Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΤΟΡΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΤΟΡΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 30 Σεπτεμβρίου 2014

Αλμανάκ 1η Οκτωβρίου

Αλμανάκ 1η Οκτωβρίου - Τα σημαντικότερα γεγονότα
331 π. χ.
Ο Μέγας Αλέξανδρος συντρίβει το στρατό του Πέρση Δαρείου Γ' του Κοδομανού, στην πεδιάδα των Γαυγαμήλων. Με τη νίκη του αυτή, ο μέγας στρατηλάτης ολοκληρώνει την κατάκτηση της περσικής αυτοκρατορίας. Κατά τη διάρκεια της μάχης σκοτώνεται ο Βουκεφάλας, το αγαπημένο του άλογο.

1867 μ. Χ.

Ο Καρλ Μαρξ εκδίδει το Κεφάλαιο, που αποτελεί την κορωνίδα του έργου του.
 
1946
Εκδίδεται η απόφαση στη δίκη της Νυρεμβέργης. 12 από τους 22 εξέχοντες Ναζί καταδικάζονται σε θάνατο ως εγκληματίες πολέμου.
 
1960
Η Κύπρος κηρύσσει και επισήμως την ανεξαρτησία της από τη Μεγάλη Βρετανία. (εθνική εορτή)

Τετάρτη 3 Σεπτεμβρίου 2014

Γενοκτονίες Η πολιτική εξουσία ορίζει την ιστορική αλήθεια;

3/9/14

Γενοκτονίες: Η πολιτική εξουσία ορίζει την ιστορική αλήθεια;

 
Η Μαρία Ρεπούση για το αντιρατσιστικό νομοσχέδιο (2/9/2014)
Κατρίν Αλαμάνου
Προβληματισμό έχει προκαλέσει στην επιστημονική κοινότητα των ιστορικών η προσθήκη στο αντιρατσιστικό νομοσχέδιο που ψηφίστηκε την Τετάρτη, της ποινικοποίησης της άρνησης γενοκτονιών που έχει αναγνωρίσει η ελληνική Βουλή, μεταξύ των οποίων η γενοκτονία των Ποντίων και των χριστιανικών πληθυσμών της Μ. Ασίας. Όπως αναφέρει στο tvxs.gr ο Λάμπρος Μπαλτσιώτης, ιστορικός στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, ειδικός στα ζητήματα γλωσσικής και θρησκευτικής ετερότητας στην Ελλάδα και τα Βαλκάνια, «δημιουργείται ένα τρομερό προηγούμενο», καθώς πλέον, «η πολιτική εξουσία ορίζει την ιστορική αλήθεια», «την αλήθεια ενός επιστημονικού αντικειμένου».


Παράλληλα, o κ. Μπαλτσιώτης αναφέρεται στην πολυπλοκότητα του όρου «γενοκτονία», καθώς, ο ορισμός του ταιριάζει περισσότερο στην ανάλυση του Ολοκαυτώματος και όχι τόσο σε άλλα ιστορικά γεγονότα εκκαθαρίσεων και μαζικών δολοφονιών.
«Το να αποκόπτεις από την έρευνα και την εξερεύνηση της ιστορικής αλήθειας και του παρελθόντος μία εθνική κοινότητα, κατ΄ουσίαν από την κριτική της ματιά, θεωρώντας ότι έχει ένα αρχαίο ένδοξο παρελθόν και από την άλλη- είναι το θύμα μια ζωή, αυτό είναι καταστροφικό εθνικά», τονίζει, μεταξύ άλλων.
O Λάμπρος Μπαλτσιώτης

Τι είναι η γενοκτονία;
Η γενοκτονία είναι ένας νομικός όρος που προέκυψε μετά το τέλος Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, μετά το έγκλημα του Ολοκαυτώματος που έγινε από τη ναζιστική Γερμανία. Επομένως, ένας νομικός και μόνο όρος χρησιμοποιήθηκε στη συνέχεια ως ιστορικός όρος –όχι από πολλούς ιστορικούς. Μετατράπηκε δηλαδή σε έναν όρο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τους ιστορικούς ώστε να αναλύσουν γεγονότα. Προσωπικά, ανήκω σε εκείνους τους ιστορικούς, οι οποίοι δεν είναι λίγοι, που θεωρούν ότι ο όρος αυτός όχι μόνο δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως ιστορικό εργαλείο, αλλά αντίθετα δεν βοηθάει την ιστορική έρευνα.

Γιατί δεν βοηθά την ιστορική έρευνα;
Καταρχήν, οι αναγνωρισμένες από διεθνή όργανα γενοκτονίες μετριούνται στα δάχτυλα των δύο χεριών. Γενοκτονία είναι και το Ολοκαύτωμα και η σφαγή της Σρεμπρένιτσα, όπου μιλάμε για λιγότερα από 10.000 θύματα. Καταλαβαίνετε ότι υπάρχουν τεράστιες διαφοροποιήσεις, η ερμηνευτική ασάφεια είναι τεράστια. Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο έχουν διαπραχθεί εκατοντάδες, ίσως χιλιάδες εγκλήματα που στρέφονται εναντίον εθνικών, εθνοτικών ή θρησκευτικών ομάδων και έχουν θύματα χιλιάδες ανθρώπους. Από αυτά ελάχιστα έχουν χαρακτηριστεί νομικά ως γενοκτονίες από κάποιο διεθνές όργανο.
Ο όρος «γενοκτονία» είναι ιστορικά προβληματικός, διότι δεν μπορούμε να εξηγήσουμε, μέσω της βούλησης και μόνο συγκεκριμένων προσώπων ή μιας ομάδας προσώπων, ένα έγκλημα ή μία εκκαθάριση που έχει ως αποτέλεσμα δολοφονίες ή εκτοπισμούς μιας ομάδας. Ιστορικά γεγονότα και διαδικασίες που μάλιστα μπορεί να καλύπτουν και μεγαλύτερες περιόδους δεν αναλύονται μέσω ενός νομικού ορισμού.

Το να χαρακτηρίζουμε με έναν όρο νομικό μια σειρά γεγονότων, να τα βγάζουμε από το ιστορικό τους πλαίσιο και να θεωρούμε ότι οφείλονται μόνο σε μια απόφαση που πάρθηκε κάποια στιγμή, είναι κάτι που δεν έχει συνήθως σχέση με την ιστορική πραγματικότητα. Αυτό, μπορεί να είναι πολύ πιο κοντά στην περίπτωση του Ολοκαυτώματος αλλά βρίσκεται πολύ μακριά από άλλες περιπτώσεις με εκατοντάδες χιλιάδες θύματα. Η «γενοκτονία» αποτελεί μια εύκολη, εύπεπτη, γενίκευση μακριά από τη μεθοδολογία της ιστορικής έρευνας.
Μήπως η γενοκτονία είναι όρος που μπορεί να ορίζει με σαφήνεια μόνο το Ολοκαύτωμα, γιατί δεν υπάρχει παρόμοιο έγκλημα στην ιστορία της ανθρωπότητας;

Όντως δεν υπάρχει άλλο τέτοιο έγκλημα στην ιστορία της ανθρωπότητας, στους νεώτερους και σύγχρονους χρόνους, τουλάχιστον σε αριθμό θυμάτων και διάρκεια. Παρολ’ αυτά, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν άλλα απίστευτα μαζικά εγκλήματα, είτε στρέφονται κατά συγκεκριμένων ομάδων με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, εθνικά, εθνοτικά, θρησκευτικά, φυλετικά αλλά και πολιτικά.

Δεν πρέπει να υπάρχει πρόθεση - στόχευση πλήρους ή έστω μερικού αφανισμού της ομάδας, ώστε να μιλάμε για γενοκτονία;
Σε πολλές περιπτώσεις είναι πάρα πολύ δύσκολο να πούμε ποια είναι στόχευση, η οποία συνήθως δεν διαμορφώνεται εκ των προτέρων, αλλά προκύπτει. Ή μπορεί να μην είναι εξαρχής στόχος ο μερικός αφανισμός της ομάδας, αλλά να προκύψει ως «αναγκαίος» ή και χωρίς να υπάρχει η βούληση: Μπορεί να είναι στόχος να πληγεί η συνοχή και η δύναμη της ομάδας ή να υπάρχει πρόθεση εκκαθάρισης συγκεκριμένων τόπων που θεωρούνται κομβικοί και ούτω καθεξής. Οι διαδικασίες και οι παράγοντες που συμβάλλουν στην εξόντωση δεν μπορούν να αποτυπωθούν από τον όρο και την «πρόθεση» που περιέχει κατά τη Σύμβαση του 1948.
Η ύπαρξη «σχεδίου» εξυπηρετεί τον νομικό χαρακτηρισμό της γενοκτονίας και ενδεχομένως να καλύπτει το πώς έγινε το Ολοκαύτωμα στην κατεχόμενη Ευρώπη, σε όχι αμελητέο βαθμό και την περίπτωση των Αρμενίων αλλά αδυνατεί να αναλύσει σειρά γεγονότων, καταστάσεων και πολιτικών που ασκήθηκαν στις περισσότερες περιπτώσεις. Από την άλλη, στα όρια της ακαδημαϊκής κοινότητας και εκτός αυτής, και στην πολιτική, υπάρχει η ακατάσχετη χρήση του όρου. Ρίξτε μια ματιά στο διαδίκτυο, ο καθένας για να μεγαλώσει τη σημασία ενός γεγονότος χρησιμοποιεί τον όρο γενοκτονία.

Ο όρος «εθνοκάθαρση» είναι πιο σαφής;

Ο όρος «εθνοκάθαρση», όπως διαμορφώθηκε μετά το ’90, από τη διάσπαση της Γιουγκοσλαβίας και μετά, κατά τη γνώμη μου, έχει ένα περιεχόμενο που είναι πιο κοντά σε μια ιστορική αποτύπωση γεγονότων, με αρκετά προβλήματα και αυτός όμως. Βέβαια υπάρχουν άλλοι όροι, οι οποίοι είναι πιο λειτουργικοί, αλλά πολύ πιο δύσκολοι στον μη ιστορικό, όπως ο «demographic engineering». Έχουν αναπτυχθεί όροι που προσπαθούν να περιγράψουν ιστορικά φαινόμενα, γεγονότα και πολιτικές, πολύ καλύτερα από ό, τι όροι που έχουν από μόνοι τους ένα φορτισμένο περιεχόμενο. Διότι η φόρτιση και η εξαρχής αποδοχή, μας πάει πίσω όταν πρόκειται να αναλύσουμε κάτι ιστορικά.

Ποια είναι η γνώμη σας για τη διάταξη του αντιρατσιστικού νομοσχεδίου που ποινικοποιεί την άρνηση όλων των γενοκτονιών που έχει αναγνωρίσει η Βουλή;

Το πρόβλημα με την εν λόγω διάταξη είναι ότι οι πολιτικοί ορίζουν την ιστορική αλήθεια. Η πολιτική εξουσία δηλαδή ορίζει και κανονικοποιεί την αλήθεια, εντός ή εκτός εισαγωγικών, ενός επιστημονικού αντικειμένου. Δημιουργείται έτσι ένα τρομερό προηγούμενο.

Θεωρείτε ότι ποινικοποιείται ο ιστορικός λόγος που δεν συμβαδίζει με τον λόγο της πολιτικής εξουσίας;
Εδώ μπορούμε να διακρίνουμε δύο επίπεδα. Το ένα είναι το ζήτημα των άμεσων επιπτώσεων, δηλαδή, ότι όσοι -είτε με ακαδημαϊκό τρόπο, είτε με λιγότερο ακαδημαϊκό τρόπο, είτε με καθόλου ακαδημαϊκό- αμφισβητούν ή αρνούνται να συμμορφωθούν με αυτή την απόφαση, θα βρεθούν εκτεθειμένοι. Διότι, ακόμη κι αν έχει κάποιες δικλείδες ο νόμος, όπως την αναφορά «κακόβουλα», ξέρουμε από την εμπειρία μας και το πρόσφατο ελληνικό παράδειγμα ότι πράγματι δεν είναι καθόλου έτσι. Γιατί, αφενός υπάρχει πάντα σε τέτοια ζητήματα μια φόρτιση, η οποία σε περιόδους εντάσεων μπορεί να είναι πολύ μεγαλύτερη, όπως μας έδειξε η κρίση του Μακεδονικού και οι καταδίκες που είχαμε τότε. Και αφετέρου, δεν είμαστε καθόλου σίγουροι, γιατί οι «δικαστές» σε τέτοια ζητήματα λειτουργούν όπως οι άνθρωποι της διπλανής μας πόρτας. Αυτό είναι επικίνδυνο, γιατί στην Ελλάδα έχουμε μια τεράστια απόσταση μεταξύ της ακαδημαϊκής ιστορίας και της δημόσιας ιστορίας ή της σχολικής, με την οποία έχει μάθει να λειτουργεί ο μέσος πολίτης –και τέτοιος είναι εδώ ο δικαστής- λόγω και του εκπαιδευτικού συστήματος.

Ένας τέτοιος νόμος δίνει κατά κάποιο τρόπο το ελεύθερο σε όσους μένουν μόνο στα της σχολικής εθνικής ιστορίας να στρέφονται εναντίον όσων έχουν άλλη ιστορική άποψη;
Αυτό εντάσσεται στις άμεσες συνέπειες που μπορεί να έχει μια τέτοια διάταξη. Οι μακροπρόθεσμες όμως είναι χειρότερες κατά τη γνώμη μου: Δημιουργείται μία κουλτούρα ιστορικής παιδείας που βρίσκεται στο όριο του «εθνικά ορθού». Αυτό, για μένα, είναι καταστροφικό, όχι μόνο για το τι θα γίνει στη συνέχεια στα Πανεπιστήμια, αλλά κυρίως για το ποια εικόνα συνολικά δίνεται στην κοινωνία. Δίνεται σε όλη την κοινωνία -και βέβαια και στα στοιχεία εκείνα που θεωρούν ότι έχουν αναλάβει εργολαβία την υπεράσπιση του έθνους- ένα σήμα δύναμης, υπεροχής και ορίζονται όρια: το μέχρι που μπορούμε να πάμε όταν μιλάμε για το παρελθόν μας ή όταν αναλύουμε το παρόν. Μιλάμε για κατοχύρωση μιας συνολικής κυριαρχίας της εθνικιστικής οπτικής τόσο του παρελθόντος όσο και του παρόντος. Αντιστρέφοντας τη δημοφιλή έκφραση, κατά τη γνώμη μου, αυτή είναι μία αντεθνική πολιτική. Το να αποκόπτεις από την έρευνα και την εξερεύνηση της ιστορικής αλήθειας και του παρελθόντος μία εθνική κοινότητα, κατ΄ουσίαν από την κριτική της ματιά, θεωρώντας ότι έχει ένα αρχαίο ένδοξο παρελθόν και από την άλλη ότι είναι το θύμα μια ζωή, αυτό είναι καταστροφικό εθνικά.

