίνη (ο δικτάτορας Γ. Παπαδόπουλος είχε μεταπηδήσει στη θέση του «προέδρου της Δημοκρατίας») την άδεια να χρησιμοποιήσουν το στρατιωτικό αεροδρόμιο της Ελευσίνας για τον στρατιωτικό ανεφοδιασμό του Ισραήλ. Η άρνηση που δέχτηκαν ήταν ευγενική: η κυβέρνηση των Αθηνών δήλωσε ότι η χρησιμοποίηση αυτή «δεν ήταν συμβατή με τους σκοπούς του ΝΑΤΟ». Παρόλο που κι άλλες ευρωπαϊκές χώρες είχαν αρνηθεί τότε διευκολύνσεις στον ανεφοδιασμό του Ισραήλ με πολεμικό υλικό, η εγγύτητα της Ελλάδας με το Ισραήλ ήταν σημαντική, ιδιαίτερα μετά την άρνηση του τότε πρωθυπουργού της Μεγάλης Βρετανίας Έντουαρντ Χηθ να επιτρέψει την χρησιμοποίηση των βρετανικών βάσεων στην Κύπρο. Η άρνηση ήταν μια δυσάρεστη έκπληξη για τον Κίσινγκερ. Και τον μεν Χηθ δεν ήταν εύκολο να τον ανατρέψουν οι Αμερικανοί. Δεν ίσχυε το ίδιο για τον Παπαδόπουλο. Ηταν έτοιμος ο διάδοχός του. Με το πραξικόπημα του Νοεμβρίου 1973 ο ταξίαρχος Δημήτριος Ιωαννίδης θα γινόταν ο παρασκηνιακός ηγέτης μιας νέας στρατιωτικής χούντας, ενώ πρωθυπουργός θα αναλάμβανε ο Αδαμάντιος Ανδρουτσόπουλος, με θητεία στις ΗΠΑ.
         Η αντιπαράθεση Αθηνών-Λευκωσίας κλιμακώθηκε μετά την ανάληψη της εξουσίας στην Ελλάδα από τη δεύτερη χούντα και κορυφώθηκε με το πραξικόπημα του Ιουλίου του 1974. Στις 15 Ιουλίου, οι δυνάμεις της ελληνοκυπριακής εθνοφρουράς, διοικούμενες από αξιωματικούς που υπάκουαν σε εντολές του δικτατορικού καθεστώτος ανέτρεψαν με πραξικόπημα το Μακάριο. Ο αρχηγός της δεύτερης χούντας (1973-74) ταξίαρχος Δ. Ιωαννίδης επέλεξε να προωθήσει την Ενωση, με αυτό τον αντίθετο στο κυπριακό Σύνταγμα και στο Διεθνές Δίκαιο, βίαιο, εξαναγκαστικό τρόπο. Ο επικεφαλής του δικτατορικού καθεστώτος εκτιμούσε ακόμα ότι, επιδιώκοντας την πολιτική και βιολογική εξόντωση του Μακαρίου, προσέφερε υπηρεσία στην Ουάσιγκτον, ενώ, ταυτοχρόνως, ο ίδιος απαλλασσόταν από έναν πολιτικό, ο οποίος, όπως πίστευε, υπονόμευε την εξουσία της «εθνικής εστίας».[3] Στην προεδρία της Δημοκρατίας τοποθετήθηκε ο Νικόλαος Σαμψών, γνωστός για τη δράση του από τις τάξεις της «ΕΟΚΑ Β΄» υπέρ της Ενωσης. Με αυτόν τον τρόπο κατεδαφίστηκε η υπάρχουσα τότε στο νησί συνταγματική τάξη. Το πραξικόπημα που καθοδηγείτο από το υπό την ηγεσία του Δημητρίου Ιωαννίδη δικτατορικό καθεστώς προσέφερε στην Τουρκία ένα αληθινό «πράσινο φως» (σύμφωνα με την έκφραση του Μπουλέντ Eτσεβίτ) για να επέμβει στο νησί με στρατιωτικά μέσα (εισβολή). Ταυτοχρόνως, το πραξικόπημα αποτέλεσε μια χωρίς προηγούμενο ευκαιρία για να τεθεί σε εφαρμογή η πρώτη φάση του διαμελισμού της Κύπρου.
         Η απόφαση της ένοπλης τουρκικής επέμβασης λήφθηκε αμέσως, λίγες ώρες μετά το πραξικόπημα εναντίον του Προέδρου Μακαρίου, σε μια ad hoc συνεδρίαση του τουρκικού Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας (Milli Güvenlik Kurulu, MGK, 15 Ιουλίου 1974)[4]. Κατά την ομιλία του ενώπιον αυτής της έκτακτης συνεδρίασης του MGK, ο Ντενίζ Μπαïκάλ (Deniz Baykal) - τότε υπουργός Οικονομικών - επικαλέστηκε το σύνολο των ελληνοτουρκικών σχέσεων της συγκεκριμένης περιόδου για να επιχειρηματολογήσει υπέρ του ότι η συγκεκριμένη επιχείρηση είχε ρεαλιστικό χαρακτήρα: «Δεν πρέπει να μας συγκρατήσουν σκέψεις για το αν έλαβε χώρα πραξικόπημα ή όχι, ούτε για το αν ανατράπηκε ή όχι ο Μακάριος. Σύμφωνα με την αναμενόμενη πορεία των πραγμάτων, μέσα σε ένα προβλεπτό σύντομο χρονικό διάστημα, στην Κύπρο θα γίνουν εκλογές και η νέα ελληνοκυπριακή Βουλή θα κηρύξει την Ενωση με την Ελλάδα. Βεβαίως, οι τουρκικές περιοχές, δηλαδή οι θύλακοι, θα εξαιρεθούν (από την Ενωση, σημ. του γράφοντος Θ. Μ.). Αλλά, αυτό που ενδιαφέρει κυρίως είναι ότι η Ελλάδα επισήμως θα μας περικυκλώσει από το Νότο, ότι θα είναι σε θέση να ελέγξει την Κεντρική και Ανατολική Μικρά Ασία, και να κυριαρχήσει στην Ανατολική Μεσόγειο. Αυτό είναι το επίμαχο σημείο. Διότι, το καυτό ζήτημα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις είναι το Αιγαίο Πέλαγος. Το ζήτημα αφορά την υφαλοκρηπίδα. Το πρόβλημα προέκυψε όταν η Ελλάδα ανακάλυψε πετρελαïκά κοιτάσματα σ’αυτή την περιοχή. Τα γεγονότα θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε απώλεια των τουρκικών δικαιωμάτων στην ηπειρωτική υφαλοκρηπίδα. Αυτή είναι η αιτία, η οποία επιβάλλει την υιοθέτηση μιας πραγματιστικής πολιτικής, δηλαδή ενός ριζοσπαστικού χειρισμού των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Τότε, έχοντας επιλέξει μια εξαιρετικά ενεργητική τακτική, είχαμε προβλέψει όλα τα ενδεχόμενα και εξετάσει όλες τις στρατιωτικές δυνατότητες»[5]. Με αφορμή την φράση του Baykal, ο οποίος μνημόνευε την εξαίρεση των τ/κ θυλάκων από την επιδιωκόμενη Ενωση με την Ελλάδα, ο Nεοκλής Σαρρής επισημαίνει ότι αυτή αποκαλύπτει ότι η διευθέτηση στην οποία αποσκοπούσε το δικτατορικό καθεστώς των Αθηνών επιχειρώντας το πραξικόπημα εναντίον του Μακαρίου ήταν η διχοτόμηση του νησιού.[6]