Σκεφτείτε να φτάσουμε πίσω σε μια εποχή, όπως έγραψε στον Ελεύθερο Κόσμο το 1974 ο Κύρου, ο οποίος νοσταλγούσε τότε που το μάθημα της ιστορίας «ετελείωνεν με τον εθνικόν ύμνον, που εψάλλαμεν όλοι αυθόρμητα όρθιοι και με το βλέμμα έξω από τους τοίχους της αιθούσης προσηλωμένοι στα εθνολογικά όρια του ελληνισμού». Αυτό το απόσπασμα δίνει μια εικόνα για το τι πίστευαν ότι είναι το μάθημα της ιστορίας και η ιστορία, τι πιστεύουν ακόμα, και πόσο αυτή η λογική μπορεί να μας πάει πάρα πολύ πίσω.

tvxs

5 σχόλια:

HK είπε...
"Μήπως η γενοκτονία είναι όρος που μπορεί να ορίζει με σαφήνεια μόνο το Ολοκαύτωμα, γιατί δεν υπάρχει παρόμοιο έγκλημα στην ιστορία της ανθρωπότητας;"
Δηλαδη ολοι αλλοι που σφαγιαστηκαν κατα εκατονταδες χιλιαδες ηταν τυχαια θυματα τυχαιων ιστορικων συγκυριων?
Απλα πανω στην κακια στιγμη βρεθηκαν πανω στο μαχαιρι του τσετη?
Μονο οι Ισραηλιτες ειναι ανθρωποι? Γιατι ρε παιδια...
Dimitri είπε...
Ο τύπος τα αρπάζει κανονικά από Τούρκους και Εβραίους, και επειδή έχει την ταμπέλα του καθηγητή (χεστήκαμε μεταξύ μας) νομίζει ότι μπορεί να λέει και να γράφει ότι του πούν τα αφεντικά του.

Κράτα το σάπιο εμπόρευμα σου μάστορα και βρές να το πασάρης σε πελάτες τύπου Ρεπούση.
ebola είπε...
Ο «λαμπρός επιστήμων» δεν μας διευκρίνισε αν στης γενοκτονίες έχων χρονικό όριο, διότι η μεγαλύτερη γενοκτονία της καταγεγραμμενης ιστορίας είναι η συστηματική εξόντωση των γηγενών πληθυσμών της αμερικανικής ηπείρου που συνεχίζεται μέχρι και σήμερα.
anonymos είπε...
το Αιγαίο ανήκει στα ψάρια του , το ΙΣΛΑΜ στο χάλι-φάτο τους , και τα φράγκα στις εταίρες
Nestoras Nikeforides είπε...
Μοῦ φαίνεται ὅτι ὁ ἀνωτέρω συγγραφέας θέλει να πῆ ὅτι ἡ μόνη γενοκτονία πού ἔγινε ἐπί τῆς γῆς εἶναι ἡ ἐξόντωση τῶν ἑβραίων ἀπό τούς Γερμανούς ναζί κατά τόν 20ό αἰῶνα!
Ἀλλά :
α) Μόνο ἄν κάποιος πιστεύει ὅτι οἱ Ἑβραῖοι εἶναι ὁ περιούσιος λαός τοῦ Θεοῦ, ἰσχύει αὐτό πού ὑποστηρίζει ὁ συγγραφέας τοῦ ἀνωτέρω ἄρθρου.
β) Οἱ ἑβραῖοι, ἀπό ἀρχαίων χρόνων μαρτυροῦσαν ἤ ἐδιώκοντο ἰδιαιτέρως, ὅμως ὄχι ὡς ἔθνος διωκόμενο, ἀλλά ὡς οἱ τότε πιστεύοντες στόν ἀληθινό Θεό (βλ. τρεῖς παίδες ἐν καμίνῳ, φυγή τοῦ Ἠλία στήν ἔρημα, Μακκαβαίους κ.λ.π.). Ὅταν ἐπίστευαν καί ὑπήκουαν στόν Θεό ὡς λαός, τότε ἐδιώκοντο καί ὡς ὁλόλκληρο ἔθνος (Αἴγυπτος, Φαραώ).
γ) Ἡ πρώτη μεγάλη σφαγή ὁλόκληρου λαοῦ, πού δέν εἶχε σχέση μέ ἀμέσως προηγηθέντα πόλεμο, καί μέ θρησκευτικά κριτήρια, έπιχειρήθηκε νά γίνῃ ἐπί Πτολεμαίου σέ βάρος τῶν ἑβραίων, ἀλλά ἐν τέλει ἀποφεύχθηκε μέ παρέμβαση τοῦ Θεοῦ (βλ. Μακκαβαίων Γ). Ἔγινε πραγματικότητα ὅμως, ἡ πρώτη γενοκτονία, μέ τούς διωγμούς τῶν χριστιανῶν μαρτύρων τῶν πρώτων χριστιανικῶν αἰώνων.
δ) Αὐτό ἀποτελοῦσε κοινή ἱστορική συνείδηση τῆς Εὐρώπης, δυτικῆς καί ἀνατολικῆς, καί Ἀμερικῆς, βορείου καί νοτίου).
ε) Ἡ κοινή αὐτή ἱστορική συνείδηση, μετά ἀπό τίς διώξεις τῶν Γερμανῶν ναζί κατά τῶν ἑβραίων, σέ ὅλη τήν Γερμανοκρατούμενη Εὐρώπη (μέ ἐξαίρεση, παράξενη, κάποιων φυλῶν αὐτῶν ἐκ Χαζάρων τούρκων), ἀντικαταστάθηκε μετά τόν Β Παγκόσμιο πόλεμο ἀπό τήν ἔννοια τοῦ "Ὁλοκαυτώματος τῶν ἑβραίων". Τοῦτο μπορεῖ νά εἶναι καί τυχαῖο, ἤ ἀποτέλεσμα πολῶν παραγόντων, πάντως ἔγινε.
στ) Ἡ λέξη Ὁλοκαύτωμα ὅμως, στούς ψαλμούς τοῦ Δαυΐδ ἀναφέρεται σέ θυσία πρός τον Θεό τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Δέν εἶναι Μολώχ ὁ Θεός αὐτός, ὥστε νά θέλῃ τήν ἐξόντωση τῶν ἑβραίων ὡς "ὁλοκαύτωμα" πρός Αὐτόν! Γι' αὐτό νομίζω ὅτι ὁ ὅρος "Ὁλοκαύτωμα τῶν ἑβραίων" (προσφερθέν ἀπό τούς Γερμανούς ναζί!) προδίδει μεγάλη ἀσέβεια πρός τον Θεό καί ἐνέχει μομφή κατά τῶν ἑβραίων ὡς ἐπίλεκτο "ἀνάθημα" (καί δή ὑπό τῶν Γερμανῶν ναζί!) καί δέν πρέπει νά χρησιμοποιεῖται. Ὁ ὅρος "μαζική ἐθνική ἐξόντωση" θά ἀρκοῦσε. Δέν ἔχει χαρακτηριστικά ἐθνικῆς ἤ θρησκευτικῆς ἰδαιτερότητας τοῦ λαοῦ-θύματος, οὔτε πρός τά πάνω (περιούσιος λαός!), οὔτε προς τά κάτω (ἀναθεματισμένος λαός!).
ζ) Ὁ ὅρος "γενοκτονία" πάλι, εἶναι πολύ εὔστοχος, πράγματι, καί ἐπινοήθηκε ἀπό ἑβραῖο δικηγόρο τῶν ΗΠΑ, μέ ἀφορμή τήν προσπάθειά του νά περιγράψῃ τό τί συνέβη στόν λαό του ἀπό τούς Γερμανούς ναζί. Ἀλλά δέν ἐπινοήθηκε ὡς ὅρος εἰδικός (μόνο γιά τούς ἑβραίους-θύματα). Ἐπινοήθηκε ἐξ ἀρχῆς ὡς ὅρος γενικός, γιά κάθε τέτοιο ἱστορικό φαινόμενο. Καί εἶναι ἰδιαιτέρως εὔστοχος γιά ὅλες τίς γενοκτονίες πού ἔχει ὑποστῆ ὁ Ἑλληνισμός, καί δή ὡς "ὀρθόδοξο χριστιανικό γένος".
η) Ἡ ποινικοποίηση τῆς κακόβουλης ἀρνήσεως πραγματικῶν ἱστορικῶν γεγονότων πλήρως τεκμηριωμένων καί μόνο κακόβουλα ἤ "στρατευμένα" ἀμφισβητουμένων (βλ. Ρεπούσια ἀντίληψη τῆς ἱστορίας), ὅπως ἰδίως γενοκτονιῶν, εἶναι χρήσιμη ἀφοῦ τά ΜΜΕ πλέον εὔκολα ἀλλοιώνουν τέτοια γεγονότα. Μέ κίνδυνο, ὅ,τι ἔτσι ἀποκρύπτεται, νά ἐπαναληφθῆ ἀπό τούς ἴδιους σφαγεῖς, σέ βάρος τῶν ἴδιων θυμάτων.
η) Ἀντίθετα, ἡ ποινικοποίηση ὡς ρατσισμοῦ, ὑποψιῶν κοινωνικῶν καί λοιπῶν διακρίσεων, ἔστω κακόβουλων, δέν ἔχει ὡς πραγματικό ὑπόβαθρο ἀντικειμενικά γεγονότα κοινωνικῆς συμπεριφορᾶς, ἀλλά τήν ἀποκλειστικά ὑποκειμενική ἑρμηνεία τους, καί ἄρα ἐμπεριέχει σοβαρούς κινδύνους γιά τήν ἐλευθερία ἐκφράσεως (μέχρις αὐτολογοκρισίας ἐντός τοῦ νοῦ).
θ) Μέ τήν ἀλλοίωση αὐτήν στήν έλευθερία ἐκφράσεως, ἀντί τῆς μομφῆς κατά τῆς ἀδικίας, τῆς ἀνεντιμότητας καί ἐν τέλει, κατά βάθος, τῆς ἁμαρτίας, ἡ ἔννομη τάξη μέμφεται κάθε τί τό οὐσιαστικά δίκαιο, χρήσιμα κανονικό καί ἀναπτυσσόμενο κατά φύσιν ἤ καί πρός τήν ἁγιότητα. Στοιχίζεται δέ, πίσω ἀπό μετανεωτερικές παρά φύσιν ἀντιλήψεις, πού ὁδηγοῦν ὄχι πλἐον σέ ἁπλῆ διάλυση τόν κοινωνικό ἰστό, ἀλλά σέ ἐξαναγκασμένη ἀναμόρφωση τῆς σκέψεως καί τῆς ἴδιας τῆς ρίζας τῆς βουλήσεως ἑνός ἑκάστου. Καί ὁ νοῶν νοείτω.

Κυριακή 24 Μαρτίου 2013

ΔΙΗΜΕΡΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΘΕΜΑΤΟΛΟΓΙΑ: «Παιδεία και εθνική συνείδηση στον ελληνικό κόσμο από την Άλωση μέχρι τις παραμονές της Επανάστασης του 1821 - Ζητήματα έρευνας και ερμηνείας»

ΔΙΗΜΕΡΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΘΕΜΑΤΟΛΟΓΙΑ:

«Παιδεία και εθνική συνείδηση στον ελληνικό κόσμο από την Άλωση μέχρι τις παραμονές της Επανάστασης του 1821 -

Ζητήματα έρευνας και ερμηνείας»
Επιστημονικό συνέδριο και έκθεση ιστορικού βιβλίου
Σάββατο 30 Μαρτίου, ώρες 9.00-13.30 & 17.00-20.45
& Κυριακή 31 Μαρτίου, ώρες 11.00 - 15.00
«ΝΕΟΣ ΕΡΜΗΣ Ο ΛΟΓΙΟΣ», «ΝΕΑ ΕΥΘΥΝΗ», "MANIFESTO", «ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΩΝ ΠΕΙΡΑΙΩΣ», «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ»

ΑΙΘΟΥΣΕΣ  ΦΙΛΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΙΑΣ, ΣΤΟΑ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ, Πεσματζόγλου 5 και Σταδίου

Το πρόγραμμα του Συνεδρίου
ΠPΩI ΣABBATOY,
30 MAPTIOY 09.45-13.45
- Tο Oικουμενικό Πατριαρχείο στο ιστορικό πλαίσιο της Οθωμανικής Aυτοκρατορίας, από τον Σβολόπουλο Kωνσταντίνο, ιστορικό, Ακαδημαϊκό
- Tο πρόβλημα του εξισλαμισμού στό Οθωμανικό Kράτος, από την Παπούλια Bασιλική, ιστορικό, ομότ. καθηγήτρια Πανεπιστημίου
- Η Eκπαίδευση κατά την πρώιμη Tουρκοκρατία και τα ζητήματα των εκκλησιαστικών προνομίων, από τον Διαμαντή Απόστολο, ιστορικό, Πανεπιστημιακό
- Xρησμολογία στα χρόνια της Tουρκοκρατίας: Ανάμεσα στην αυτοκάθαρση καί την ελπίδα, από τον Kαριώτογλου Αλέξανδρο, δ.θ., σχολ. σύμβουλο θεολόγων
- Γλώσσα και εθνική συνείδηση κατά τους χρόνους της μακράς δουλείας του Γένους (Tουρκοκρατία), από τον Kύρκο Bασίλειο, ομότ. καθηγητή Πανεπιστημίου
- Η συμβολή του Αγίου Kοσμά του Aτωλού στην Παιδεία του Γένους, από τον πρωτ. Γεώργιο Eυθυμίου, επικ. καθηγητή Πανεπιστημίου
-H Εκπαίδευση στον Ιστορικό Πόντο από την περίοδο των Οθωμανικών μεταρρυθμίσεων μέχρι το 1922, από την Ηλιάδου Σοφία, αναπλ. καθηγήτρια Πανεπιστημίου
AΠOΓEYMA ΣABBATOY,
30 MAPTIOY 16.00-20.45
- Oι Kρυπτοχριστιανοί του Πόντου, από τον Φωτιάδη Kωνσταντίνο, ιστορικό, καθηγητή Πανεπιστημίου
- Eθνικά και υπερεθνικά του εκκλησιαστικού χώρου στο δούλον Γένος, από τον Πρωτ. Γεώργιο Mεταλληνό, ιστορικό, ομότ. καθηγητή Πανεπιστημίου
- Η διαμόρφωση του νεοελληνικού πολιτισμικού προτύπου: Από τον Ερωτόκριτο στο κλέφτικο τραγούδι, από τον Kαψωμένο Ερατοσθένη, ομότ. καθηγητή Πανεπιστημίου
- Tο όραμα του Pήγα Bελεστινλή, από τον Kαραμπερόπουλο Δημήτριο, διδ. Ιστορίας Iατρικής, ερευνητή του Pήγα
- H nazione greca της Bενετίας, από τη Mαλτέζου Xρύσα, ιστορικό, Ακαδημαϊκό
- Aπευθυνόμενοι στην Eυρώπη: Oι Έλληνες της Tουρκοκρατίας αυτοσυστήνονται, από τον Mηνάογλου Xαράλαμπο, δ.φ., ιστορικό, εκπαιδευτικό
- H Mετακένωση και Ορθόδοξη Παράδοση στη σκέψη του Αδαμαντίου Kοραή, από τον Γεώργιο Kαραμπελιά, συγγραφέα, οκονομολόγο
- Tur Abdin - Tο θείον Όρος: Eνα ντοκυμαντέρ για τις Xριστιανικές Kοινότητες της Άνω Mεσοποταμίας, του Γεωργίου Zαφείρη (30')
ΠPΩI ΚΥΡΙΑΚΗ,
31 MAPTIOY 11.00-14.30
- Έθνος, Εθνισμός, Εθνικισμός: Tο πρόβλημα της ορολογίας, από τον Xατζηαντωνίου Kωνσταντίνο, ιστορικό, συγγραφέα
- Η διαχρονική ενότητα του Ελληνισμού (Αρχαιότητα, Bυζάντιο, Tουρκοκρατία, Nέος Ελληνισμός), από τον Kαραθανάση Aθανάσιο, ιστορικό, καθηγητή Πανεπιστημίου
- Tο Eθνος ως συνείδηση κοινωνίας στον ελληνικό κόσμο, από τον Kοντογιώργη Γεώργιο, καθηγητή Παντείου Αν. Σχ. Πολ. Επιστημών
- Η έννοια του Γένους κατά τους χρόνους της Tουρκοκρατίας, από τον Mερακλή Mιχάλη, ομότ. καθηγητή Πανεπιστημίου
- Ελλείμματα ελληνικής Ιστορίας κατά τη Mεταπολίτευση, από τον Λαζάρου Aχιλλέα, δ. ιστ., Bαλκανιολόγο
- Tο Έθνος και η Eκπαίδευση των εκπαιδευτικών: Aπό την εθνικοφροσύνη στην αποδόμηση, από τον Γκότοβο Αθανάσιο, καθηγητή (παιδαγωγικης), Πανεπιστημίου
- Kριτική αξιολόγηση θεωριών ωραιοποίησης της Oθωμανικής Aυτοκρατορίας, από τον Xατζηαναστασίου Aναστάσιο, δ.φ. ιστορικό, εκπαιδευτικό

Τρίτη 20 Νοεμβρίου 2012

Εξέγερση του Πολυτεχνεί​ου: Ο Χρύσανθος Λαζαρίδης γράφει γι'αυτήν και ο στρατηγός ε. α. Δημήτρης Αλευρομάγειρος σχολιάζει


Εξέγερση του Πολυτεχνεί​ου: Ο Χρύσανθος Λαζαρίδης γράφει γι'αυτήν και ο στρατηγός ε. α. Δημήτρης Αλευρομάγειρος σχολιάζει

Μια ενδιαφερουσα αποψη για το Πολυτεχνειο κατατίθεται από τον σημερινο βουλευτη της ΝΔ, και τοτε μετεχοντα στα γεγονοτα Χρυσανθο Λαζαριδη.

Σχολιο:
Διaφωνουμε οτι η αντισταση στη δικτατορια ηταν μικρη,


Το 90% του Ελληνικου Λαου ηταν αντιθετο και με τις δυο μορφες της [Παπαδοπουλου-Ιωαννιδη]. Και οι δυο κατεστρεψαν την Κυπρο [βασικη αιτια πτωσης της δικτατορίας] ο μεν με την αποσυρση της Μεραρχιας , ο δε με το πραξικοπημα,


Και οι δυο ξεφτελισαν τις Ενοπλες δυναμεις οι οποιες δεν ηταν σε μεγαλο ποσοστο χουντικες και η χουντα απετελεσε υβρι για τις Ε.Δ. Ενα γεγονος που αποσιωπαται [οχι τυχαια] απο πολλους ειναι οτι το πλειστον των Καταδρομων ηταν αντιθετο με τη χουντα [βλεπε και βιβλιο του εκ των συνιδρυτων της Δημοκρατικης Αμυνας, καθηγητου Βασιλη Φιλια, "Τα αξεχαστα και τα λησμονημενα" Αθηνα 1997, Παπαζησης, αλλα και την τρίτομη διατριβη του Αρχιπλοιαρχου Αντωνη Κακκαρα, για τους στρατιωτικους]

Το κυριοτερο βεβαια ηταν και πιστευω οτι το γνωριζει αυτο ο Χρυσανθος, οτι η χουντα του 67 επεβληθη [και εδω η προδικτατορικη ευθυνη των πολιτικων] για να καταστραφει η Κυπρος [βλεπε και το κειμενο "Κυπρος και Μεση Ανατολη που εχει δημοσιευσιε η Lea Basma Zerouali, στο ΑΡΔΗΝ και μπορειτε να το βρειτε στο διαδικτυο μεσω GOOGLE αλλα και τοσα αλλα οπως τα κειμενα του Νεστωρα της δημοσιογραφιας Ηλια Δημητρακοπουλου, ο οποίος και εμηνυσε τον Κισινγκερ για το Κυπριακο και απεκαλυψε την σχεση Χουντας- Σκανδαλου Γουωτερ Γκαιητ [σιγουρα ολα αυτα τα γνωριζει ο Χρυσανθος]]


H εξεγερση του Πολυτεχνειου ηταν αγνη αυθορμητη μη ελεγχομενη απο κανενα κομμα και οσοι την εκμεταλευτηκαν μετα εισπραττουν την αρα του Σεφερη, ο οποίος στο ποίημά του " ο τελευταιος σταθμος " γραφει "ιδιοτέλεια να καρπωθεις το αιμα των αλλων"


Η δειλα -δειλα σημερινη προσπαθεια απαξιωσης της γενιας του Πολυτεχνειου -πρωτοστατουσης της Χρυσης Αυγης,αποτελει υβρι για τους τοτε αγνους αγωνιστες και υποκρυπτει υποπτες σκεψεις,

Η σημερινη μεγαλειωδης πορεια ειναι μια απαντηση σε αυτους τους υβριστες,


Ολα τα μεγαλα Ιστορικα γεγονοτα εχουν και τις σκιες τους αλλα κανεις σημερα δε αρνειται την Γαλλικη Επανασταση και καποτε θα ερθει η ωρα να τιμηθει επισημα και ο Ροβεσπιερος.

Η Εξεγερση του Πολυτεχνειου τοτε δεν ειχε καμια σκια. Η αθλια εκμεταλευσή της για ιδιον οφελος απο ελαχιστους ηρθε [παντα δυστυχως] μετα.


Δ.Αλευρομαγειρος


 

Τρίτη 30 Οκτωβρίου 2012

Για την 28η Οκτωβρίου 1940

Για την 28η Οκτωβρίου 1940*


Οι πραγματικές αιτίες των πολέμων σπάνια ομολογούνται.

Από τον 19ο αιώνα ο Κλαούζεβιτς έχει κυριολεκτικά ξεγυμνώσει την πραγματική φύση τους, που καλύπτεται πίσω από μεγαλόστομες πατριωτικές ή θεόπνευστες εξάρσεις και τρελούς ηγέτες: «Ο πόλεμος είναι μια μορφή των ανθρώπινων σχέσεων.(…) Είναι μια σύγκρουση μεγάλων συμφερόντων ρυθμισμένη με το αίμα, κι είναι μόνο σ’ αυτό που διαφέρει από τις άλλες συγκρούσεις. Θα έπρεπε καλύτερα να τον συγκρίνουμε, περισσότερο απ’ οποιαδήποτε άλλη τέχνη, με το εμπόριο, που είναι επίσης σύγκρουση συμφερόντων».

Στις 5 Ιουνίου 1940 η Γαλλία δέχεται το Γερμανικό Blitzkrieg (κεραυνοβόλο πόλεμο) και συνθλίβεται σε ελάχιστες ημέρες∙ από τα νώτα της εισέρχονται για μερίδιο στη λεία και τα ιταλικά στρατεύματα. Προηγουμένως έχουν υποταχθεί στους Γερμανούς η Τσεχοσλοβακία, η Πολωνία, η Νορβηγία, η Ολλανδία, το Βέλγιο και το Λουξεμβούργο.

Η χιτλερική Νέα Τάξη εγκαθίσταται θλιβερά στην Ευρώπη.

Στις 28 Οκτωβρίου 1940 η Ιταλία επιτίθεται στην Ελλάδα. Όχι εντελώς αναίτια, όπως συνήθως παρουσιάζεται. Με συντονισμένες κινήσεις αντιπερισπασμού «οι Βρετανοί επιδιώξανε και επεκτείνανε το πόλεμο στα Βαλκάνια» (Hobsbawm). Οι Ιταλοί μπαίνουν στο ελληνικό έδαφος από τα αλβανικά σύνορα, μισή ώρα πριν από την εκπνοή του τελεσίγραφου που επέδωσαν στο Μεταξά. Ο κόσμος περιμένει την επανάληψη του δράματος. Οι εισβολείς δεν έχουν καμία σχέση με τις γελοιογραφίες των ελληνικών εφημερίδων της εποχής. Δεν ήρθαν να αφήσουν τα κόκαλά τους στη Πίνδο. Είναι πάνοπλοι, πολεμούν σκληρά, και αρχικά έχουν ορισμένες επιτυχίες. Μόνο κάποια τάγματα Αλβανών που είχαν συγκροτήσει έδειξαν απροθυμία να πολεμήσουν τους Έλληνες τελικά αυτοδιαλύθηκαν.

Οι Βρετανοί, που γνωρίζουν καλά την κατάσταση του ελληνικού στρατού, δεν δίνουν καμία πιθανότητα σε ελληνική νίκη. Ο στρατιωτικός ακόλουθος της βρετανικής πρεσβείας προβλέπει «ελληνική συντριβή» και ο Άγγλος στρατάρχης Μέτλαντ Γουίλσον γράφει: «Η ελληνική κυβέρνηση δεν είχε κανενός είδους προετοιμασία στην Ήπειρο για να μπορέσει να αντιμετωπίσει αυτή την επίθεση». Ο αρχιστράτηγος των ελληνικών δυνάμεων Αλέξανδρος Παπάγος μεταθέτει τις ευθύνες στον Μεταξά: «Την απρόκλητον ιταλικήν επίθεσην της 28ης Οκτωβρίου υπέστη η Ελλάς ούσα σχεδόν ανεπιστάτρευτος». Και από την πρώτη γραμμή άμυνας ο υποστράτηγος Πετρουτσόπουλος, διευθυντής του γραφείου επιχηρήσεων της 8ης Μεραρχίας Ηπείρου, βεβαιώνει πως «η ηγεσία δεν επίστευεν εις την νίκην, αλλά ήθελε να ρίψωμεν μερικούς πυροβολισμούς δια τη τιμήν των όπλων».

Ο Αμερικάνος ανταποκριτής των «New York Times», στην Ελλάδα, παρακολουθώντας τους Έλληνες στρατιώτες να βαδίζουν προς το Μέτωπο, προλέγει τη τύχη τους: «Ήταν νευρώδεις άντρες με λαμπερά μάτια. Οι κακόμοιροι, είπαμε, τι πιθανότητες έχουν μπροστά στον ιταλικό στρατό. Ίσως οι μηχανοκίνητες δυνάμεις των φασιστών να έχουν διανύσει ήδη το 1/3 του δρόμου προς την Αθήνα. Αλλά αυτοί οι μικρόσωμοι Έλληνες, όπως κι ο πληθυσμός των χωριών, δε φαινόταν να ανησυχούν. Συνέχιζαν το βάδισμα προς το Βορρά, όλο και βορειότερα» (Σταυριανός)

Όλοι αυτοί δεν υπολόγισαν κάτι.

Τον ελληνικό λαό, που πήρε το πόλεμο στα χέρια του. Μετά το πρώτο ξάφνιασμα οι Έλληνες αντεπιτίθενται, και από τις 22 Νοεμβρίου απωθούν το εχθρό εκτός των συνόρων τους. Το πρώτο βάρος της Ιταλικής επίθεσης το σηκώνει, το μικρό απόσπασμα Πίνδου υπό το συνταγματάρχη Κωνσταντίνο Δαβάκη και την πλάστιγγα κλίνει υπέρ του ελληνικού στρατού η 8η Μεραρχία υπό τον στρατηγό Χαράλαμπο Κατσιμήτρο, που ενεργεί παρά τις εντολές του αρχιστράτηγου Παπάγου και δίνει τη κρίσιμη μάχη στο Καλπάκι. Ο πόλεμος μεταφέρεται στην Αλβανία. Οι πόλεις καταλαμβάνονται η μία μετά την άλλη. Η θέση των Ιταλών γίνεται όλο και πιο δύσκολη, έως απελπιστική. Τον Δεκέμβριο ο Μουσολίνι ομολογεί την ήττα του: «Τίποτα πια δεν μπορούσαμε να κάνουμε. Είναι ηλίθιο, είναι γελοίο, αλλά πρέπει να ζητήσουμε ανακωχή με τη μεσολάβηση του Χίτλερ».

Απίστευτο.

Ο κόσμος αναθαρρεί.

Είναι η πρώτη ήττα του άξονα μετά την αποτυχία της γερμανικής αεροπορίας πάνω από τη Μάγχη. Μοιάζει με θαύμα . Σε μια παγωμένη Αλβανία, που έχει να δει τόσο βαρύ χειμώνα τουλάχιστον 50 χρόνια, 27 ιταλικές μεραρχίες με συντριπτική υπεροχή σε εφόδια, οπλισμό και αεροπλάνα καταδιώκονται από 15 ελληνικές μεραρχίες όχι μόνο ανεπαρκέστατα οπλισμένες, αλλά ανεπαρκέστατα ντυμένες. «Οι Έλληνες είναι σχεδόν γυμνοί» γράφει την Ιστορία του ο Ρεϊμόν Καρτιέ, που σημαίνει, εκτός από τις πολεμικές απώλειες, και χιλιάδες στρατιώτες με ακρωτηριασμούς από κρυοπαγήματα.

Οι Έλληνες υπερβαίνουν τα παραδεκτά με τον πιο φυσικό τρόπο.

Ερήμην της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας, που περίμεναν στην Αθήνα την είδηση της παράδοσης- ο Παπάγος ούτε το στρατηγείο του δεν είχε προωθήσει στο Μέτωπο και η πρώτη επίσκεψη εκεί έγινε μόλις στις 2 Δεκεμβρίου. Ερήμην του στρατηγικού σχεδιασμού- ο στρατηγός Δημήτρης Καθενιώτης ερεύνησε αργότερα να ανακαλύψει μια έστω διαταγή επιθετικού περιεχομένου «να την καρφιτσώσει» αλλά δεν βρήκε, γιατί «το Ελληνικό Γενικό Επιτελείο είχε καταλήξει στην ιδέα μια ηρωικής αντίστασης και ενός γρήγορου αλλά ενδόξου τέλους».

Για πρώτη φορά μετά το 1821 η Ελλάδα βρίσκεται στο επίκεντρο του παγκόσμιου ενδιαφέροντος. «» (Clogg)

Στη Δύση φουντώνει ξανά ο φιλελληνισμός του περασμένου αιώνα. «Όλη η γης, όλη η ιστορία του κόσμου κοιτάζει την Ελλάδα, αυτή τη μικρή γωνιά, αυτό το ξερό βραχότοπο» (Σεφέρης: Μέρες). Στις ΗΠΑ οι σύγχρονοι Έλληνες παρομοιάζονται με αρχαίους «θεούς». Ο στρατηγός Σαρλ ντε Γκολ και οι Ελεύθεροι Γάλλοι του κυριολεκτικά παραληρούν: «ποτέ από την εποχή της Σαλαμίνας η Ελλάδα δε βρέθηκε σε τέτοιο ύψος». Στα γαλλοϊταλικά σύνορα αναρτάται μια χιουμοριστική επιγραφή: «Έλληνες στρατιώτες, άλτ! Εδώ αρχίζουν τα γαλλικά σύνορα». (Λάμψας)

Στη Γερμανία έχουν μείνει έκπληκτοι με το ελληνικό φαινόμενο.