         Η διεθνής συγκυρία ήταν την συγκεκριμένη χρονική στιγμή περισσότερο από ποτέ ίσως ευνοϊκή για την τουρκική πολιτική[7]. Λαμβάνοντας υπ’όψιν σειρά κρυπτογραφημένων τηλεγραφημάτων, τα οποία έφθασαν την επαύριον του πραξικοπήματος στο τουρκικό Υπουργείο Εξωτερικών, μπορούσε να θεωρείται βέβαιο ότι η διεθνής διπλωματία σχεδόν στο σύνολό της θεωρούσε ως υπαίτιο  τη στρατιωτική χούντα των Αθηνών. Σε ό,τι αφορά την αντίδραση του State Department, αυτή φανέρωνε μια στάση «αναμονής και παρατήρησης». Ο Χένρυ Κίσινγκερ (Henry Kissinger), επί κεφαλής της διπλωματίας των ΗΠΑ, θα ακολουθούσε μια τέτοια τακτική κατά την διάρκεια των εξελίξεων που ακολούθησαν[8]. Αυτή τη φορά, η  Aγκυρα επικαλέστηκε το δικαίωμά της να επέμβει - στηριζόμενη, τουλάχιστον τυπικά, στα κείμενα των Συμφωνιών του 1960 - και αποφάσισε να ενεργήσει αποφασιστικά στο νησί, το οποίο φαινόταν ότι αποτελούσε μια εύκολη λεία. Αμέσως, ο πρωθυπουργός Μπουλέντ Eτσεβίτ (Bülent Ecevit) ταξίδεψε στο Λονδίνο, όπου συμμετέσχε σε «τυπικές διαβουλεύσεις» με τον τότε πρωθυπουργό Ουίλσον (Harold Wilson) και τον υπουργό Εξωτερικών (και Κοινοπολιτείας) Κάλλαχαν (James Callaghan). Σύμφωνα με τα πρακτικά των συνομιλιών της 17ης Ιουλίου 1974 μεταξύ των βρετανών ηγετών και του M. Eτσεβίτ, ο τελευταίος ζήτησε χωρίς περιστροφές από την βρετανική κυβέρνηση συνεργασία ώστε να πραγματοποιηθεί εισβολή στην Κύπρο διά μέσου των βρετανικών βάσεων, επί των οποίων το Λονδίνο ασκούσε πλήρη κυριαρχία[9].
         Στο Λονδίνο έφθασαν επίσης ο ανατραπείς Πρόεδρος Μακάριος και ο Αμερικανός υφυπουργός Εξωτερικών Τζωρτζ Σίσκο. Στις 18 Ιουλίου συναντήθηκαν όλοι οι υψηλοί επισκέπτες με τους Ουίλσon και Κάλλαχαν. Όταν ολοκληρώθηκαν αυτές οι συνομιλίες, ο Τούρκος πρωθυπουργός είχε σχηματίσει τη γνώμη ότι, αν και οι Βρετανοί αρνήθηκαν να ενεργήσουν από κοινού, με την προσφορά στα τουρκικά στρατεύματα της χρήσης των βάσεών τους στο νησί, τα εμπόδια σε μια τουρκική ένοπλη επέμβαση δεν ήταν ανυπέρβλητα. Ο Μπουλέντ Eτσεβίτ συνάντησε επιφυλακτική στάση του Σίσκο για τις προθέσεις της Αγκυρας. Ωστόσο, σύμφωνα με τις δηλώσεις ενός Αμερικανού διπλωμάτη - που έγιναν στον Τούρκο δημοσιογράφο M. Aλή Μπιράντ -, ο Eτσεβίτ έδειξε τέτοια «αποφασιστικότητα ώστε οδήγησε την ηγεσία του Στέητ Ντηπάρτμεντ σε μια διαφοροποίηση της γραμμής, την οποία είχε αποφασίσει να ακολουθήσει στην Κύπρο»[10]. Ο Eτσεβίτ αντιλήφθηκε ότι η αντίθεση του εκπροσώπου των ΗΠΑ δεν είχε καμμιά μορφή απειλής (η λέξη υπογραμμιζόταν από τον M. Ali Birand) χρήσης βίας εναντίον της τουρκικής επέμβασης από την πλευρά της υπερδύναμης. Από εκείνη τη στιγμή, ο πρωθυπουργός της Τουρκίας συνειδητοποίησε ότι είχε τα χέρια ελεύθερα[11]. Mάλιστα, η τουρκική αεροπορία χρησιμοποίησε για τις αποβατικές επιχειρήσεις της την αμερικανική στρατιωτική βάση του Ιντσιρλίκ.
         Στις 19 Ιουλίου 1974 ο Mακάριος σε ομιλία στο Συμβούλιο Ασφαλείας, ανέφερε ότι το πραξικόπημα οργανώθηκε από το στρατιωτικό καθεστώς των Αθηνών. Ο αντιπρόσωπος των ΗΠΑ στον ΟΗΕ πρέσβης Σκάλι (Scali) δήλωσε ότι η εξιχνίαση αυτού του ζητήματος εκκρεμούσε ακόμα, και προειδοποίησε για δημιουργία κενού εξουσίας στην Κύπρο σε περίπτωση διαρκούς απομάκρυνσης των Ελλαδιτών αξιωματικών από το νησί. Το Συμβούλιο Ασφαλείας ανέβαλε τότε τη συνεδρίαση χωρίς να λάβει απόφαση. Την ίδια μέρα ο τουρκικός στόλος απέπλευσε από τη Μερσίνα (Mersin), ενώ ο Σίσκο ταξίδευε από το Λονδίνο προς την Αθήνα και την Aγκυρα. Η τουρκική στρατιωτική απόβαση στη Μεγαλόνησο άρχισε το πρωί του Σαββάτου, 20 Ιουλίου 1974, υπό την κωδικοποιημένη ονομασία «Aττίλας».[12] Η επιχείρηση ονομάστηκε από την τουρκική κυβερνητική προπαγάνδα «barιs harekâti», δηλ. «ειρηνευτική επιχείρηση». «Ο Θεός να δικαιώσει αυτή την επιχείρηση που πραγματοποιείται για το καλό του έθνους μας, των Κυπρίων στο σύνολό τους και της ανθρωπότητας. Πιστεύουμε ότι, ενεργώντας με αυτόν τον τρόπο, προσφέρουμε υπηρεσίες στην ανθρωπότητα και στην ειρήνη», δήλωνε νωρίς το ίδιο πρωί, μιλώντας από το εθνικό ραδιοφωνικό δίκτυο της Τουρκίας,[13] ο Μπουλέντ Eτσεβίτ, ηγέτης του Λαϊκού Ρεπουμπλικανικού Κόμματος (ΛΡΚ, CHP) ενός κόμματος, που εθεωρείτο ως θεματοφύλακας της εκκοσμίκευσης στην Τουρκία. Από την πλευρά του, ο Νετζμεντίν Ερμπακάν - τότε αντιπρόεδρος της κυβέρνησης - έχει δηλώσει, κατ’επανάληψιν ότι είναι υπερήφανος για το γεγονός ότι «η απελευθέρωση των αδελφών Τούρκων Κυπρίων είναι ένα από τα έργα του». Κατά την πρώτη αυτή στρατιωτική επιχείρηση του Ιουλίου η Τουρκία κατέλαβε περίπου το 4% του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας. Κατά τη νέα επίθεση στις 14-16 Αυγούστου 1974, τα τουρκικά στρατεύματα κατέλαβαν πολύ μεγαλύτερη έκταση, ένα περίπου 33% του κυπριακού εδάφους.
         Το 1974 η Tουρκία ισχυρίστηκε ότι εισέβαλε στην Κύπρο για να προστατεύσει την τουρκοκυπριακή μειονότητα και έκτοτε εξακολουθεί να προβάλει αυτό το επιχείρημα για να δικαιολογήσει την συνεχιζόμενη παράνομη κατοχή του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας. Το αν, την στιγμή της εισβολής, οι ίδιοι οι τ/κ είχαν ισχυριστεί ότι βρίσκονταν σε κίνδυνο και ζήτησαν προστασία από την Τουρκία παρέμενε πολλά χρόνια αργότερα δύσκολο να αποδειχτεί. Χαρακτηριστικό είναι σχετικό με τα γεγονότα του καλοκαιριού του 1974 δημοσίευμα της αγγλόφωνης κυπριακής εφημερίδας Cyprus Mail: «Επί πλέον, στις περιοχές της Κύπρου που κατέλαβαν τα τουρκικά στρατεύματα, υπήρχε μικρός σχετικά αριθμός των υποψηφίων να προστατευθούν Τουρκοκυπρίων. Απεναντίας, η Τουρκία προχώρησε σε εθνική εκκαθάριση της ζώνης που κατέλαβε από τους Ελληνοκυπρίους κατοίκους της. Αυτό αποτελούσε έναν από πολύ καιρό διακηρυγμένο τουρκικό στόχο, ο οποίος είχε σχεδιαστεί από την δεκαετία του 1950 και έγινε απόπειρα να τεθεί σε εφαρμογή το 1964, παρά το ότι η Τουρκία είχε παραιτηθεί όλων των αξιώσεών της επί της Κύπρου στην Συνθήκη της Λωζάννης το 1923. Η πράσινη γραμμή που χωρίζει την Κύπρο στα δύο αντιστοιχεί ακριβώς στη «γραμμή του Αττίλα», που βρέθηκε στους χάρτες της τουρκικής εισβολής και οι οποίοι χρονολογούνται από την δεκαετία του 1950… Οι ΗΠΑ αντιτάχθηκαν σε ενδεχόμενη επέμβαση της Μεγάλης Bρετανίας κατά τον χρόνο της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο, ώστε να