«Τόσο ο Χίτλερ όσο και οι στρατιωτικοί του κατελήφθησαν από θαυμασμό», λέει ο χιτλερικός υπουργός Άλμπερτ Σπέερ. «Προσπαθούσαν μόνο να βρουν την ερμηνεία, και ο Χίτλερ, στηριζόμενος στις ρατσιστικές του θεωρίες, τους έλεγε κομπάζοντας ότι οι σημερινοί Έλληνες είναι απόγονοι των Δωριέων, οι οποίοι κατά τον Χίτλερ πάντα, ήταν Άρειοι και ινδογερμανική φυλή. Στις φλέβες των Ελλήνων έρεε ινδογερμανικό αίμα και οι Δωριείς ήσαν οι θεμελιωτές του Γερμανικού πολιτισμού». ( Μαθιόπουλος: Αντίσταση)

Ο στρατάρχης Γουίλσον δίνει τη δική του εξήγηση: «Εσχημάτισα τότε την εντύπωσιν ότι ο πόλεμος που διεξήγετο εις την Αλβανίαν ήτο πόλεμος του Λαού».

Η αιωρούμενη καταγγελία ότι οι μόνιμοι αξιωματικοί δεν πολέμησαν στην Αλβανία είναι εντελώς ανυπόστατη. Αντίθετα με τα κορυφαία στρατιωτικά κλιμάκια, η πλειονότητα των μόνιμων αξιωματικών πολέμησε, τουλάχιστον όσο και οι έφεδροι∙ και μάλιστα είχε αναλογικά τις μεγαλύτερες απώλειες. Επίσης είναι παράλογο να αντιμετωπίζεται ο Μεταξάς σαν αλλοεθνής που δεν ενδιαφέρθηκε για την άμυνα της χώρας. Ακόμη και αν του άξιζε δημόσιος στραγγαλισμός για το πνίξιμο των ελευθεριών του Έλληνα πολίτη και το γελοίο καθεστώς που επέβαλε, έκανε ορισμένες προσπάθειες αποφυγής του πολέμου και ορισμένες κινήσεις προετοιμασίας. Σίγουρα, δεν ήσαν αυτά που έπρεπε∙ αλλά ούτε και ο ίδιος ήταν αυτός που έπρεπε.

Ανεπαρκή μέτρα από έναν ανεπαρκή κυβερνήτη, που δεν διστάζει να μετατρέψει σε τέλμα τη νικηφόρα προέλαση του ελληνικού στρατού στην Αλβανία για να μην προκαλέσει την χιτλερική μήνιν».

* Δ. Χαριτόπουλου, Άρης ο Αρχηγός των Ατάκτων, Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, σελ.22-25
αναδημοσιεύεται από την ιστοσελίδα των Αρδην-Ρήξης http://ardin-rixi.gr/archives/9811

Παρασκευή 26 Οκτωβρίου 2012

Ο πρώτος Βαλκανικός πόλεμος. Ιστορικοί όροι και γεωπολιτική σημασία

Ο πρώτος Βαλκανικός πόλεμος.Ιστορικοί όροι και γεωπολιτική σημασία

Στο γύρισμα του αιώνα, παρά την ευνοϊκή διευθέτηση του Κρητικού ζητήματος, η Ελλάδα βρισκόταν σε δυσμενή θέση τόσο από άποψη εσωτερικής κατάστασης όσο και από άποψη κύρους σε διεθνές επίπεδο. Εκτός από την ταπεινωτική ήττα από την Οθωμανική Αυτοκρατορία στον πόλεμο του 1897, η πολιτική, οικονομική και κοινωνική κατάσταση της Ελλάδας κατά την πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα ήταν ιδιαίτερα άσχημη. Η χώρα αντιμετώπιζε συσσωρευμένα προβλήματα (βλ. και Γεώργιος Σκληρός, Το Kοινωνικό μας Ζήτημα, Aθήνα: Eπικαιρότητα, 1976) με αβέβαιη έκβαση, και υπήρχε μια διάχυτη αίσθηση ηθικής και πολιτικής αποτελμάτωσης. Η Ελλάδα παρέμενε χώρα με αγροτικό χαρακτήρα. Το άλυτο από την εποχή του 1821 αγροτικό πρόβλημα (Βλ. Κωνσταντίνος Δ. Kαραβίδας, Αγροτικά. Μελέτη Συγκριτική, 1931, επανέκδοση Aθήνα: Παπαζήσης, 1978. Κώστας Βεργόπουλος, Tο αγροτικό ζήτημα στην Ελλάδα, Aθήνα: Eξάντας, 1975), που το έκανε ακόμα οξύτερο η ύπαρξη των τσιφλικιών με τις αυξανόμενες μάζες των ακτημόνων καλλιεργητών, επέτεινε η προσάρτηση της Θεσσαλίας στην Ελλάδα (1881). Η αγροτική τάξη μόλις είχε αρχίσει να αποκτά συνείδηση των δικαιωμάτων της, με αγώνες που ξεκίνησαν από τα τσιφλίκια της Θεσσαλίας (Τάσος Βουρνάς, Ιστορία της Νεώτερης και σύγχρονης Ελλάδας 1821-1974, Αθήνα Εκδ. Πατάκη, 1998/2003, σ. 8, 55-56). Την ίδια περίοδο κυριαρχούσε ιδεολογικά η «Μεγάλη Ιδέα» σε συνδυασμό με την εξέλιξη του Ανατολικού Ζητήματος (Για τη «Μεγάλη Ιδέα» βλ. ενδεικτικά: Ελλη Σκοπετέα, Το «πρότυπο βασίλειο» και η Μεγάλη Ιδέα, Οψεις του εθνικού προβλήματος στην Ελλάδα (1830-1880), Αθήνα: Πολύτυπο, 1988. Théodoros Batrakoulis, Les deux courants dans la réalisation de la «Grande Idée» grecque: L'opposition entre «turcophiles» et «slavophiles», Mesogeios, No 17-18 (2002), Paris: Hêrodotos, σ. 61-67. Για το Ανατολικό Ζήτημα βλ. ενδεικτικά: Jacques Ancel, Manuel historique de la question d’Orient, Paris: Librairie Delagrave, 1926. Μ. Λάσκαρης, To Aνατολικό Ζήτημα, Θεσσαλονίκη: Πουρνάρας, 1978. Γιώργος Kαραμπελιάς (επιμ.-εισαγωγή), H Αριστερά και το Ανατολικό Ζήτημα, Αθήνα: Εναλλακτικές Εκδόσεις, 1998. Επίσης βλ. εκτενέστερα και στο υπό έκδοσιν βιβλίο του Θόδωρου Μπατρακούλη «Eυρώπη και Ανατολικά Ζητήματα», κεφ. Γεωπολιτικά-γεωιστορικά προλεγόμενα) και με τις επιδιώξεις για απελευθέρωση των υποδούλων ομοεθνών. Το κίνημα των Νεοτούρκων, που κηρύχθηκε στο όνομα της ισοπολιτείας των εθνοτήτων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και το συνακόλουθο κλίμα νεωτερισμού-εκσυγχρονισμού προκαλούσαν αβίαστα σύγκριση με την στασιμότητα που υπήρχε στην Ελλάδα. Η αλλαγή ήρθε με το στρατιωτικό κίνημα στο Γουδί, στις 15/28 Αυγούστου του 1909, από τον Στρατιωτικό Σύνδεσμο – μια ένωση νεώτερων αξιωματικών, με επικεφαλής τον συνταγματάρχη Νικόλαο Ζορμπά. To κίνημα απέκτησε σε σύντομο χρονικό διάστημα ευρεία κοινωνική συναίνεση (Apostolos Vacalopoulos, Histoire de la Grèce moderne, Horvath, 1975, σ. 211). Κάλεσε ως πολιτικό σύμβουλό του τον Ελευθέριο Βενιζέλο, αγωνιστή και πολιτικό άνδρα με σημαντικές περγαμηνές εναντίον της αυταρχικής διακυβέρνησης του αρμοστή πρίγκιπα Γεωργίου και της ξενοκρατίας στην ιδιαίτερη πατρίδα του, την Κρήτη. Και υπό την καθοδήγησή του το κίνημα αυτό οδήγησε το ελληνικό κράτος σε μια προσπάθεια αναδιοργάνωσης. Ωστόσο, η αλλαγή, αφού γινόταν με την πρωτοβουλία στρατιωτικών, εμπεριείχε «και όλα τα εγγενή ελαττώματα των στρατιωτικών κύκλων, που η εμβέλεια των προοδευτικών τους αντιλήψεων δεν ξεπερνά ορισμένα στενά όρια μεταρρυθμίσεων» (Τ. Βουρνάς, Ιστορία της Νεώτερης και σύγχρονης Ελλάδας …, 1998/2003, όπ. π., σ. 7). Ο Βενιζέλος το 1910 επέστρεψε στην Ελλάδα από την Ελβετία και ίδρυσε το κόμμα των Φιλελευθέρων σχηματίζοντας για πρώτη φορά κυβέρνηση (15 Οκτωβρίου 1910). Το 1912 πραγματοποιήθηκαν νέες εκλογές κατά τις οποίες ο Βενιζέλος θριάμβευσε. Πανίσχυρος πλέον έβαλε στην πραγματοποίηση του στόχου για εκδίωξη των Τούρκων απο τα ευρωπαϊκά εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ο πολιτικός ο οποίος κράτησε στα χέρια του το πηδάλιο της Ελλάδας μετά το 1910, ήταν ένθερμος υπέρμαχος της «Μεγάλης Ιδέας» στην εδαφική εκδοχή της. Προσπάθησε να πραγματοποιήσει τη «Μεγάλη Ιδέα», στρεφόμενος κυρίως εναντίον της Τουρκίας, αφενός, και της Ιταλίας, αφετέρου (A. F. Frangoulis, La Grèce et la crise mondiale, Paris: F. Alkan, 2e édition, 1926, vol. I., passim. Γ. Βεντήρης, Η Ελλάς του 1910-1920, Αθήνα, 1931, τόμος Α΄, passim).
Οι πολιτικοί αναπροσανατολισμοί των χριστιανικών βαλκανικών κρατών (Σερβία, Βουλγαρία, Ελλάδα, Μαυροβούνιο), που ανταποκρίθηκαν στις - κυρίως - ρωσικές και γαλλικές προτροπές, οδήγησαν στη συγκρότηση μιας αντιοθωμανικής συμμαχίας από αυτά τα κράτη. Ο ελληνικός στρατός, μετά από πεισματώδη μάχη και κατάληψη της Ελασσόνας, πέτυχε καθοριστική νίκη εναντίον του τουρκικού στη φονική μάχη της στρατηγικής θέσης του Σαραντάπορου (9-10 Οκτωβρίου) (Γ. Βεντήρης, Η Ελλάς του 1910-1920, Αθήνα, 1931, τόμος Α΄, σ. 109. Γ. Κορδάτος, Mεγάλη Ιστορία της Ελλάδας, 1960, Τόμος 13, σ. 291), που άνοιξε το δρόμο για την απελευθέρωση της Μακεδονίας. Οι εύστοχες διπλωματικές επιλογές και οι πολιτικές κινήσεις του πρωθυπουργού (και υπουργού των Στρατιωτικών) Ελευθερίου Βενιζέλου και του αρχιστρατήγου τότε διαδόχου Κωνσταντίνου συνέβαλαν στη θετική έκβαση του πολέμου υπέρ της Ελλάδας. Χρειάστηκε βεβαίως η επιβολή της διαταγής Βενιζέλου να προχωρήσει ο ελληνικός στρατός προς τη Θεσσαλονίκη, παρά την αρχική επιλογή του αρχιστρατήγου Κωνσταντίνου και τις αντίθετες γνώμες των επιτελικών του, που ήθελαν Γερμανούς οργανωτές του ελληνικού στρατού (Γ. Κορδάτος, Mεγάλη Ιστορία της Ελλάδας, 1960, Τόμος 13, σ. 291-296. Γιά τις πολιτικές διαμάχες ανάμεσα στον Ελευθέριο Βενιζέλο και την πλευρά του τότε διαδόχου Κωνσταντίνου κατά την διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων βλ. Helen Gardicas-Katsiadakis, Greece and the Balkan Imbroglio: Greek Foreign Policy; 1911-1913, Σύλλογος προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων, Athens, 1995, σ. 74-76). Μετά την σχετική διαταγή της Οθωμανικής κυβέρνησης και την απόφαση του αρχιστρατήγου Ταξίν πασά να παραδώσει την πόλη χωρίς όρους στον αρχιστράτηγο των ελληνικών δυνάμεων, πραγματοποιήθηκε η θριαμβευτική είσοδος του ελληνικού στρατού στη Θεσσαλονίκη το βράδυ της 26ης Οκτωβρίου 2012. Ετσι πρόλαβαν την προέλαση προς την πόλη μικτού σερβοβουλγαρικού αποσπάσματος, το οποίο ακολουθούσε η βουλγαρική στρατιά υπό τον στρατηγό Θεοδωρώφ. Όταν βουλγαρικά αποσπάσματα θέλησαν να μπούν στην πόλη η 7η μεραρχία και τα ευζωνικά τάγματα τα εμπόδισαν. «Από τη στιγμή αυτή η ελληνοβουλγαρική συμμαχία είχε διαλυθεί. Όμως επειδή ακόμα οι Τούρκοι βαστούσαν στην Ηπειρο και αλλού, κρατήθηκαν τα προσχήματα» (Γ. Κορδάτος, Mεγάλη Ιστορία της Ελλάδας, 1960, όπ. π., Τόμος 13, σ. 297-298). Εξάλλου, τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου καταλήφθηκαν από το Ελληνικό Ναυτικό το 1912 κατά την διάρκεια του πολέμου, με την εξαίρεση των νησιών της Δωδεκανήσου, τα οποία είχαν καταλάβει οι Ιταλοί νωρίτερα τον ίδιο χρόνο. Κατ’αυτόν τον τρόπο καταργήθηκε εν τοις πράγμασι το οθωμανικό «εγιαλέτ των νησιών» (Encyclopédie de l’Islam, Vol. II, G.-P. Maisonneuve & Larose, Paris, 1965, pp. 534-535. I. H. Uzuncarsili, Osman devletinin merkez ve bahriye teskilatι (: Διοικητικό Κέντρο του οθωμανικού κράτους και οργάνωση του Ναυτικού), Ankara: 1948, σσ. 420-422).
Mέσα σε λίγες εβδομάδες, οι Βαλκάνιοι σύμμαχοι (Ελληνες, Βούλγαροι, Σέρβοι, Μαυροβούνιοι) σάρωσαν την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Από τις μεγάλες πόλεις, οι Οθωμανοί έλεγχαν ακόμα μόνο την Αδριανούπολη, τα Γιάννενα και τη Σκόδρα. Οι Σέρβοι κατέλαβαν το Μοναστήρι αλλά και το Δυρράχιο, και έτσι μέρος της Αλβανίας αφαιρέθηκε από τους Οθωμανούς. Οι Βούλγαροι είχαν σημειώσει μεγάλη προέλαση στη Θράκη. Νίκησαν στη μάχη του Διδυμότειχου και προχώρησαν. Αν δεν τους εμπόδιζαν η χολέρα και η τουρκική αντίσταση στην Τσατάλτζα, θα έφθαναν στην Κωνσταντινούπολη. Στις 20 Νοεμβρίου 1912, Σέρβοι, Βούλγαροι και Μαυροβούνιοι δέχτηκαν την αίτηση της Οθωμανικής κυβέρνησης και υπέγραψαν ανακωχή. Οι Ελληνες εξακολούθησαν τον πόλεμο, διότι, ενώ απελευθερώθηκαν η Πρέβεζα και η υπόλοιπη Ηπειρος, ο οθωμανικός στρατός που κρατούσε τα Γιάννενα τους δυσκόλεψε στις αρχές του χειμώνα του 1913 (Γ. Κορδάτος, Mεγάλη Ιστορία της Ελλάδας, 1960, Τόμος 13, όπ. π., σ. 299). Τελικά, μετά από πολλές επιθέσεις, έπεσε το οχυρό Μπιζάνι και, στις 21 Φεβρουαρίου, ο Τούρκος στρατηγός Εσσάτ πασάς παρέδωσε τα Γιάννενα στον αρχιστράτηγο Κωνσταντίνο (Γ. Κορδάτος, Mεγάλη Ιστορία της Ελλάδας, 1960, Τόμος 13, όπ. π., σ. 300).
Οι Νεότουρκοι, μετά τις ήττες τους, αναγκάστηκαν να ζητήσουν νέα ανακωχή και έδωσαν εντολή στους αντιπροσώπους τους στο Λονδίνο να υπογράψουν τη συνθήκη ειρήνης (17 Μαίου 1913). Με το άρθρο 2 της Συνθήκης του Λονδίνου η κυβέρνηση του Σουλτάνου παραχωρούσε στους συμμάχους «όλα τα εδάφη της Αυτοκρατορίας αυτού τα ευρισκόμενα εις την ευρωπαïκήν ήπειρον προς δυσμάς γραμμής διηκούσης από του Αίνου κατά το Αιγαίον, εις την Μήδειαν κατά τον Εύξεινον Πόντον, εξαιρουμένης της Αλβανίας». Με το άρθρο 3, τα σύνορα της Αλβανίας και άλλα ζητήματα που αφορούσαν την ανεξαρτησία της χώρας αυτής «ανετίθεντο εις τας Μεγάλας Δυνάμεις». Με το άρθρο 5, στις ίδιες Δυνάμεις «ενεπιστεύτο η φροντίς να αποφασίσωσι περί της τύχης απασών των νήσων του Αιγαίου, εξαιρουμένης της Κρήτης και της χερσονήσου του όρους Αθω». Δηλαδή, οι Τούρκοι, με εξαίρεση την Κρήτη, ανέθεσαν στις Μεγάλες Δυνάμεις την φροντίδα να αποφασίσουν για την τύχη των άλλων νησιών του Αιγαίου (Γ. Κορδάτος, Mεγάλη Ιστορία της Ελλάδας, 1960, όπ. π., Τόμος 13, σ. 303).
Οι Βαλκανικοί πόλεμοι του 1912-13 και ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος ματαίωσαν αμετάκλητα τους οποιουσδήποτε υπερεθνικούς οραματισμούς και απόπειρες. Oμως, ταυτόχρονα, οι νίκες των χριστιανικών βαλκανικών κρατών άνοιξαν ένα νέο κεφάλαιο στην ευρωπαïκή ιστορία. «Ο,τι είχαν κηρύξει από πολλά χρόνια πρίν οι ηγέτες της αστικής τάξης τον καιρό που ανέβαινε και ο εθνικισμός της ήταν ακόμα αγνός, πραγματοποιήθηκε. Οι βαλκανικοί λαοί μόνοι τους κανόνισαν τους λογαριασμούς τους με την Τουρκία» (Γ. Κορδάτος, Mεγάλη Ιστορία της Ελλάδας, 1960, όπ. π., Τόμος 13, σ. 301-302. Βλ. και τα σχετικά αποσπάσματα από άρθρα του Βλαντιμίρ Ι. Λένιν στην εφημερίδα των Ρώσων μπολσεβίκων Πράβντα [Νο 149, 21 Οκτωβρίου/3 Νοεμβρίου 1912 και Νο 74 (278), 29 Μαρτίου/11 Απριλίου 1913], τα οποία παραθέτει ο Κορδάτος). Για την Ελλάδα, το αποτέλεσμα των Βαλκανικών πολέμων ήταν η απελευθέρωση της Μακεδονίας, της Ηπείρου και των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου. Η ελληνική Επικράτεια ουσιαστικά διπλασιάστηκε. Μεγάλη σημασία είχε η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης λόγω της δεσπόζουσας γεωπολιτικής θέσης που κατέχει η πόλη στα Βαλκάνια και η οποία εξηγεί το μεγάλο ενδιαφέρον των Βουλγάρων, αλλά και των Σέρβων, να προηγηθούν για να καταλάβουν την πόλη.
Την Συνθήκη του Λονδίνου ακολούθησε η Συνθήκη των Αθηνών το Νοέμβριο του 1913 και η Διακοίνωση των έξη Μεγάλων Δυνάμεων το Φεβρουάριο του 1914. Τελικό αποτέλεσμα των τριών αυτών κειμένων ήταν η παραχώρηση στην Ελλάδα όλων των νησιών που είχε καταλάβει, εκτός από την Ίμβρο, την Τένεδο και τις Λαγούσες, που αποδόθηκαν στην Τουρκία και, βεβαίως, τα Δωδεκάνησα που είχε ήδη καταλάβει η Ιταλία. Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις γνώρισαν μια ένταση, από τις αρχές του 1914, εξ αιτίας της ασυμφωνίας των δύο κρατών αναφορικά με το μελλοντικό καθεστώς των νησιών του βορειοανατολικού Αιγαίου. Κατά την Συνδιάσκεψη του Λονδίνου (Φεβρουάριος 1914), οι έξι ευρωπαϊκές Δυνάμεις, έλυσαν το ζήτημα του καθεστώτος των νησιών του Αιγαίου με τον εξής τρόπο: τα Δωδεκάνησα, με εξαίρεση το Καστελόριζο (Mεγίστη), παρέμεναν υπό την κατοχή της Iταλίας. Τα άλλα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου Πελάγους, με εξαίρεση τα νησιά Tένεδος, Iμβρος και τις Λαγούσες, παραχωρούνταν, «κατά απόλυτη κτήση», στην Ελλάδα (Πρβλ. Bilal N. Şimşir (επιμ.), Ege Sorunu-Belgeler (: Το πρόβλημα του Αιγαίου: Εγγραφα), Τόμος Β’, Aγκυρα, 1976, σ. XXVII). Η Οθωμανική Αυτοκρατορία επέμενε να διεκδικεί τη διατήρηση της πλήρους κυριαρχίας της εφ’όλων των νησιών και την αποστολή τουρκικής φρουράς στη Χίο και τη Λήμνο. Ο Βενιζέλος απέρριψε τις τουρκικές αξιώσεις και, κατά τα τέλη Απριλίου του 1914, οι δύο χώρες έφθασαν στα πρόθυρα νέου πολέμου (B. Şimşir, Ege Sorunu-Belgeler (Το πρόβλημα…), Τόμος Α’, 1976, όπ. π., σ. XIII-IIV). Ας σημειωθεί ότι η κλιμάκωση των διωγμών κατά των Ελλήνων της Μικράς Ασίας από τους Νεοτούρκους το 1914 (Βλ. Μαργαρίτης Ευαγγελίδης, Υπόμνημα περί των Δικαιωμάτων και Παθημάτων των Εστιών του Πολιτισμού Μικράς Ασίας και Θράκης, Αθήνα: 1918, σ. 77-100. Ιάκωβος Ακτσόγλου, Η εξόντωση του μισητού λιονταριού, 2005, όπ. π., ιδιαίτ. σ. 93-118) αποσκοπούσε και στον εξαναγκασμό της Ελλάδας να συμβιβαστεί στο θέμα των νησιών.

Θεόδωρος Μπατρακούλης
Δρ Γεωγραφίας-Γεωπολιτικής

Τρίτη 9 Οκτωβρίου 2012

Οι Γερμανοί γιορτάζουν την 22η επέτειο επανένωσης

Οι Γερμανοί γιορτάζουν την 22η επέτειο επανένωσης

Τετάρτη, 03 Οκτωβρίου 2012, 23:08

Στο Μόναχο για την εκδήλωση η καγκελάριος Άγκελα Μέρκελ


Παρουσία του ομοσπονδιακού Προέδρου της Γερμανίας, Γιοάχιμ Γκάουκ και της καγκελαρίου, Άγκελα Μέρκελ, τιμήθηκε στο Μόναχο η 22η επέτειος από την επανένωση της Γερμανίας.

Ο φετινός οικοδεσπότης των εορταστικών εκδηλώσεων, πρωθυπουργός της Βαυαρίας, Χορστ Ζεεχόφερ, χαιρέτισε στην ομιλία του το θάρρος των πολιτών της τότε Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας, αλλά και τους πολίτες της Δυτικής Γερμανίας, οι οποίοι κατάφεραν, όπως είπε, να διαχειριστούν τις ανακατατάξεις που προέκυψαν από την πτώση του Τείχους.

Από την πλευρά του ο πρόεδρος του Ομοσπονδιακού Κοινοβουλίου, Νόρμπερτ Λάμερτ, εστίασε κυρίως στην ευρωπαϊκή διάσταση της επανένωσης της Γερμανίας και υποστήριξε ότι τα τελευταία είκοσι χρόνια κατέδειξαν την «πρωτοφανή αλληλεγγύη που είναι ικανοί να δείξουν οι Γερμανοί», ενώ αναφερόμενος στην κρίση του ευρώ, σημείωσε ότι δεν πρόκειται για φυσική καταστροφή, αλλά για μια κατάσταση η οποία θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί, εάν οι χώρες-μέλη της Ευρωζώνης τηρούσαν τους κανόνες.

Οι εορταστικές εκδηλώσεις, όπως αναφέρει το ΑΜΠΕ, ξεκίνησαν με οικουμενική θεία λειτουργία στο Ναό του Αγίου Μιχαήλ, με τους προκαθήμενους των δύο δογμάτων της χώρας, τον καθολικό Καρδινάλιο Ράινχαρντ Μαρξ και τον ευαγγελικό Επίσκοπο Μπέντφορντ - Στρομ να κηρύσσουν για το «χρέος της Γερμανίας προς την Ευρώπη» και να προειδοποιούν για τον κίνδυνο ενός μοναχικού δρόμου.

Η 3η Οκτωβρίου, πάντως, είναι από το 1997 και η ημέρα των ανοιχτών τζαμιών, με περισσότερα από 600 μουσουλμανικά τεμένη να ανοίγουν τις πόρτες τους στο κοινό, προκειμένου να γνωρίσει τις ισλαμικές παραδόσεις.

Η 3η Οκτωβρίου του 1990, ημέρα ενσωμάτωσης της ανατολικής Γερμανίας στην Ομοσπονδιακή Γερμανία, έχει επιλεγεί ως εθνική εορτή, αντί της ημέρας πτώσης του Τείχους, που ήταν η 9η Νοεμβρίου, καθώς η συγκεκριμένη ημέρα συμπίπτει και με τη θλιβερή επέτειο της «Νύχτας των Κρυστάλλων», κατά την οποία ξεκίνησε η οργανωμένη επίθεση εναντίον των Εβραίων.

Κάθε χρόνο επίκεντρο των εορταστικών εκδηλώσεων γίνεται η πόλη που ασκεί την προεδρία του Ομοσπονδιακού Συμβουλίου. Φέτος, στο Μόναχο έχουν προγραμματιστεί εκδηλώσεις, τόσο στην Κρατική Όπερα όσο και στην κεντρική πλατεία της πόλης. Εκδηλώσεις, παράλληλα, γίνονται σήμερα και στις περισσότερες πόλεις της Γερμανίας.

Παρά το γεγονός ότι έχουν περάσει 22 χρόνια από την επανένωση της Γερμανίας, οι έρευνες δείχνουν ότι δεν έχει ακόμη επιτευχθεί η σύγκλιση των δύο περιοχών, καθώς η οικονομία των ανατολικών κρατιδίων εξακολουθεί να κινείται με πιο αργούς ρυθμούς και οι μισθοί είναι χαμηλότεροι στην ανατολική πλευρά της χώρας, ενώ δεν λείπουν εκείνοι οι οποίοι δηλώνουν ακόμη και σήμερα ότι θα προτιμούσαν να μην είχε πέσει το Τείχος.

αναδημοσιεύεται από το www.newsbeast.gr

Τετάρτη 19 Σεπτεμβρίου 2012

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΑΛΙΠΡΑΝΤΗ - ΦΠΥ

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ - ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΑΛΙΠΡΑΝΤΗ
Τετάρτη 19 Σεπτεμβρίου 2012, 20.30 μ.μ.



ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ

Η στρατιωτική θητεία ενός Μικρασιάτη στην Αθήνα του Μεσοπολέμου.
Το ημερολόγιο του Γιάγκου Μασσέλου 1927-1928, του Νίκου Αλιπράντη, φιλόλογου- συγγραφέα .
Για το βιβλίο θα μιλήσουν:

• Μανόλης Γ. Σέργης, επίκ. Καθηγητής Λαογραφίας
• Δημήτρης Λούκας, πρόεδρος της Ένωσης Δημοσιογράφων και Συγγραφέων Τουρισμού Ελλάδος,
• Ναυσικά Τσολακίδου – Χρονοπούλου, φιλόλογος


• Συντονίζει η κ. Ελένη Σκιαδά,δασκάλα
Είσοδος Ελεύθερη




--
Κώστας Σαμάντης Τηλ: 6973017969
Email : samadis@ath.forthnet.gr , http://ymittos-polis.blogspot.gr/ , http://ymittos-sxedia.blogspot.com/

Τετραήμερη εκδρομή στη Σμύρνη του ΦΟΥ (5-8.10.2012)

Δευτέρα, 17 Σεπτεμβρίου 2012















ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΕΤΡΑΗΜΕΡΗΣ ΕΚΔΡΟΜΗΣ ΣΤΗ ΣΜΥΡΝΗ


O ΦΙΛΟΠΡΟΟΔΟΣ ΟΜΙΛΟΣ ΥΜΗΤΤΟΥ κλείνοντας τον ΚΥΚΛΟ ΕΚΔΗΛΩΣΕΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΗΣ ΜΝΗΜΗΣ των 90 χρόνων από την Μικρασιατική Καταστροφή, πραγματοποιεί ένα τετραήμερο αεροπορικό ταξίδι περιήγησης στους τόπους που ποτέ δεν θα ξεχάσουμε.