προστατεύσει τις κατασκοπευτικές βάσεις της στη Βόρεια Κύπρο, αποκάλυψε ο πρώην Βρετανός πρωθυπουργός λόρδος James Callaghan (το καλοκαίρι του 1974 ήταν υπουργός των Εξωτερικών) σε συνέντευξή του σε βρετανική εφημερίδα. Ηταν η πρώτη φορά που έχει ποτέ επιβεβαιωθεί η χρήση από τις ΗΠΑ των κατασκοπευτικών βάσεων στην Κύπρο και το ζήτημα εγέρθηκε και στη βρετανική Βουλή των Κοινοτήτων. Στη συνέντευξη, που δημοσιεύθηκε την προηγούμενη μέρα (12 Νοεμβρίου 1999) στο Times Higher Education Supplement, ο James Callaghan επιβεβαίωνε ότι η Μεγάλη Βρετανία έφθασε τότε σχεδόν στα πρόθυρα μιας ένοπλης σύγκρουσης με την Τουρκία για το ζήτημα της Κύπρου… Η κατάληψη της Βορείου Κύπρου από την Τουρκία επέσπευσε την  κατάρρευση της ελληνικής χούντας (ατού της C.I.A. στην Αθήνα), αλλά αυτό δεν ενόχλησε το State Department, το οποίο είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η χούντα δεν αποτελούσε πλέον αποδεκτό εταίρο. Αν και ο Kissinger δήλωσε αργότερα ότι η Ουάσιγκτον ήταν πολύ απασχολημένη με την υπόθεση Watergate για να λειτουργήσει αποτελεσματικά τη στιγμή που εκτυλισσόταν η κρίση στο νησί, οι δικαιολογίες του δεν πρέπει να θεωρηθούν σοβαρές. Σύμφωνα με δημοσιεύματα του τύπου της εποχής, ο Kissinger πρώτα απέτρεψε τους Βρετανούς από το να οργανώσουν μια κοινή επέμβαση με την Τουρκία και κατόπιν, όταν ο τότε Βρετανός υπουργός των Εξωτερικών, James Callaghan, εισηγήθηκε να οργανώσει η Μεγάλη Βρετανία μια άλλη επέμβαση (ως μία από τις εγγυήτριες δυνάμεις της Κυπριακής Δημοκρατίας), παρατήρησε στον τελευταίο να μην ενεργεί ως νεαρός πρόσκοπος»[14].
         Πάντως, καθ’όλη την περίοδο των επιχειρήσεων της τουρκικής εισβολής, οι βρετανικές δυνάμεις που στάθμευαν στις βρετανικές βάσεις, σύμφωνα με τις εντολές που είχαν λάβει από το Λονδίνο, δεν αναμείχθηκαν στις τουρκικές στρατιωτικές επιχειρήσεις και στις συγκρούσεις που έλαβαν χώρα με την Κυπριακή Εθνοφρουρά και τις δυνάμεις της ΕΛ.ΔΥ.Κ. Οσον αφορά τις προαναφερόμενες ενέργειες του Χένρυ Κίσινγκερ, αυτές ενισχύουν τη γνώμη - για πολλούς στην Ελλάδα βεβαιότητα - περί της συνενοχής του πρώην Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών στα γεγονότα του 1974.[15]
         Ο αναλυτής της γεωπολιτικής του σύγχρονου Ισλάμ Alexandre del Valle θεωρεί ότι η τουρκική εισβολή στην Κύπρο είναι αποκαλυπτική μιας «αλληλοδράσης μεταξύ παντουρκισμού και ισλαμικής αλληλεγγύης... Κάθε προσεκτικός παρατηρητής θα σημειώσει ότι ο λόγος και η ρητορική που συνόδευαν τις τουρκικές επιθετικές επιχειρήσεις ήταν περιβεβλημένες από μια έντονη  θρησκευτικότητα, ή και χαρακτηρίζονταν από έναν θρησκευτικό φανατισμό.  Όμως, η εμφάνιση μιας φρασεολογίας με θρησκευτική χροιά στους κοσμικούς Τούρκους που βρίσκονται σε αντίθεση με τους Ελληνοκύπριους εθνικιστές δεν θα έπρεπε να εκπλήσσει. Διότι το Ισλάμ δεν περιορίζεται σε μια απλή ευσέβεια. Είναι πριν απ’όλα μια φοβερή πηγή πολιτικής κινητοποίησης, την οποία οι πιο κοσμικοί μουσουλμάνοι - και ο ίδιος ο Aτατούρκ - δεν αρνήθηκαν ποτέ να χρησιμοποιήσουν, όταν αυτό ήταν αναγκαίο...»[16].  
          …Κατά την διάρκεια της παρατεταμένης κρίσης Ιουλίου-Αυγούστου 1974 (που οδήγησε στην κατάληψη του βορείου τμήματος του νησιού από τα τουρκικά στρατεύματα), η σοβιετική προσέγγιση του κυπριακού προβλήματος εξελίχθηκε ακολουθώντας την συγκεκριμένη κάθε φορά αξιολόγηση των γεγονότων, που υπερίσχυσε στους κόλπους  του μηχανισμού της μοσχοβίτικης διπλωματίας. Κατά την φάση του πραξικοπήματος, η στάση της ΕΣΣΔ καθορίστηκε από τις αντιλήψεις ενός μεγάλου αριθμού ανθρώπων που έπαιρναν αποφάσεις: Αυτοί έδιναν προτεραιότητα στα χαρακτηριστικά που εμφάνιζαν την υπόθεση αυτή ως μια συνωμοσία του ΝΑΤΟ, η οποία αποσκοπούσε στην υπαγωγή του νησιού στα στρατηγικά του σχέδια και στη μετατροπή του σε ένα «αβύθιστο από τον εχθρό αεροπλανοφόρο»[17]. Η πρώτη αντίδραση των Σοβιετικών ήταν η σφοδρή καταδίκη του πραξικοπήματος ως προσβολή στην συνταγματική τάξη της Κύπρου και ως κατάφωρη παραβίαση του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ και του Διεθνούς Δικαίου. Την επαύριον του πραξικοπήματος (16 Ιουλίου 1974), οι στόλοι των ΗΠΑ και της ΕΣΣΔ ετοιμάστηκαν να αποπλεύσουν για να βρεθούν στη ζώνη της κρίσης[18]. Tην ίδια μέρα, σε μια μάλλον ασυνήθη στα διπλωματικά χρονικά πράξη, ο πρέσβης της ΕΣΣΔ στην Aγκυρα Γκρουμπιακώφ επέδωσε στον Πρόεδρο της Τουρκίας Φαχρί Koρουτούρκ διπλωματική νότα, στην οποία αναφερόταν: «Η Tουρκία βρίσκεται σε καλό δρόμο. Το πραξικόπημα οργανώθηκε με αφετηρία το εξωτερικό. Η κυβέρνηση της ΕΣΣΔ είναι στο πλευρό εκείνων που μάχονται αντιτιθέμενοι στους πραξικοπηματίες»[19]. Η νότα επιδέχεται διαφορετικές ερμηνείες[20]. Ορισμένοι συγγραφείς εικάζουν ότι κατ’ουσίαν η Μόσχα αποδέχτηκε την πραγματοποίηση της πρώτης τουρκικής εισβολής. Στο ζήτημα αυτό, ο Ντόγου Περιντσέκ (Doğu Perinçek), ηγέτης του τότε παράνομου ακροαριστερού κόμματος «Κόμματος Εργατών και Αγροτών» (İşçi Köylü Partisi), παρουσίασε τις εξής σκέψεις: «Σήμερα είναι σαφές ότι οι Σοβιετικοί σοσιαλιμπεριαλιστές άναψαν το πράσινο φως για την τουρκική στρατιωτική επέμβαση στην Κύπρο»[21]. Κατά την διάρκεια της συνάντησης του Μ. Eτσεβίτ με τον Τ. Σίσκο στο Λονδίνο, ο Τούρκος πρωθυπουργός βεβαίωσε τον συνομιλητή του ότι είχε λόγους να πιστεύει ότι οι Σοβιετικοί δεν σκόπευαν να αναμειχθούν στην Κύπρο εναντίον της τουρκικής επέμβασης. Ωστόσο, κατά την διάρκεια της δεύτερης φάσης της επιχείρησης «Aττίλας», η Mόσχα εξέφρασε  δυσφορία καθώς και την ανησυχία της για την τροπή που έπαιρναν οι εξελίξεις…