Το ταξίδι θα πραγματοποιηθεί από τις 5 – 8 Οκτωβρίου (3 νύχτες) και θα είναι:


5/10/12 ΚΡΗΝΗ (Τσεσμέ) – ΑΛΑΤΣΑΤΑ – ΒΟΥΡΛΑ


6/10/12 ΕΦΕΣΟΣ – ΚΟΥΣΑΝΤΑΣΙ – ΤΟ ΑΠΟΓΕΥΜΑ ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΣΤΗ ΣΜΥΡΝΗ


7/10/12 ΑΪΒΑΛΙ – ΠΕΡΓΑΜΟΣ


8/10/12 Μεταφορά στο Αεροδρόμιο.


Ώρα αναχώρησης (5.10.12) στις 12.50 από το αεροδρόμιο Ελευθέριος Βενιζέλος με πτήση απευθείας προς Σμύρνη.


Ώρα άφιξης στην Αθήνα (8.10.12) στις 12.10 το μεσημέρι.


Η Τιμή Συμμετοχής κατά άτομο είναι:


Δίκλινο δωμάτιο 370 €


Τρίκλινο >> 360 €


Μονόκλινο >> 430 €


Σύνολο συμμετοχής 40 άτομα.


Στις τιμές περιλαμβάνονται:


- Αεροπορικά εισιτήρια και φόροι αεροδρομίων


- Ξενοδοχείο 4* στο κέντρο της ΣΜΥΡΝΗΣ, με ημιδιατροφή (3 διανυκτερεύσεις)


- Όλες οι εκδρομές


- Ελληνόφωνο ξεναγό


- Όλες οι μεταφορές με πούλμαν


Στις τιμές δεν περιλαμβάνονται:


- Οι είσοδοι σε Αρχαιολογικούς χώρους/Μουσεία και είναι περίπου 30-35€ κατά άτομο καθώς και τα φιλοδωρήματα.


- Για να εξασφαλίσετε τη συμμετοχή σας χρειάζεται προκαταβολή 250€ και εξόφληση του υπόλοιπου ποσού έως τις 21 Σεπτεμβρίου 2012.


Για συμμετοχές και πληροφορίες απευθύνεστε στο Φ.Ο.Υ. καθημερινά από 18.00 – 21.00 και στα τηλέφωνα 210-7625856 και στο 6932-380609.



στις 11:09

Ετικέτες Ιστορική μνήμη, Περιηγήσεις, Σμύρνη, ΦΟΥ

αναδημοσιεύεται από το http://ymittos-sxedia.blogspot.com

Τρίτη 11 Σεπτεμβρίου 2012

Τρείς συγγραφείς - τέσσερα βιβλία - του Σπύρου Κουτρούλη

30 μέρες Πολιτική & Πολιτισμός, Θεωρία, Ρήξη φ. 87— Σεπτεμβρίου 10, 2012 at 11:57 πμ

Τρεις συγγραφείς – τέσσερα βιβλία

Μια επιλογή από τις καλοκαιρινές βιβλιοπροτάσεις

του Σπύρου Κουτρούλη από τη Ρήξη (φ. 87)

Μπροστά στις καλοκαιρινές διακοπές οι εφημερίδες συνηθίζουν να δημοσιεύουν αφιερώματα, στα οποία προτείνουν διάφορα βιβλία, συνήθως αυτά που έχουν εκδοθεί πιο πρόσφατα. Φυσικά, ο αναγνώστης δεν είναι απαραίτητο να τους ακολουθήσει, διότι σε πολλές περιπτώσεις έργα που έχουν εκδοθεί παλαιότερα μπορεί να διατηρούν τη σημασία τους και το ενδιαφέρον, παρά το χρόνο που έχει κυλήσει.
Στο τελευταίο καλοκαιρινό διάστημα, ανάμεσα στα έργα που διαβάσαμε, ξεχωρίσαμε τα ακόλουθα.


Ξεκινώ με το έργο του ψυχίατρου Ιωάννη Τσέγκου Ο Ψυχιατρικός Κοινοτισμός: Στάσεις και Αποστάσεις στο σύγχρονο ψυχοθεραπευτικό γίγνεσθαι (σελ.304), που εκδόθηκε από τον «Αρμό». Ο Ι. Τσέγκος είναι ευρύτερα γνωστός για τις προσπάθειες που κάνει για τη διάσωση της ελληνικής γλώσσας, με την ανάδειξη της καίριας σημασίας που έχει η προσήλωση στην ιστορική ορθογραφία και το πολυτονικό. Στα κοινά είναι από παλαιά δραστήριος και δείγμα αυτού είναι ότι ένας άλλος ψυχίατρος και συγγραφέας, ο Μ. Μαρκίδης, τον μνημονεύει ως αυτόν που γνώρισε τον Π. Κονδύλη στην παρέα που παλαιότερα εξέδιδε το περιοδικό Μαρτυρίες και στην συνέχεια το περιοδικό Σημειώσεις.
Το παρόν έργο, γραμμένο με επιστημονικό, αλλά και γλαφυρό ύφος, είναι καρπός των σημαντικών γνώσεων και της πλούσιας εμπειρίας που διαθέτει ο συγγραφέας, από τον χώρο της ψυχιατρικής και της κοινωνικής δράσης ως πολίτης. Τον κοινοτισμό, που τον διακρίνει από τον ατομικισμό και τον κολεκτιβισμό, τον αξιολογεί ως ένα μέρος της ελληνικής παράδοσης που μπορεί να δώσει απαντήσεις στα σημερινά ερωτήματα. Κατ’ αρχήν καταλήγει σε ένα συμπέρασμα για τον χαρακτήρα και τις δυνατότητες της «θεραπευτικής κοινότητας» μάλλον απαισιόδοξο, καθώς τη χαρακτηρίζει αντίγραφο των προτεσταντικών σεκτών (σελ. 89), που αντί να «εμβαθύνει στην μελέτη και την χρήση της κοινωνικής διαστάσεως, με την έννοια του κοινωνείν, την οποία θα μπορούσε να καλλιεργήσει με τις μικρές ομάδες και ιδιαίτερα τις λεγόμενες αναλυτικές, προτιμά την επίδοση σε ακτιβισμούς, την εξιδανίκευση του αυθορμητισμού και, κυρίως, την υποτίμηση ή και την απόρριψη, για πολλούς και διάφορους λόγους, της αναγκαιότητας εκπαιδευμένων κοινοτικών θεραπευτών» (σελ. 89). Η αναφορά που κάνει στον ελληνικό κοινοτισμό –ως σύστημα πολιτικό και κοινωνικό– εξαντλεί με μεθοδικότητα την υπάρχουσα βιβλιογραφία. Τελικά τον τοποθετεί ως μια σημαντική προϋπόθεση ώστε να επιτύχουν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα οι δραστηριότητες των θεραπευτικών κοινοτήτων. Κλείνοντας μάλιστα, στα συμπεράσματα του έργου του, επισημαίνει: «Η κοινοτική ή προσωπική, ακριβέστερα θεραπεία, πρέπει να λαμβάνει σοβαρώς υπ’ όψιν τον εκάστοτε κοινωνικό παράγοντα, την κουλτούρα και την παράδοση κάθε τόπου και περιοχής και να αποφεύγει ή να δυσπιστεί σε σχήματα εισαγόμενα από άλλους τόπους, πολιτισμούς και παραδόσεις. Εάν θέλουμε να ισχύσουν πραγματικές κοινοτικές αρχές στην ψυχιατρική, τουλάχιστον για εδώ, στην Ελλάδα, οι προϋποθέσεις είναι εξαιρετικά ευνοϊκές, αρκεί να αποφασίσουμε να χρησιμοποιήσουμε την πλούσια, μακραίωνη, αλλά δυστυχώς αγνοημένη και από εμάς, ελληνική κοινοτική παράδοση.»(σελ. 275).


Δύο βιβλία του Γ. Ανδρειωμένου, τα οποία εκδόθηκαν από το Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, εμπλουτίζουν τη βιβλιογραφία μας για τη μεταξική δικτατορία με την εξαντλητική αποδελτίωση των δύο σημαντικότερων προπαγανδιστικών της εντύπων. Το πρώτο με το τίτλο Η πνευματική ζωή υπό επιτήρηση: Το παράδειγμα του περιοδικού το Νέον Κράτος (σελ. 350), εκτός από την εισαγωγή του συγγραφέα, έχει πλήρη αναφορά στα περιεχόμενα και στην ύλη καθώς και καταλόγους με κριτήρια το θέμα και τον συγγραφέα. Τη διεύθυνση του περιοδικού είχε ο Άριστος Καμπάνης, ενώ στη συντακτική επιτροπή συμμετείχαν οι καθηγητές της Νομικής, Γ. Ματζούφας (γαμπρός του Μεταξά) και ο Ν. Κούμαρος. Ο Καμπάνης, μετά την εισβολή των Γερμανών θα συνεργαστεί μαζί τους, θα διευθύνει το περιοδικό των κατοχικών στρατευμάτων Ο Εικοστός Αιών, και θα τους ακολουθήσει κατά την υποχώρησή τους. Μετά την απελευθέρωση θα καταδικαστεί ως προδότης της πατρίδας και θα πεθάνει στο ψυχιατρείο του Δαφνίου. Ανάμεσα στους αρθρογράφους του περιοδικού ήταν διανοούμενοι όπως ο Γρυπάρης, ο Χατζηκυριάκος-Γκίκας και άλλοι, που στη συνέχεια θα στρατευθούν με την αριστερά, όπως ο Α. Σικελιανός, ο Π. Λεκατσάς και η Ρίτα Μπούμπη-Παπά, αποδεικνύοντας ότι τα σύνορα ανάμεσα στις παρατάξεις, στη χώρα μας, δεν είναι αδιαπέραστα, ενώ οι μετατοπίσεις που σημειώνονται δεν έχουν απαραίτητα υστερόβουλα κίνητρα.
Το δεύτερο βιβλίο του Γ. Ανδρειωμένου, με τον τίτλο Η νέα γενιά υπό καθοδήγηση: Το παράδειγμα του περιοδικού η Νεολαία (1938-1941) (σελ. 902), εκτός της εισαγωγής, περιέχει αναλυτική παρουσίαση περιεχομένων και ευρετήριο. Εδώ θα δούμε ότι και οι ιδέες όπως και τα πρόσωπα, κυκλοφορούν ανάμεσα στις παρατάξεις. Έτσι διαβάζουμε δημοσίευμα όπου το μεταξικό καθεστώς προτείνει την κατάργηση των τόνων ως αναχρονισμό (σελ. 72), ενώ σε άλλο σημείο προτείνεται η καύση των νεκρών (σελ. 73). Οι συνεργάτες του περιοδικού χωρίζονται στους ιδεολόγους του καθεστώτος, όπως ήταν η Σίτσα Καραϊσκάκη, η οποία θα συνεργαστεί με τους κατακτητές, και σε όλους τους υπόλοιπους οι οποίοι, άλλοι, όπως ο Τ. Καΐμη, ήταν πολιτικά ουδέτεροι, άλλοι όπως ο Γ. Βερίτης, τον βρίσκουμε να διαπρέπει μεταπολεμικά ως ποιητής στις ευσεβιστικές χριστιανικές οργανώσεις, ενώ τέλος μια μεγάλη μερίδα, όπως ήταν ο Ν. Καζαντζάκης, ο Στρατής Δούκας, ο Μ. Αυγέρης, ο Α. Βεάκης και η Σ. Μαυροειδή-Παπαδάκη, η οποία θα γράψει τον ύμνο του ΕΛΑΣ., θα στρατευθεί τα επόμενα χρόνια δυναμικά με την αριστερά στις διάφορες κομματικές μορφές.


Τέλος, το βιβλίο της Γκόλφως Μαγγίνη Για μια ερμηνευτική του Τεχνικού Κόσμου: από τον Χάϊντεγκερ στη σύγχρονη τεχνοεπιστήμη (Εκδόσεις Πατάκη, σελ. 438) αποτελεί μια ολοκληρωμένη παρουσίαση των εντυπωσιακών επιρροών που άσκησε και των ευρύτατων προβληματισμών που δημιούργησε η κριτική ερμηνεία του Χάιντεγκερ στην Τεχνική και στην κυριαρχία της πάνω στον κόσμο. Είναι ενδιαφέρον το ότι η ελληνική βιβλιογραφία σε μεγάλο βαθμό αγνοεί τη σοβαρή συζήτηση που διεξάγεται ανάμεσα σε αυτούς που υιοθετούν την χαϊντεγκεριανή ερμηνευτική και σε αυτούς που την απορρίπτουν, και την οποία η συγγραφέας πρωτοποριακά και ευκρινώς μας παρουσιάζει. Διαβάζουμε λοιπόν ότι ένας σύγχρονος στοχαστής, ο X. Ντρέιφους, υποστηρίζει ότι «ο Χάιντεγκερ δεν μιλά στο όνομα ενός αντιτεχνολογικού αντιδραστικού μοντερνισμού και δεν περιπίπτει στις συνήθεις συμβατικές κριτικές και τις ψευδοανθρωπιστικές ανησυχίες που διατυπώνονται όσον αφορά την τεχνολογική πρόοδο» (σελ. 151), ενώ θα θεωρήσει ότι μια κατανόηση με νέους όρους «είναι που ο Χάϊντεγκερ αποκαλεί νέο θεό. Γι’ αυτό και διατείνεται ότι «μονάχα ένα νέος θεός μπορεί να μας σώσει» (σελ. 155).
Στο έργο εξετάζονται αναλυτικά θέσεις όπως αυτή που συνδέει τη γενεαλογία της κυριαρχίας της τεχνικής με την κυριαρχία αυτού που ο Γερμανός φιλόσοφος ονομάζει επιγραμματικά «δυτική μεταφυσική», περιλαμβάνοντας σε αυτό τον όρο ένα μεγάλο ρεύμα του δυτικού στοχασμού, που ξεκινά από την αρχαία Ελλάδα και τη Ρώμη, φτάνει στον Καρτέσιο, στον Λάιμπνιτς, στον Καντ, στον Έγελο, και ολοκληρώνεται τελικά στον Νίτσε. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο είναι πολύ σημαντικό να διαβαστεί το έργο του Χάιντεγκερ Η προέλευση του έργου τέχνης, αλλά και η Επιστολή για τον Ανθρωπισμό. Ενδιαφέρον είναι ότι η ερμηνευτική του θεμελιώνεται άμεσα σε κείμενα των Προσωκρατικών, του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, ώστε να μπορέσει να αντιπαραθέσει την αρχαιοελληνική τέχνη στη νεωτερική τεχνική (σελ. 235). Η Μαγγίνη σημειώνει: «Είναι σαφές, αφενός, ότι η ενδότερη οντολογικοϊστορική σχέση της νιτσεϊκής μεταφυσικής με την τεχνική συνιστά την απάντηση του Χάιντεγκερ στις απόπειρες πρόσληψής της από θεωρητικούς του εθνικοσοσιαλισμού όπως ο Άλφρεντ Μπάουμλερ» (σελ. 276) και θα συμπληρώσει ότι ο Χάιντεγκερ καταλήγει πως «η κατεξοχήν φανέρωση της βούλησης για δύναμη δεν είναι άλλη από τη βούληση για τεχνική κυριαρχία» (σελ. 279) η οποία έχει ως ανθρωπολογικό τύπο, που απαντά στις απαιτήσεις της, τον νιτσεϊκό «υπεράνθρωπο»(σελ. 292) και τον «τελευταίο άνθρωπο» (σελ. 327). Τέλος, εξαιρετικά ενδιαφέρουσα είναι η διαπραγμάτευση του διαλόγου για την Τεχνική που αναπτύχθηκε ανάμεσα στον Χάιντεγκερ και τον συγγραφέα του Εργάτη και θαυμαστή της τεχνικής κυριαρχίας Ε. Γιούνγκερ.