* Απόσπασμα από το βιβλίο του Θεοδώρου Σ. Μπατρακούλη, Ευρωπαïκή πολιτική και Ανατολικά Ζητήματα, κεφ. Το Κυπριακό, η Τουρκία, οι ελληνοτουρκικές σχέσεις και η γεωπολιτική της Ανατολικής Μεσογείου. Το βιβλίο θα κυκλοφορήσει τις επόμενες εβδομάδες, εκδόσεις Ηρόδοτος.


Θόδωρος Μπατρακούλης
Δρ Γεωπολιτικής
theobatrak@gmail.com



[1] William Mallinson, Cyprus: A Modern History, Ι. Β. Τauris, 2005.
[2] Jean-Marie Le Βreton, Les Relations internationals depuis 1968, Paris: Nathan, 1983, σσ. 104-105.
[3] Βλ. και Γεώργιος Χέλμης, Ταραγμένη διετία (1973-1974) - Από το προσωπικό ημερολόγιο ενός αυτόπτη μάρτυρα, Αθήνα: Καστανιώτης, 2006.
[4] Πρβλ. Ομιλία του Bülent Eçevit κατά την ad hoc συνεδρίαση του Σ.Ε.Α., 15.7.1974. Βλ. Mehmet Ali Birand, 30 sicak gün (: 30 θερμές ημέρες), Κωνσταντινούπολη: Millyet, 1976, σ. 20.
[5] Mehmet Ali Βirand, 30 sicak gün, 1976, σ. 21.
[6] N. Σαρρής, H άλλη πλευρά. Πολιτική χρονογραφία της εισβολής στην Κύπρο με βάση τις τουρκικές πηγές, Αθήνα: Γραμμή, 1977, σ. 23, Υποσημ. 11.
[7] M. Ali Βirand, 30 sicak gün, 1976, op. cit., σσ. 30 κ. εξ. N. Σαρρής, H άλλη πλευρά. Πολιτική χρονογραφία της εισβολής στην Κύπρο…, 1977, όπ. π., σσ. 42 κ.εξ.
[8] Mehmet Ali Βirand, 30 sicak gün, 1976, op. cit., pp. 30 κ.εξ. N. Σαρρής, H άλλη πλευρά. Πολιτική χρονογραφία της εισβολής στην Κύπρο…, 1977, op. cit., σ. 42.
[9] «British Treason; The Turkish invasion», Cyprus Weekly, 07-13.01.2005, http://www.greece. org/cyprus/Treason.htm.
[10] Mehmet Ali Βirand, 30 sicak gün, 1976, op. cit., p. 48.
[11] Mehmet Ali Βirand, 30 sicak gün, 1976, op. cit., p. 49. Βλ. και Jan Asmussen, Cyprus at War: Diplomacy and Conflict During the 1974 Crisis, London: I. B. Tauris & Co Ltd , 2008.
[12] Βλ. και Ερμπίλ Τουσάλπ, Ο Πασάς και ο στρατηγός, Αθηνα: Εκδόσεις Φλώρος, 2000
[13]  M. Ali Βirand, 30 sicak gün, 1976, op. cit., pp. 66. Nedret Ugur, «Yeni Bir Türkiye ve C.H.P.» (Μια νέα Tουρκία και το Λαïκό Δημοκρατικό Κόμμα), Κωνσταντινούπολη: Ozgür, 1974, σσ. 277-278.
[14] Jean Christou, «Callaghan says US vetoed 74 intervention to protect spy facilities», Cyprus Mail, 13th November 1999.
[15] Aλέξανδρος Ξύδης, «Οι ΗΠΑ θα προσπαθήσουν να αποτελειώσουν την επιτυχία του Χ. Κίσσινγκερ στο Κυπριακό», Nέa (Λευκωσία), 12.01.1977, στο A. Ξύδης, Πολιτικά, 1. Kυπριακό, Αθήνα: Πλέθρον, 1992.
[16] Alexandre del Valle, Islamisme et Etats-Unis; Une alliance contre l’Europe, Lausanne: L’Age d’Homme (: Mobiles Géopolitiques), 1999, p. 276.
[17] Beata Nitecka-Jagiello, «The Origin and Evaluation of the Cyprus Problem», Studies on the Developing Countries, No 8, 1977, p. 60.
[18]  M. Ali Βirand, 30 sicak gün, 1976, όπ. π., σ. 35. Nedret Ugur, «Yeni Bir Türkiye ve C. H. P.» (: Μια νέα Tουρκία και το Λ.Δ.Κ.), Κωνσταντινούπολη: Ozgür, 1974, σ. 206. 
[19] Για την επίσκεψη του Σοβιετικού πρέσβη, βλ. Nedret Ugur, «Yeni Bir Türkiye ve C. H. P.», 1974, σ. 194. Ν. Σαρρής, H άλλη πλευρά. Πολιτική χρονογραφία της εισβολής στην Κύπρο με βάση τις τουρκικές  πηγές, 1977, op. cit., σ. 42 και σημ. 23.
[20] Ilke [Αξίωμα, επίσημο όργανο του κόμματος «Türk Sosyalist Isçi Partιsι» (Τουρκικό Εργατικό Σοσιαλιστικό Κόμμα)], No 8, 1976, σ. 55.
[21] Doğu Perinçek, Kibris Meselesi (Το Κυπριακό πρόβλημα), Κωνσταντινούπολη: Aydinlik, 1976, σ. 21 [στο Ν. Σαρρής, H άλλη πλευρά. Πολιτική χρονογραφία …, 1977, op. cit., σ. 42, σημ. 23]. Σημειωτέον ότι ο Ντόγου Περιντσέκ έχει κατηγορηθεί από άλλες παράνομες τουρκικές αριστερές οργανώσεις ότι διετέλεσε συνεργάτης των κρατικών υπηρεσιών ασφαλείας.

Πέμπτη 29 Αυγούστου 2013

Το Ποντίκι: «Μας... Σύρουν σε ναρκοπέδιο»


Το Ποντίκι: «Μας... Σύρουν σε ναρκοπέδιο»
29/8/2013 10:53:51 πμ
 
 
 
 
 
 
 
(2) 
(0)













Με τον τίτλο: «Μας... Σύρουν σε ναρκοπέδιο» κυκλοφορεί η εβδομαδιαία εφημερίδα «Το Ποντίκι».


Περιλαμβάνει αναλυτικό ρεπορτάζ για το πώς η κυβέρνηση Σαμαρά αποφάσισε να εμπλέξει την Ελλάδα σε μία κρίση με απρόβλεπτη κατάληξη παρέχοντας όλες τις ζητούμενες «διευκολύνσεις» στους στοχευμένους βομβαρδισμούς των ΗΠΑ, Βρετανίας και Γαλλίας στα εδάφη της Συρίας.


Στα υπόλοιπα θέματα:


ΓΕΡΜΑΝΙΑ: Ξεσαλώνουν τα ΜΜΕ της Γερμανίας, εξαπολύοντας απύθμενη κακία κατά της Ελλάδας… Περνούν γραμμή πίεσης ότι «για να πάρει, τελικά, η Ελλάδα το μονάκριβο σεντς “τους” (που θα σώσει το ευρώ “τους”), θα πρέπει να τους δώσει όσα και ό,τι θέλουν», ανοίγοντας έτσι τον δρόμο στους «Μερκο-Σόιμπλε» να «πιάσουν πόρτα» για τον δύσκολο ευρωπαϊκό χειμώνα!