αναδημοσιεύεται από το http://ardin-rixi.gr/archives/7474

Δευτέρα 27 Αυγούστου 2012

Ο μαύρος Σεπτέμβρης του 1922 – Η σφαγή και η πυρπόληση της Σμύρνης - του Βλάση Αγτζίδη

Ο μαύρος Σεπτέμβρης του 1922 – Η σφαγή και η πυρπόληση της Σμύρνης

του Βλάση Αγτζίδη

Ημερομηνία δημοσίευσης: 22 September 2008
“Η Τουρκία πρέπει να γίνει μωαμεθανική χώρα, όπου η μωαμεθανική θρησκεία και οι μωαμεθανικές αντιλήψεις θα κυριαρχούν και κάθε άλλη θρησκευτική προπαγάνδα θα καταπνίγεται… Αργά ή γρήγορα θα πρέπει να πραγματοποιηθεί η πλήρης οθωμανοποίηση όλων των υπηκόων της Τουρκίας. Και είναι ολοκάθαρο ότι αυτό δεν μπορεί να γίνει με την πειθώ. Άρα πρέπει να χρησιμοποιηθεί ένοπλη βία… Το δικαίωμα των άλλων εθνοτήτων να έχουν δικές τους οργανώσεις θα πρέπει να αποκλειστεί. Κάθε μορφή αποκέντρωσης και αυτοδιοίκησης θα θεωρείται προδοσία προς την τουρκική αυτοκρατορία.” (Απόφαση του Συνεδρίου των Νεότουρκων και του κόμματος εξουσίας Ένωση και Πρόοδος – Νοέμβριος 1911 )
Αυτή ήταν η πρώτη επίσημη εκδήλωση της απόφασης του τουρκικού εθνικισμού για την καταστροφή της πολυπολιτισμικής και πολυεθνοτικής οθωμανικής κοινωνίας. Με τον όρο «οθωμανοποίηση» οι Νεότουρκοι εννοούν τον εκτουρκισμό των χριστιανικών κοινοτήτων
Το ιδεολογικό πλαίσιο είχε χαραχθεί από τον Ziya Gokalp, ιδεολογικό πατέρα του τουρκικού εθνικισμού, ο οποίος καλούσε για τον τερματισμό της «ψευδαίσθησης περί ισότητας μουσουλμάνων και χριστιανών». Ο ίδιος περιέγραφε τo 1911 στο περιοδικό «Yeni Hayat” και το νέο άνθρωπο : «οι Τούρκοι ήταν οι ‘υπεράνθρωποι’ που είχε φανταστεί ο Γερμανός φιλόσοφος Nietzsche… Από την τουρκότητα θα γεννηθεί η νέα ζωή…». Ο Τούρκος ιστορικός Taner Aksam στο βιβλίο του «A Shameful Act», υποστηρίζει ότι ο Gokalp, επηρεασμένος από τον γερμανικό εθνικισμό, διαμόρφωσε ένα θεωρητικό πλαίσιο, το οποίο παρείχε την ιδεολογική βάση για την εκπόνηση της συγκεκριμένης βίαιης πολιτικής συμπεριφοράς. Στόχος του Gokalp ήταν η διαμόρφωση «εθνικής οικονομίας», η οποία θα μπορούσε να δημιουργηθεί μόνο με την «εθνική ομοιογένεια».
H απόφαση των Νεότουρκων του 1911, σηματοδοτεί την εμφάνιση μιας νέας μεθοδολογίας στη σύγχρονη ιστορία. Ένα κόμμα εξουσίας αποφασίζει ανοιχτά και επισήμως να ασκήσει βία κατά όσων υπηκόων της δεν πληρούν ορισμένες από τις πολιτισμικές προϋποθέσεις που αυτό αυθαιρέτως θέτει. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, οι διώξεις και οι σφαγές στη προνεωτερική εποχή οφείλονταν σε μια ενστικτώδη, αυθόρμητη εκδήλωση του θρησκευτικού –κυρίως- συναισθήματος υπεροχής. Η πολιτική των Νεότουρκων εκφράζει τη νέα μεθοδολογία του εθνικισμού, ο οποίος ψυχρά και υπολογισμένα επιλέγει το θύμα και εκπονεί συγκεκριμένες στρατηγικές με στόχο την εξόντωσή του. Αυτό το άγνωστο πολιτικό και ιδεολογικό πλαίσιο εντάσσει την πολιτική των Νεότουρκων στην κατηγορία εκείνη που θα γίνει γνωστή στο σύγχρονο κόσμο με τους Ναζί και τη μελετημένη εξόντωση των Εβραίων. Αυτή ακριβώς η μέθοδος των Ναζί -που θα γίνει γνωστή με τον ελληνικό όρο «Ολοκαύτωμα»- δηλώνει την ψυχρή και αποφασισμένη πολιτική «…για να καθαρίσουν την κοινωνία από ότι θεωρούσαν βρώμικο και άρρωστο, να την κάνουν τελεία, καθαρή και υγιή. Το ολοκαύτωμα ήταν ένα πείραμα καθαριότητας. Ήθελαν την αγνή άσπιλη, αμόλυντη τελεία κοινωνία, ένα όνειρο καθαρότητας…..» Στη νεοτουρκική περίπτωση, στη θέση των Εβραίων βρέθηκαν οι χριστιανικές ομάδες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, οι Αρμένιοι, οι Έλληνες της Ανατολής, οι Ασσύριοι, οι Αραμαίοι….
Προς την τελική λύση
Mετά τους Βαλκανικούς Πολέμους η γραμμή του 1911 εκφράστηκε με τη δημιουργία συγκεκριμένων θεσμών, όπως το Γραφείο Εγκατάστασης Φυλών και Μεταναστών. Ο Taner Aksam γράφει: «Υπάρχουν αποδείξεις ότι ο Gokalp συνέταξε ειδικές μελέτες για τις μειονότητες της αυτοκρατορίας, συμπεριλαμβανομένων και των Αρμενίων. Αυτές ήταν μέρος ενός ευρύτερου σχεδίου να συγκεντρωθεί λεπτομερής γνώση για την εθνικοθρησκευτική δομή της Ανατολίας. Ένα ειδικό τμήμα, το Γραφείο Εγκατάστασης Φυλών και Μεταναστών, το οποίος συστάθηκε το 1913, ασχολιόταν ειδικά με ζητήματα διασκορπισμού και επανεγκατάσης πληθυσμών.»
Για την υλοποίηση των σχεδιασμών είχε δημιουργήθεί μια παρακρατική οργάνωση με την επονομασία Ειδική Επιτροπή (Teskilat i Mahsusa), για να φέρει εις πέρας τις εκτοπίσεις. Η δράση της Επιτροπής θα ξεκινήσει τη δράση της με τους Έλληνες της Ιωνίας. Ο Taner Aksam γράφει: «Η δράση της εναντίον του ‘εσωτερικού εχθρού’ είχε αρχίσει πριν από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η εκτόπιση του ελληνικού πληθυσμού του Αιγαίου, μέσω τρομοκρατίας και απαλλοτρίωσης των ιδιοκτησιών του, είχε πραγματοποιηθεί ως μέρος του σχεδίου για την ομογενοποίηση της Ανατολίας.»
Με την έναρξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου άρχισε η «εκκαθάριση θυλάκων μη τουρκικών πληθυσμών που είχαν συγκεντρωθεί σε στρατηγικά σημεία» (Celal Bayar, “Ben Yazdim”). Το σχέδιο είχε την απόλυτη υποστήριξη των Γερμανών συμμάχων των Νεότουρκων και κάποια σημεία του υλοποιήθηκαν από κοινού. O Taner Aksam αναφέρει: «Συντάχθηκαν λεπτομερή σχέδια για τον εκτουρκισμό της Ανατολίας μέσω της εκκαθάρισης των χριστιανικών πληθυσμών. Τα ίδια μέτρα εφαρμόστηκαν στην περιοχή του Αιγαίου από την άνοιξη του 1914. Η Επιτροπή Ένωση και Πρόοδος πήρε μια ξεκάθαρη απόφαση. Η πηγή των προβλημάτων στη δυτική Ανατολία θα απομακρυνόταν, οι Έλληνες θα εκδιώκονταν με πολιτικά και οικονομικά μέτρα. Πριν από οτιδήποτε άλλο ήταν ανάγκη να αποδυναμωθούν οι οικονομικά ισχυροί Έλληνες…. Αποφασίστηκε να επικεντρωθούν οι δραστηριότητες γύρω από τη Σμύρνη που θεωρείτο κέντρο της υπονομευτικής δραστηριότητας.» Οι Τούρκοι εθνικιστές, με τη βία του μιλιταριστή εφόσον διαμορφώθηκαν εντός του οθωμανικού στρατού, υπήρξαν εξαιρετικά βίαιοι προς τις χριστιανικές κοινότητες της Αυτοκρατορίας κατά την περίοδο αυτή.
Έτσι θα πραγματοποιηθεί η πρώτη φάση της γενοκτονίας. Στο τέλος του Πολέμου θα επιχειρηθεί η καταγραφή των αποτελεσμάτων αυτής της πολιτικής. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο θα εκδώσει το 1919 τον απολογισμό με τίτλο “Μαύρη Βίβλος διωγμών και μαρτυριών του εν Τουρκία Ελληνισμού (1914-1918)”. Η “Μαύρη Βίβλος”, συντάχθηκε από την Κεντρική Επιτροπή υπέρ των Μετατοπισθέντων Ελληνικών Πληθυσμών, εκδόθηκε στα ελληνικά και στα γαλλικά. Στον Πρόλογο αναφέρονται μεταξύ άλλων: “Το κακόν εκορυφώθη κατά τον παγκόσμιον πόλεμον, ότε πλείσται ελληνικαί επαρχίαι της αυτοκρατορίας εκλονίσθησαν εκ θεμελίων ή και εντελών κατεστράφησαν. Είνε ανεκδιήγητα τα δεινοπαθήματα, τα οποία υπέστησαν οι εκδιωχθέντες εκ των εστιών αυτών Έλληνες. Διεσκορπίζοντο οι δυστυχείς ούτοι εις χωρία καθαρώς τουρκικά, ημποδίζετο εις αυτούς η εκ μέρους των Πατριαρχείων διανομή βοηθημάτων, εστερούντο εκκλησιών και ιερέων… και εξηναγκάζοντο δια τοιούτων και άλλων μέσων εις εξισλάμισιν. Τοιουτοτρόπως Δε, πληθυσμός ομογενής εκ 490063 ψυχών, διασπαρείς ανά τα όρη, τας χαράδρας και τα τουρκικά χωρία, υπέστη εν τοις πλείστοις τον εξ ασιτίας, του ψύχους και των στερήσεων θάνατον.”
1919-1922 : Μια αποτυχημένη προσπάθεια
Με το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου οι χριστιανικές κοινότητες πίστεψαν ότι είχε έρθει η ώρα της λύτρωσης και της δικαίωσης. Η Συνθήκη των Σεβρών θα προσπαθήσει να εκφράσει εν μέρει τα δικαιώματα αυτά, στο πλαίσιο πάντα της ρύθμισης των συμφερόντων των μερών που απάρτιζαν το Μέτωπο των συμμάχων. Όσο και αν φαντάζει παράξενο, η μεταπολεμική αυτή ρύθμιση ήταν απολύτως συμβατή τότε με τις αναλύσεις των μεγάλων Ελλήνων σοσιαλιστών Σκληρού και Γληνού, καθώς και με τις απόψεις της Ρόζας Λούξεμπουργκ. Γνώριζε πολύ καλά η Λούξεμπουργκ τις ταξικές διαφοροποιήσεις στο εσωτερικό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, και γι’ αυτό καλούσε το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα να στηρίξει τα χριστιανικά κινήματα της Αυτοκρατορίας: «…Η σημερινή μας θέση στο Ανατολικό Ζήτημα είναι να αποδεχτούμε τη διαδικασία διάλυσης της Τουρκίας ως μια υπαρκτή πραγματικότητα και να μην κάνουμε σκέψη ότι θα μπορούσε ή θα έπρεπε κανείς να τη σταματήσει και να εκδηλώσουμε στους αγώνες για αυτοδιάθεση των χριστιανικών εθνών την απεριόριστη συμπαράστασή μας.»
Η εμπλοκή της Ελλάδας με την Μικρασιατική Εκστρατεία υπήρξε νομοτελειακή εξέλιξη, τόσο των συμφερόντων της καθώς και των συμφερόντων του «εν Τουρκία Ελληνισμού», όσο και των συμφερόντων της Μεγάλης Βρετανίας. Με μια έννοια, υπήρξε μια μοναδική ιστορική στιγμή, όπου τα συμφέροντα της μεγαλύτερης δύναμης εκείνης της εποχής συμβάδισαν με τα συμφέροντα των Ελλήνων.
Οι Τούρκοι εθνικιστές θα προσπαθήσουν να ανατρέψουν τις εξελίξεις αυτές με το κεμαλικό αντι-οθωμανικό κίνημα. Οι παρακρατικές ομάδες της Teskilat i Mahsusa, θα πλαισιώσουν πρώτες το κίνημα αυτό και θα αγωνιστούν για τη σωτηρία τους αφενός και για την υλοποίηση των αρχικών σχεδίων που είχαν σταματήσει με τη νεοτουρκική ήττα. Τελικά, οι δυνάμεις αυτές των κεμαλικών θα βοηθηθούν να πετύχουν τους στόχους τους από τις μοναρχικές ελληνικές δυνάμεις της «μικράς πλην εντίμου», τον ανορθολογισμό του Βενιζέλου και την πολιτική του νεαρού ελλαδικού κομμουνιστικού κινήματος. Οι εσωτερικές αντινομίες του ελλαδικού ελληνισμού θα οδηγήσουν σε μια ήττα, η οποία καθόλου δεν ήταν προδιαγεγραμμένη. Η ακατανόητη απόφαση του Ελευθερίου Βενιζέλου να προχωρήσει στις εκλογές του Νοεμβρίου του 1920, θα φέρει στην εξουσία το αντιπολεμικό και αντιμικρασιατικό, φιλογερμανικό Λαϊκό Κόμμα και τον ανεπιθύμητο βασιλιά Κωνσταντίνο.
Το μέλλον των Ελλήνων στην Ανατολή το ήξεραν καλύτερα οι ίδιοι οι Τούρκοι εθνικιστές. Η επίσημη εφημερίδα του Κεμάλ στην Άγκυρα έγραφε στις 28 Οκτωβρίου1920 για τις επερχόμενες ελληνικές εκλογές : «Οι ελληνικές εκλογές θα κρίνουν την τύχη του Μικρασιατικού πόλεμο. Πτώση του Βενιζέλου σημαίνει και πτώση της Ελλάδας στην Μικρά Ασία…» Ενώ στις διαδηλώσεις των Τούρκων εθνικιστών στην Άγκυρα κυριαρχούσε το σύνθημα : «Μπιν γιασασίν Μουσταφά Κεμάλ/ Γιασασίν Κωνσταντίνος/ Καχρολσούν Βενιζέλος» («Πολύ ζήτω στον Μουσταφά Κεμάλ/ Ζήτω στον Κωνσταντίνο/ Κατάρα στον Βενιζέλο»).
Εν κατακλείδι
——————
Η καλή γνώση των τότε γεγονότων, των εσωτερικών αντιθέσεων, τόσο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όσο και του Ελληνικού Βασιλείου, ο Διχασμός των Ελλήνων σε δύο αντιμαχόμενα κοινωνικά σύνολα, η αντιμετώπιση των προσφύγων και της ιστορικής μνήμη αποτελούν και σήμερα ζητήματα προς διερεύνηση μιας απροκατάληπτης ιστοριογραφίας. Η νεοελληνική ιστοριογραφία συνήθισε να μελετά τα γεγονότα στην Ανατολή μέσα από το πρίσμα του ελληνοτουρκικού πολέμου του 1919-1922. Ως αποτέλεσμα αυτού, έχει διαμορφωθεί –για άλλη μια φορά- μια ελλειπτική γνώση, η οποία αγνοεί βασικές παραμέτρους και κινείται στο ενοχικό πλαίσιο, που διαμόρφωσαν τα μετά το ’22 κυρίαρχα ιδεολογήματα. Και επιπλέον, τα τελευταία χρόνια, με πυρήνα τους λεγόμενους «νέους ιστορικούς», επανεμφανίζεται με σύγχρονη μορφή μια παρωχημένη σχολή ερμηνείας, που αμφισβητεί τις γενοκτονίες, αιτιολογεί την πολιτική των Νεότουρκων και υποβαθμίζει πλήρως τον παράγοντα του ελληνισμού της Ανατολής.
Πάντως, το νέο εντυπωσιακό στοιχείο που εμφανίζεται τώρα, είναι ότι από την άλλη πλευρά του Αιγαίου αναπτύσσεται μια τέτοια απροκατάληπτη ιστοριογραφία, η οποία δεν καθορίζεται από τα νεοελληνικού τύπου ταμπού, ούτε τις αμφιθυμίες και την παραδοσιακή απόρριψη και μνησικακία κατά των προσφύγων. Εμφανίζονται επίσης και θαρραλέες οργανώσεις πολιτών που δεν διστάζουν να μιλήσουν για το βαρύ αυτό παρελθόν.
Ο Τούρκος πρόεδρος του ‘Συλλόγου Ενάντια στη Γενοκτονία’ Αλί Ερτέμ σημειώνει τα εξής: “ Η εξόντωση των χριστιανικών λαών που βρίσκονταν υπό τουρκική κυριαρχία ολοκληρώθηκε σε δύο φάσεις. Στην πρώτη φάση, από το 1912 ως το 1918….. Η δεύτερη φάση ξεκίνησε μετά τη συνθηκολόγηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και διήρκεσε μέχρι το 1922 (σε κάποια φάση, όπως στον Πόντο, μέχρι το 1924)… Το τουρκικό κράτος προσπαθεί να χτίσει το μέλλον της κοινωνίας του πάνω στην άρνηση αυτής της πραγματικότητας…. Μ΄ αυτόν τον τρόπο ανοίγεται ο δρόμος για νέα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας μέχρι και για νέες γενοκτονίες. ”
——————————————————————————
Μια Μαρτυρία και δύο Θρήνοι
Η βιαιότητα της σφαγής της Σμύρνης –όπως και όλης της ιωνικής παραλίας- το Σεπτέμβρη του 1922, αποτυπώνεται ανάγλυφα μέσα από μαρτυρίες, που είτε έχουν συλλεγεί είτε έχουν εκδοθεί. Συγκλονιστική είναι η Μαρτυρία της Ελένης Καραντώνη από το Μπουνάρμπασι, έντεκα χιλιόμετρα βορειανατολικά της Σμύρνης(“Έξοδος“, Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών):
«…Τη νύχτα οι Τσέτες έκαναν επίθεση ν’ αρπάξουν, να σφάξουν, ν’ ατιμάσουν. “Βοήθεια! Βοήθεια!” φώναζε ο κόσμος. Τα εγγλέζικα πλοία ήταν απέναντι. Έριχναν τους προβολείς. Σταματούσαν για λίγο. Τη νύχτα θέλαμε να πάμε προς νερού μας. Πήγαμε λίγο πιο έξω, φρίκη! Βρεθήκαμε σε μια χαβούζα (σ.τ.σ. μεγάλο ανοιχτό λάκο). Γύρω γύρω, στα χείλια της χαβούζας σπαρταρούσαν κορμιά, και μέσα η χαβούζα ήταν γεμάτη κεφάλια. Έπαιρναν όποιον έπιαναν, τον πήγαιναν στην άκρια της χαβούζας, έκοβαν το κεφάλι και το έριχναν μέσα στην χαβούζα και τα κορμιά τα άφηναν να σπαρταρούν γύρω γύρω. Ήταν φοβερό. Όσοι το είδαν τρελάθηκαν. Το τρελοκομείο γέμισε από τρελούς σαν ήρθαμε. Εκεί σ’ αυτό το μέρος χάσαμε και τον πατέρα μου. Τον αδελφό μου τον έσφαξαν στο χωριό….»
Οι Μικρασιάτες πρόσφυγες θρήνησαν τη μεγάλη Καταστροφή. Ένα χαρακτηριστικό ρεμπέτικο που τραγούδησε ο Κώστας Ρούκουνας είναι το εξής:
Σαν της Σμύρνης το γιανκίνι,
Στο ντουνιά δεν έχει γίνει,
Κάηκε κι έγινε στάχτη
Κι έβγαλ’ ο Κεμάλ το άχτι
Κάψανε τη Βαγγελίστρα,
που τη χτίζαν μέρα-νύχτα.
Κάψανε το Σταυροδρόμι
Και του Φάσουλα ακόμη.
Σμύρνη, φτωχομάνα Σμύρνη,
Πούναι η ομορφιά σου εκείνη,
Κάηκες από θεμέλια
σκεπαστά και μπεζεστένια.
Ένας άλλος μικρασιατικός θρήνος ήταν και αυτός του τραγουδήθηκε από τους Πόντιους του δυτικού Πόντου :
Κοίταξε τις πέτρες της Άγκυρας,
βλέπε και τα δακρυσμένα μου μάτια.
Μείναμε σκλάβοι των Τούρκων,
για δες της μοίρας τα γραμμένα!
Οι λόφοι της Άγκυρας είναι μονοκόμματοι.
Η Ελλάδα κάηκε, κατακάηκε.
Να τυφλωθείς καταραμένε Άγγλε,
στην Ελλάδα δεν απόμεινε καμιά ελπίδα.
Ο στρατός που πήγε για την Άγκυρα
έμεινε εκεί, πεσκέσι στους Τούρκους.
Όσοι μας βοήθαγαν έκαναν πίσω
και τους Έλληνες τους παρέσυρε το κύμα.
—————————————————————————
(*) Ο κ. Βλάσης Αγτζίδης είναι διδάκτωρ σύγχρονης ιστορίας. Βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών για τη συγγραφή της ιστορίας των Ελλήνων στον Εύξεινο Πόντο
αναδημοσιεύεται από το http://www.antibaro.gr/2008/09/22