ΜΙΖΕΣ: Στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας αναμένεται να βρεθούν τις επόμενες μέρες «βαριά» ονόματα από τον πολιτικό και επιχειρηματικό κόσμο, κατηγορούμενα για «ξέπλυμα» δημοσίου χρήματος από μίζες…Στο στόχαστρο επίσης μπαίνουν δημόσια έργα, δήμοι, ΜΚΟ, καθώς και οι τομείς της Υγείας και της Ενέργειας! Όμως η κυβέρνηση ενδιαφέρεται για… χρήμα και όχι για απονομή δικαιοσύνης.

ΡΩΣΙΑ: Ευκαιριακό αποδείχτηκε το ενδιαφέρον της Ρωσίας για τη χώρα μας. «Ο θείος Βλαντιμίρ» «άδειασε» την Ελλάδα χαρακτηρίζοντάς την «προβληματική».

ΜΜΕ: Αρχίζει η μεγάλη κόντρα για τα δελτία των «8». Οι καναλάρχες ανακατεύουν την τηλεοπτική «τράπουλα» και προσπαθούν να κυριαρχήσουν. Στο παιχνίδι μπαίνει και το ΣΤΑΡ με την παρουσία του Χατζηνικολάου ως σχολιαστή, ενώ ο ΣΚΑΪ, με την παρουσία του Μαλέλη στο «τιμόνι», επιχειρεί μια δυναμική εμφάνιση …
 
Με «Το Ποντίκι» αυτής της εβδομάδας κυκλοφορούν το Ποντίκι Art, 16 σελίδες για την τέχνη και τον πολιτισμό, καθώς και ακόμη μία ιστορία του Σέρλοκ Χολμς.
http://www.real.gr/DefaultArthro.aspx?page=arthro&id=256874&catID=7

Τετάρτη 28 Αυγούστου 2013

Μαρτυρία: Οι Σύριοι αντάρτες χρησιμοποίησαν χημικά όπλαEvidence: Syrian Rebels used Chemical Weapons (not Assad)



Μαρτυρία: Οι Σύριοι αντάρτες χρησιμοποίησαν χημικά όπλα (όχι ο Ασσαντ)

Evidence: Syrian Rebels used Chemical Weapons (not Assad)

By Shoebat Foundation on August 27, 2013 in Blog, General
By Walid Shoebat and Ben Barrack
Recent news of a chemical weapons attack in Syria smacks of desperation. The question comes down to who is most desperate right now, the Assad regime or the Muslim Brotherhood rebels? Consider that since June, Assad’s forces have been winning. According to a CBS News report from last month, victories for the rebels had become “increasingly rare” and that the Muslim Brotherhood-backed opposition fighters were sustaining “some of their heaviest losses” near Damascus.
Saudi Chemicals in hands of Syrian Rebels
Saudi Chemicals in hands of Syrian Rebels
The New York Times echoed this sentiment, even saying that before gaining the upper hand, concerns were that Assad would use chemical weapons; he did not.
In fact, even before Assad’s forces gained the momentum, a UN official reportedly found evidence of rebels using chemical weapons but no evidence Assad’s regime did. This, from a Washington Times article by Shaun Waterman dated May 6, 2013:
Testimony from victims strongly suggests it was the rebels, not the Syrian government, that used Sarin nerve gas during a recent incident in the revolution-wracked nation, a senior U.N. diplomat said Monday.
Carla del Ponte, a member of the U.N. Independent International Commission of Inquiry on Syria, told Swiss TV there were “strong, concrete suspicions but not yet incontrovertible proof,” that rebels seeking to oust Syrian strongman Bashar al-Assad had used the nerve agent.
But she said her panel had not yet seen any evidence of Syrian government forces using chemical weapons, according to the BBC, but she added that more investigation was needed. {emphasis ours}
Today, while the rebels are more desperate than they were at the time of that article, evidence of rebels using chemical weapons is available; evidence Assad’s regime has used them is not.
Waterman wrote…
Rebel Free Syrian Army spokesman Louay Almokdad denied that rebels had use chemical weapons.
That doesn’t square with a video uploaded on August 23, 2013, in which Free Syrian operatives threatened to launch chemical weapons:
A day later, on August 24th, a video was uploaded and featured on facebook that purports to show Syrian rebels loading what very well may be a rocket armed with some sort of chemical agent. The tip of the rocket is armed with a light blue tank or canister that very well contains a nerve agent. At the end of this video, two separate launches of these rockets can be seen:
This video from a Syrian TV news report claims to show chemicals (some of labels on these chemicals are in English) and weapons seized by the Syrian government in the rebel stronghold of Jobar. Note at the :10 mark a label that reads:
“Saudi Factory for Chlorine and Alkalies”
In this video, two Syrian rebels (Muslim Brotherhood gang) can be heard coordinating an attack on a nearby building. As smoke billows a short distance from the building, a rebel on the ground can be heard directing someone – presumably at the source of the launch – to change his direction. At that point, the rebel from the launch point can be heard talking about using sarin gas next:
In this video of a Russia Today news report originally broadcast on or before June 16, 2013, testimony from a United Nations panel is reported to demonstrate that rebel groups – not the Assad regime – was responsible for the use of chemical weapons in general, Sarin gas in particular, which backs up the claims in the previous video. Those who attempt to discredit the report below because it is from Russia Today should have difficulty doing so when factoring in rebels above talking about using sarin gas:
It’s significant to consider that the rebels were reportedly using chemical weapons at a time when Assad was more desperate than he is now. Again, why would Assad use chemical weapons now and not then? Who is more desperate at this point in the conflict?
The answer is, the Muslim Brotherhood rebels, who have no problem killing themselves (or their own) if the cause of Islam is moved forward.
Even CNN International, which has typically been quick to report favorably for the Muslim Brotherhood rebels, is hedging its bets lately, when it comes to who is responsible for the attack. Here is a video report from Frederik Pleitgen in which he leaves the possibility open that the rebels may have perpetrated or staged the attack:
Back in March, we chronicled evidence of chemical weapons being used by the Syrian rebels. Unfortunately, since google terminated Theodore’s YouTube account, most of the videos in that post have been deleted and have been more than a little difficult to find.
Running concurrent with the tide that turned in Assad’s favor a few months ago was another defeat for the Muslim Brotherhood – in Egypt. That defeat has been taking place ever since Mohammed Mursi was ousted on July 3rd. So why would Assad use chemical weapons now and not months ago, when his situation was much more precarious?
As the Associated Press was reporting that the U.S. is moving ships closer to Syria in response to the alleged chemical weapons attack, Reuters reported that Assad’s army found chemical weapons in tunnels that had been used by the rebels, according to Syrian state television.
Oxford University historian Mark Almond granted Russia Today an interview and explained both why western nations are so willing to blame Assad and why rebels would have a motive to murder their own people. In response to a question about why the U.S., the U.K., and France appear so eager to blame Assad, Almond said:
“Western governments… want to say ‘Gotcha’. They have been demanding the fall of Assad for more than two-and-a-half years now and it has become increasingly frustrating that his regime has shown much more resilience than they had expected, despite the resources that they and the Gulf Kingdoms have thrown into the war on the other side.
It is also like a distraction from the embarrassment of Egypt, where we see the European and the US governments basically using weasel words to avoid any kind of condemnation of a massacre in the streets of Cairo. So there are both the specifics of Syria and the context of what is going on elsewhere in the Arab world, especially in Egypt.”
Almond gives a very interesting answer to the question about why the rebels would intentionally gas their own people:
“We do have some very radical groups who would no doubt say, as they have when they have been challenged about using suicide bombers, killing innocent people, that God will recognize his own when the dead die, that he will save for heaven the justified victims and just send to hell the wicked supporters of Assad. So it is not impossible that somebody has staged this.
Consider that a man many of the Syrian rebels show the utmost of reverence for is the Muslim Brotherhood’s spiritual leader, Yusuf Al-Qaradawi. When writing about a Muslim tactic known as Muruna, Qaradawi expressed when it is acceptable for Muslims to kill fellow Muslims:
“…killing Muslims whom the unbelievers use as shields… leaving these unbelievers is a danger to the Muslims, so it is permissible to kill these unbelievers even if Muslims are killed with them in the process.” – The Case FOR Islamophobia, p. 56
Of course, if the rebels are desperate enough, Muruna could sanction the murder of their own people if it meant bearing false witness and a blood libel that would engage external forces that want Assad removed. As things stand today, the rebels are more desperate than is the Assad regime.
Specific examples include the staged death of twelve year-old Muhammad Al-Dura by Palestinians. Whether the child was used as a prop in a Palestinian blood-libel or was actually killed, he was clearly put in danger by Palestinians who shot at him as the news cameras rolled for a false report that aired on France 2. They wanted to blame the Israelis.
Earlier this month in Egypt, Muslim Brotherhood supporters were caught behaving as victims of oppression at the hands of the military. They might have gotten away with it if nothing but still shots were taken. Unfortunately for these miscreants, video was recorded that revealed a staged, mass display of despicable behavior.
Syria’s Muslim Brotherhood rebels would never get away with launching chemical weapons and taking credit for it. They’d have to do so while blaming Assad. It’s straight out of the Nazi playbook and a violation of two major commandments – Thou shalt not murder and thou shalt not bear false witness. However, the Muslim Brotherhood, as usual, provides more evil spin. It bears false witness while committing murder in order to push an agenda.
Lying, bearing false witness, blood libel, and murder.
Yeah, that smells like the Brotherhood.

Source (Από το):
http://shoebat.com/2013/08/27/evidence-syrian-rebels-used-chemical-weapons-not-assad/

Δευτέρα 26 Αυγούστου 2013

«Η αλβανική κυβέρνηση σε στενό εναγκαλισμό με τον Ερντογάν»


26/8/13

«Η αλβανική κυβέρνηση σε στενό εναγκαλισμό με τον Ερντογάν»

Του Φρέντυ Μπελέρη, Μέλος του Γενικού Συμβουλίου της «ΟΜΟΝΟΙΑΣ»
«Η αλβανική κυβέρνηση σε στενό εναγκαλισμό με τον Ερντογάν» Η ιστορία αρχίζει τον 17ο αιώνα... Τότε, για πρώτα φορά, στο κέντρο της Πρεμετής ανυψώθηκε ο ναός της Παναγίας. 
Κατά καιρούς, διάφοροι προσπάθησαν να τον καταστρέψουν. Ολοι ξέρουμε τι συνέβη κατά τη γερμανική κατοχή και με τη συνεργασία των ντόπιων... 
0 ναός της Παναγίας καταστράφηκε το 1968 και είπαν ότι θα έκαναν πολιτιστικό κέντρο.

Αρκετά χρόνια μετά, αντί ο χώρος να επιστραφεί απλώς στην εκκλησία, έκαναν δήθεν νόμους σύμφωνα με τους οποίους αν έχουν βάλει πέντε πέτρες παραπάνω, δεν δικαιούται η εκκλησία να πάρει το κτίριο. Τελικά, το 1998 αποφασίστηκε από το κράτος, να επιστραφεί ο ναός στην εκκλησία με αντίτιμο 750.000 λεκ, έναντι κάποιων υποτιθέμενων εργασιών στο κτίριο. Αργότερα ξεκίνησαν δίκες από διάφορους που ήθελαν να χρησιμοποιήσουν αυτό το κεντρικό οικόπεδο για να κτίσουν πολυκατοικίες. Η εκκλησία δικαιώθηκε δύο φορές. Την τρίτη, ερήμην της εκκλησίας και βάσει ψευδομαρτύρων αποφασίστηκε πως ο χώρος αυτός δεν ήταν ποτέ εκκλησία. Το 2002 πήραν μία απόφαση αλλά ήξεραν ότι αυτό ήταν ένα ψέμα. Για αυτό δεν τόλμησαν τόσα χρόνια να εκτελέσουν αυτήν την άδικη απόφαση. Οι ιεροί χώροι όλοι είτε είναι τζαμιά είτε τεκέδες, είτε εκκλησίες πρέπει να επιστραφούν στις κοινότητες αυτές. Ενα πολύ σημαντικό στοιχείο είναι η συμφωνία μεταξύ εκκλησίας και υπουργικού συμβουλίου της Αλβανίας, η οποία έγινε νόμος του κράτους στις 22 Ιανουαρίου 2009 και λέει πως όλοι οι ιεροί χώροι και η περιουσία της εκκλησίας που δημεύτηκε από το κομμουνιστικό καθεστώς θα επιστραφεί στην εκκλησία. Στη συμφωνία αναφέρεται με σαφήνεια ότι η κυβέρνηση εγγυάται και προστατεύει την ελευθερία τας θρησκευτικής λατρείας. Φαίνεται, όμως, πως οι νόμοι του κράτους δεν ισχύουν. Αντιθέτως ισχύουν οι εντολές δημάρχων και διαφόρων επιτροπών. Οι εκδοχές, βέβαια, που ακούγονται στους κύκλους των Βορειοηπειρωτών και Αλβανών ορθοδόξων είναι οι εξής: 

• Συγκεκριμένοι κύκλοι θέλουν να εκμεταλλευθούν προς ίδιον όφελος το οικόπεδο φιλέτο στο οποίο βρίσκεται ο ναός. 
• Αν και άθεος κομμουνιστής ο Μπερίσα δρα ως φανατικός ισλαμιστής. Παράλληλα με τα επεισόδια στην Πρεμετή, έγινε γνωστό πως χάρισε με συνοπτικές διαδικασίες στην μουσουλμανική κοινότατα ένα οικόπεδο 10 στρεμμάτων στα Τίρανα για να κτιστεί ισλαμικό πανεπιστήμιο. 
• Τόσο η κυβέρνηση Μπερίσα όσο και ο Ράμα φαίνεται πως βρίσκονται σε στενούς εναγκαλισμούς με την Τουρκία του Ερντογάν. Στο πλαίσιο αυτών των προσεγγίσεων προωθείται ιδιαίτερα ο φιλοτουρκισμός. Η έχθρα προς το Χριστιανισμό που αποτελεί μειονότητα στην Αλβανία, φαίνεται να τονώνεται και από το γεγονός ότι αυτός συνδέεται άρρηκτα με τον ελληνισμό. 0 πρόσφατα εκλεγμένος πρωθυπουργός Εντι Ράμα, του οποίου η κυβέρνηση δεν έχει ακόμα ορκιστεί φαίνεται εντελώς αμέτοχος. Για τους γνωρίζοντες, όμως, κάθε άλλο παρά αληθεύει αυτή η άποψη. Είναι γνωστό πως ο δήμαρχος Πρεμετής εκλέγεται με το κόμμα του Ράμα και είναι άνθρωπος της απολύτου εμπιστοσύνης του.
Την επιθετικότητα των Αλβανών και τις άνευ προηγουμένου προκλήσεις ενισχύει η ηχηρή απουσία της ελληνικής διπλωματίας από τα δρώμενα στην Αλβανία. Τα προηγούμενα αναπάντητα από ελληνικής πλευράς περιστατικά βίας και μίσους ήταν λογικό να οδηγήσουν σε ακόμη πιο ακραίες δράσεις.
Δυστυχώς για τον ελληνισμό και την ορθόδοξη κοινότητα της Αλβανίας οι αντιδράσεις των πολιτικών εκπροσώπων ήταν από χλιαρές μέχρι ανύπαρκτες. Ενδεικτικό του φανατισμού και του εθνικισμού που επικρατεί στην αλβανική πολιτική σκηνή είναι ότι από τους δεκάδες Ελληνες και Αλβανούς ορθόδοξους βουλευτές του αλβανικού κοινοβουλίου, μόνο ο πρόεδρος του ΚΕΑΔ Ευάγγελος Ντούλες καταδίκασε τα περιστατικά.
ΠΗΓΗ: ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ "ΤΟ ΧΩΝΙ"

Κυριακή 25 Αυγούστου 2013

25/8/13

Το «στρατηγικό βάθος» της Τουρκίας και του Νταβούτογλου καταρρέει στην Αίγυπτο

Χρήστος Ιακώβου
Διευθυντής του Κυπριακού Κέντρου Μελετών
Όταν η τουρκική εξωτερική πολιτική άρχισε να εφαρμόζει το δόγμα του «στρατηγικού βάθους», οραματιζόμενη το ρόλο του «νεοοθωμανού ηγεμόνα», θεωρούσε ότι στο δρόμο θα είχε «μηδενικές τριβές». Αυτή η αντίληψη, στηριζόταν εν πολλοίς στην απουσία αραβικής ενότητος και στρατηγικής και στην απομόνωση του Ιράν. Η ακύρωση του άξονα με το Ισραήλ ήταν μία μανούβρα τακτικής που εξυπηρετούσε επικοινωνιακώς την προσπάθεια της Τουρκίας να κερδίσει αξιοπιστία και να καλύψει το ηγετικό κενό στη Μέση Ανατολή.
Η Συρία ήταν το πρώτο κράτος της περιοχής που ανταποκρίθηκε θετικά στο νέο άνοιγμα της Τουρκίας, διαμορφώνοντας, μέχρι την Άνοιξη το 2011, μία στρατηγική εταιρική σχέση. Ο Άσαντ πίστευε ότι μία τέτοια σχέση, με ένα κράτος-μέλος του ΝΑΤΟ, θα έδιδε την ευκαιρία στη Δαμασκό να ξεφύγει από την απομόνωση που βίωνε μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου.
Η Τουρκία, όμως, παρουσιάστηκε ανειλικρινής στη σχέση αυτή πλην όμως πιστή στο στρατηγικό στόχο του «νεοοθωμανού ηγεμόνα». Μόλις ξέσπασε η κρίση στη Συρία, ανέλαβε το ρόλο του συντονιστή των στρατιωτικών επιθέσεων εναντίον του καθεστώτος Άσαντ, ωσάν η Συρία να ήταν επαρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Αναλαμβάνοντας αυτό το ρόλο, η κυβέρνηση Ερντογάν υπελόγισε, εσφαλμένα τελικώς, ότι η κρίση θα είχε βραχύ χρονικά χαρακτήρα. Η παρατεταμένη χρονική διάρκεια του εμφυλίου πολέμου καθώς επίσης και οι αντοχές του καθεστώτος Άσαντ, δημιούργησαν μόνο αδιέξοδα και προβλήματα για την Άγκυρα.
Τώρα έρχεται αντιμέτωπη με ένα νέο, εξίσου σκληρό πρόβλημα, αυτό της Αιγύπτου. Η προσπάθεια αύξησης της επιρροής της Τουρκίας στη Μέση Ανατολή δέχεται ισχυρό ράπισμα μετά το πραξικόπημα του στρατού και την ανατροπή του Μωχάμμεντ Μόρσι. Οι ελπίδες της κυβέρνησης Ερντογάν εκτροχιάζονται αφού επένδυσαν πάνω στην άνοδο των ισλαμιστών στην πολιτική εξουσία. Η ενίσχυση των ισλαμιστών ήταν άλλωστε μόνιμη τακτική της Τουρκίας αφ' ότου άρχισαν οι Αραβικές εξεγέρσεις από τις αρχές του 2011 και εντεύθεν.
Η κυβέρνηση Ερντογάν ήταν από τις πρώτες που υποστήριξαν την εξέγερση του 2011 και την ανατροπή του Χόσνι Μουμπάρακ. Ακολούθως προέβαλε τη σουννιτική ισλαμική ταυτότητα ως συστατικό στοιχείο της εξωτερικής προκειμένου να ενισχύσει τους δεσμούς με την Μουσουλμανική Αδελφότητα και την κυβέρνηση Μόρσι.
Η Τουρκία είχε δύο στρατηγικά πλεονεκτήματα τα οποία απώλεσε λόγω μη ορθολογικών επιλογών. Το πρώτο ήταν η επιθυμία του ΝΑΤΟ να αναπροσαρμόσει τη στρατηγική του στη Μέση Ανατολή μετά τις αραβικές εξεγέρσεις και συνεπώς η Άγκυρα θα μπορούσε να παίξει τον πιο καθοριστικό ρόλο ως βραχίονας της Βορειοτλαντικής Συμμαχίας στην περιοχή. Το δεύτερο ήταν η ύπαρξη κενού ισχύος στη Μέση Ανατολή λόγω της αποδυνάμωσης που προκάλεσαν στα αραβικά κράτη οι διάφορες κρίσεις στην περιοχή από το 2003 και εντεύθεν και της συνεχιζόμενης απομόνωσης του Ιράν, με συνέπεια η Τουρκία να προέβαλλε ως το μόνο μουσουλμανικό κράτος με ισχυρούς συντελεστές ισχύος και ικανότητα διαπραγμάτευσης, τόσο με τους δυτικούς συνασπισμούς όσο και με μεγάλο μέρος του μουσουλμανικού κόσμου.
Επενδύοντας πολιτικά και οικονομικά στην πιο ισχυρή και πολυπληθέστερη αραβική χώρα, η Τουρκία ευελπιστούσε ότι θα απεκόμιζε δύο βασικά πλεονεκτήματα: πρώτον, το στρατηγικό βάθος θα εδραιώνετο καθοριστικώς και θα αποκτούσε μία ισχυρή δυναμική πλέον, και δεύτερον, θα προέβαλλε διεθνώς ότι το τουρκικό μοντέλο συνύπαρξης «Ισλάμ και Δημοκρατίας» αποτελούσε πρότυπο για όλο το μουσουλμανικό κόσμο.
Με την ανατροπή Μόρσι, ο Ερντογάν βλέπει τα γεωπολιτικά του οράματα να συνθλίβονται μπροστά τις επιλογές του αιγυπτιακού στρατού. Το χειρότερο δε για την Τουρκία ότι υπό την πίεση της γεωστρατηγικής πλέον ανασφάλειας, η κυβέρνηση Ερντογάν αρχίζει, όπως και στην περίπτωση της Συρίας, να γίνεται μέρος του αιγυπτιακού προβλήματος χωρίς άμεση προοπτική για πολιτικά οφέλη και μακροπρόθεσμα δημιουργεί τις συνθήκες περαιτέρω απομόνωσής της στη Μέση Ανατολή με απώλεια των όποιων θετικών μέχρι σήμερα κεκτημένων. Από τη στιγμή που ο Ερντογάν καταδίκασε την ανατροπή Μόρσι με εμπρηστικές δηλώσεις αναχαίτισε την όποια δυνατότητα της Άγκυρας να επηρεάσει τα γεγονότα στην Αίγυπτο. Με άλλα λόγια στην προσπάθειά της να καταστεί ιδιοτελώς σταθεροποιητικός παράγοντας στην περιοχή μετατρέπεται σταδιακώς σε ταραξία. Από τη στιγμή που ο Ερντογάν παρασύρθηκε ανταποκρινόμενος σε ένα παιγνίδι ηθικής και ιδεολογίας απομονώθηκε πολιτικώς. Τέτοιου είδους παιγνίδια έχουν αξία μόνο όταν συμπαρατάσσεται ο δρών με το νικητή μίας σύγκρουσης.
Η εξέλιξη των γεγονότων στην Αίγυπτο, μετά την ανατροπή του Μουμπάρακ ένωσαν αρχικώς το σουννιτικό τρίο, Τουρκία - Κατάρ - Σαουδική Αραβία. Μετά τα σαρωτικά γεγονότα των τελευταίων εβδομάδων, η Σαουδική Αραβία και το Κατάρ επέδειξαν ευπροσάρμοστη πολιτική διατηρώντας την ικανότητά τους να επηρεάζουν εν μέρει τις εξελίξεις. Αντιθέτως, η μονομερής στάση της Τουρκίας έχει απολέσει τις όποιες πιθανότητες συνέχισης του ρόλου που έπαιζε πριν από τον Ιούλιο.
Η διάσπαση βεβαίως αυτού του σουννιτικού συνασπισμού θα έχει περιφερειακές επιπτώσεις. Ο συνασπισμός αυτός δημιουργούσε προοπτική ισχυροποίησης της Τουρκίας στην περιοχή. Μετά την ανατροπή Μόρσι, η Άγκυρα έχει χάσει τις ηγεμονικές πιθανότητες στην περιοχή. Το νέο πλέον σκηνικό, με την απομόνωση της Τουρκίας, θα επηρεάσει άλλες κρίσιμες εξελίξεις στην περιοχή, όπως το συριακό ζήτημα.
 
από το ιστολόγιο
www.geopolitics-gr.blogspot.com

Οι χρήσιμοι ηλίθιοι, το φρενοκομείο και τα σχέδια του Ερντογάν για την κατάληψη νησιών του Αιγαίου

Οι χρήσιμοι ηλίθιοι, το φρενοκομείο και τα σχέδια του Ερντογάν για την κατάληψη νησιών του Αιγαίου

Εικόνα από φάση μεγάλης διακλαδικής αποβατικής άσκησης των Τούρκων σε ακτή του Σεφερίχισαρ, που απεικονίζει ακτή κάποιου ελληνικού νησιού. Το σενάριο και η διεξαγωγή προϋποθέτει την ΕΓΚΡΙΣΗ του πρωθυπουργού Ερντογάν!
Του Σάββα Καλεντερίδη
Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής το 1989, εν μέσω πολιτικής αστάθειας που επικρατούσε στη χώρα, και ενώ ο Ανδρέας Παπανδρέου, για να «παίξει» με το θυμικό των οπαδών της Αριστεράς και της …Προόδου για να τον στηρίξουν εκλογικά, τον είχε αποκαθηλώσει από το θρόνο του Προέδρου της Δημοκρατίας (1985), είχε κάνει την εξής δήλωση που πραγματικά έχει μείνει στην ιστορία: «Η χώρα μετεβλήθη σε ένα απέραντο φρενοκομείο».
Πριν επανέλθουμε στα περί φρενοκομείου, για να μην παρεξηγηθούμε, να αναφερθούμε και στον ορισμό του «χρήσιμου ηλίθιου», όπως τον δίνει η ιστοσελίδα slang.gr: 
Με τον όρο αυτό χαρακτήριζε ο Βλαντίμιρ Λένιν τους διανοουμένους και άλλους ανένταχτους συναγωνιστές και συνοδοιπόρους, και λοιπές δημοκρατικές δυνάμεις, που συνεπικουρούσαν το μπολσεβικικό κίνημα, χωρίς να αποτελούν μέλη του. Τι σημαίνει να είσαι (ή να γίνεσαι) χρήσιμος ηλίθιος; Ότι απλά γίνεσαι αντικείμενο εκμετάλλευσης πιστεύοντας και υπηρετώντας έναν σκοπό που καπελώνουν άλλοι και που απλά σε ανέχονται για όσο τους προσφέρεις αφιλοκερδώς τις υπηρεσίες σου, ενώ όταν πάψουν να σε χρειάζονται παίρνεις πόδι.
Να εξηγήσουμε τώρα γιατί η αναφορά μας σε φρενοκομείο και χρήσιμους ηλίθιους.
Στην Ελλάδα έχει αναπτυχθεί μια φιλολογία-επιχειρηματολογία γύρω από το ζήτημα του Αιγαίου, που μόνο από τους δυο προαναφερθέντες όρους μπορεί να εξηγηθεί!
Να αναφέρουμε μερικά παραδείγματα.
Πολιτικοί και διανοούμενοι κάνουν λόγο συχνά-πυκνά στις "δυο πλευρές του Αιγαίου", εξομοιώνοντας έτσι τα δικαιώματα της Ελλάδας με αυτά της Τουρκίας στο Αιγαίο, λες και έχουν πάθει ολική τύφλωση και δεν βλέπουν ότι στο Αιγαίο υπάρχει η Λέσβος, η Χίος, η Σάμος, η Κως, η Ρόδος και άλλα πόσα κατοικημένα αλλά και ακατοίκητα νησία! Άρα, ποιες "δυο πλευρές του Αιγαίου"; Υπάρχει η Ελλάδα, που είναι Αιγαίο, και η Τουρκία,με τις ακτές της που κοιτούν στην Ελλάδα, δηλαδή στο Αιγαίο.
Επίσης, δεν είναι λίγοι οι πολιτικοί, διανοούμενοι και καλλιτέχνες, που για να ξεπεράσουν ακόπως τη σκόπελο των προβλημάτων που δημιουργεί η Τουρκία στο Αιγαίο με την επιθετική-επεκτατική της πολιτική, χαρίζουν το Αιγαίο στα ψάρια του, με τη δήλωση «Το Αιγαίο ανήκει στα ψάρια του»!
Ένα άλλο επιχείρημα για το Αιγαίο, πιο …κυριλέ και σοφιστικέ, είναι αυτό που επικαλούνται οι χρήσιμοι ηλίθιοι, που μπορεί στην περίπτωση του Λένιν να ήταν χρήσιμοι στην επανάσταση των Μπολσεβίκων, στην περίπτωσή μας, αν και ορφανά του Λένιν, είναι εξαιρετικά χρήσιμοι στην επιθετική-επεκτατική πολιτική του Ερντογάν στο Αιγαίο (ο οποίος μάλλον δεν συμφωνεί με τη δήλωση «το Αιγαίο ανήκει στα ψάρια του» αφού θεωρεί ότι ανήκει στην Άγκυρα). Πρόκειται για την χιλιοειπωμένη άποψη, που χρεώνει την ένταση που προκαλείται στο Αιγαίο από ασκήσεις και παραβιάσεις των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων, στους στρατοκράτες της Άγκυρας και της Αθήνας. Για να κάνουν μάλιστα πιο …προοδευτικό το επιχείρημά τους, οι «ειρηνόφιλοι» νεροκουβαλητές της Άγκυρας συμπληρώνουν ότι οι στρατοκράτες υπηρετούν, εκτός των άλλων, και τα συμφέροντα των εμπόρων όπλων, που ασφαλώς και υπάρχουν, όπου υπάρχει ένταση και κρίση.
Επειδή, όμως, ο Θεός αγαπάει τον κλέφτη -στον περίπτωσή μας ο Αλλάχ τον βάρβαρο Τούρκο σφετεριστή-, αλλά αγαπάει και τον νοικοκύρη, η σύλληψη του Γερμανού υπηκόου στη Χίο, με πολλά καυτά ντοκουμέντα στοχοποίησης ολόκληρης της Χίου, απόδειξη καραμπινάτης επιθετικής κατασκοπίας εις βάρος της Ελλάδος, μας δείχνει ορισμένα πράγματα, στα οποία πρέπει να κάνουμε μια σχετικά εξειδικευμένη αναφορά.
Να υπογραμμίσουμε, λοιπόν, ότι ο Γερμανός είχε στρατολογηθεί από τη μονάδα της ΜΙΤ που έχει έδρα τη Μαρμαρίδα, η οποία έχει τομέα ευθύνης τη Ρόδο και τα παρακείμενα σ' αυτήν νησιά. Παρ' όλα αυτά, του ανατέθηκε αποστολή να εγκατασταθεί στη Χίο και να στοχοποιήσει επί δυο χρόνια το σύνολο του μαρτυρικού νησιού.
Όμως εδώ τα ενδιαφέροντα είναι δυο.
Πρώτον, ότι η Χίος είναι στο στόχαστρο της Τουρκίας και
Δεύτερον, ότι την εντολή να εγκατασταθεί στη Χίο και να ασκεί επιθετική κατασκοπία δεν μπορεί να την έδωσε ο προϊστάμενος της ΜΙΤ στη Μαρμαρίδα και θα πρέπει να θεωρήσουμε ότι είναι περισσότερο από βέβαιο ότι την έδωσε ο ίδιος ο διοικητής της ΜΙΤ, Χακάν Φιντάν, ο οποίος δεν είναι ενεργούμενο των στρατοκρατών, αφού είναι το alter ego και άρα απολύτως ελεγχόμενος από τον Ερντογάν.
Άρα, το επιχείρημα των εθελοτυφλούντων εθνομηδενιστών της Αριστεράς και της ...Προόδου, ότι αυτά που γίνονται στο Αιγαίο είναι παιχνίδια των ακραίων και των στρατοκρατών της Ελλάδας και της Τουρκίας, πάει περίπατο. Τα επιθετικά σχέδια των Τούρκων για κατάληψη νησιών στο Αιγαίο είναι ζωντανά και είναι αποτέλεσμα ξεκάθαρης πολιτικής στόχευσης των τουρκικών κυβερνήσεων και εν προκειμένω του Ερντογάν!

Οπότε, αφήνουμε τους αναγνώστες μας να κρίνουν μόνοι τους τις αναφορές μας για τους χρήσιμους ηλίθιους και για το φρενοκομείο της Αριστεράς και της …Προόδου!

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "κυριακάτικη δημοκρατία"
Aναδημοσιεύεται από το http://infognomonpolitics.blogspot.gr