Πέμπτη 12 Ιουλίου 2012

Σύντομη επισκόπηση της νεότερης και σύγχρονης ιστορίας της Κύπρου έως το 1950 (Προσωπικό σχεδίασμα)

Σύντομη επισκόπηση της νεότερης και σύγχρονης ιστορίας της Κύπρου.
Α. Από τους Νέους Χρόνους έως το 1950
                                          (Προσωπικό Σχεδίασμα).

          Η Κύπρος[1], με επιφάνεια 9.250 χιλιομέτρων, είναι το τρίτο σε έκταση μεταξύ των νησιών της Μεσογείου, μετά την Σικελία και την Σαρδηνία. ‘‘Καθισμένο’’ πάνω στον 35ο παράλληλο, το νησί είναι απομονωμένο στην Ανατολικομεσογειακή λεκάνη: Σχετικά απομακρυσμένο από την ήπειρο και μη διαθέτοντας περιφερειακά αρχιπελάγη, βρίσκεται σε απόσταση μόνο 40 χλμ. από τις ακτές της Τουρκίας και μικρότερη των 100 χλμ. από τα παράλια της Συρίας. Η ομιλούμενη στις μέρες μας από τους Ελληνες της Κύπρου γλώσσα θεωρείται ότι κατάγεται από την διάλεκτο των αρχαίων κατοίκων της Aρκάδων και Μυκηναίων, που εκτιμάται ότι αποβιβάστηκαν στο νησί τον 12ο αιώνα π.Χ.[2].

          Σε ένα αριστουργηματικό έργο του, ο Fernand Braudel επιχείρησε μια ‘‘εννοιοποίηση’’ (conceptualisation) της ιστορικής μοίρας της Μεσογείου.[3] Το έπραξε και στην βάση μιας αντίθεσης, η οποία εκτιμά ότι σημαδεύει την ιστορία των νησιών της. Η αντίφαση ενεργεί ανάμεσα στην πρόσκαιρη, περιορισμένη και απειλούμενη εσωτερική ζωή των νησιών, και την εξωτερική τους ζωή, δηλαδή το ρόλο που έπαιξαν στο ιστορικό προσκήνιο. Κατά τον Braudel, «τα ιστορικά γεγονότα συχνά εκτυλίσσονται μπροστά από τα νησιά. Θα ήταν ακριβέστερο να ειπωθεί ότι (τα γεγονότα) μάλλον χρησιμοποιουν τα νησιά»[4]. Ο Αγγλος συγγραφέας W. Hepworth Dixon, σε μια ταυτόσημη γραμμή σκέψης, έγραψε το 1887: «Κάθε κράτος που θέλει να πραγματοποιήσει την κατάκτηση της Ανατολής οφείλει να αρχίσει από την Κύπρο. Αυτό έκαναν ο Αλέξανδρος ο Μέγας, ο Οκταβιανός Αύγουστος, ο Ριχάρδος ο Λεοντόκαρδος, ο Λουδοβίκος ο Αγιος. Κάθε κράτος που θέλει να κατακτήσει τη Δύση οφείλει να αρχίσει από την Κύπρο. Αυτό επιχείρησαν ο Σαργών, ο Κύρος ο Μέγας, ο Πτολεμαίος, ο Χαρούν Αλ Ρασίντ»[5].  

         Eξ αιτίας της σπουδαίας γεωστρατηγικής της θέσης και του πλούτου της σε χαλκό, η Κύπρος καταλήφθηκε διαδοχικά και κυβερνήθηκε από τους Μυκηναίους, Ασσυρίους, Αιγυπτίους Φαραώ, Πέρσες, Πτολεμαίους, Ρωμαίους, τους Βυζαντινούς, Φράγκους Σταυροφόρους, Ενετούς, Οθωμανούς και τέλος τους Βρετανούς[6]. Η κατάκτηση του νησιού από τον Ριχάρδο τον Λεοντόκαρδο το 1191, η πώλησή του στον βασιλιά της Ιερουσαλήμ Γκύ του Λουζινιάν και η δημιουργία του βασιλείου της Κύπρου - δίπλα στα άλλα κράτη που ίδρυσαν οι Σταυροφόροι - εγκαινίασαν τους τέσσερες αιώνες δυτικοευρωπαïκής κυριαρχίας. Η περίοδος της βενετικής κυριαρχίας (1489-1571) τερματίστηκε με την  κατάκτηση της Κύπρου από τους Οθωμανούς το 1570-1571, κατά την διάρκεια του Οθωμανοβενετικού πολέμου των ετών 1570-1573[7]. Η προσάρτηση της Κύπρου στο Οσμανικό κράτος συνεπάγεται σπουδαίες αλλαγές για έναν πληθυσμό που διατήρησε ανά τους αιώνες την ορθόδοξη πίστη και την ελληνική γλώσσα: α) Οι Οσμανοί κατάργησαν το φεουδαλικό σύστημα που είχαν εγκαταστήσει οι Δυτικοί προκάτοχοί τους. β) Αποκατέστησαν την ορθόδοξη Εκκλησία στην προγενέστερη της λατινοκρατίας δεσπόζουσα θέση της. γ) Παραχώρησαν τιμάρια σε στρατιώτες υπό τον όρο ότι αυτοί και οι οικογένειές τους θα διέμεναν μονίμως στο νησί[8]. Στην Κύπρο έγιναν δεκτοί στο οθωμανικό ιππικό Λατίνοι ή Ελληνολατίνοι, οι οποίοι, όπως «και αλλού στην αυτοκρατορία, με την πάροδο του χρόνου εξισλαμίστηκαν, αποτέλεσαν μέρος της οθωμανικής άρχουσας τάξης και διατήρησαν φιλικές σχέσεις με τους Ελληνες προκρίτους»[9]. Επρόκειτο για πολύ σημαντική πράξη αφού αυτοί οι στρατιώτες και οι έποικοι αποτέλεσαν τον πρώτο πυρήνα μιας τουρκικής-μουσουλμανικής κοινότητας, η οποία σταδιακά έγινε αρκετά σημαντική. Μια άλλη συνέπεια της οθωμανικής κατάκτησης ήταν η αποκατατάσταση της επαφής των Ελλήνων Κυπρίων με τον υπόλοιπο ελληνικό κόσμο, ο οποίος είχε περιέλθει νωρίτερα υπό την εξουσία του Σουλτάνου.

         Το καθεστώς της Κύπρου στην ιεραρχία των επαρχιών της Οθωμανικής αυτοκρατορίας γνώρισε διάφορες μεταβολές[10]. Η Kύπρος αποτελεί παράδειγμα που προσφέρει σαφή εικόνα της αμφισθένειας των τριών αιώνων οθωμανικής κυριαρχίας. Μέσα στο πολιτικό οικοδόμημα που εγκαθιδρύθηκε, και με την εφαρμογή του συστήματος μιλλέτ, η ελληνορθόδοξη πλειονότητα μπόρεσε να διατηρήσει τη γλώσσα και τον πολιτισμό της, ενώ η συνύπαρξη με την μουσουλμανική μειονότητα υπήρξε επί μεγάλο χρονικό διάστημα αρκετά ικανοποιητική[11]. Αντιθέτως, η φανερά δυσλειτουργική, πλημμελής διοίκηση μπορεί να θεωρηθεί, σε μεγάλο βαθμό, υπεύθυνη για μια σημαντική και διαρκή οικονομική υπανάπτυξη[12]. Η σε σύντομο χρονικό διάστημα μετά την οθωμανική κατάκτηση διάψευση των προσδοκιών των Κυπρίων για καλύτερες συνθήκες διαβίωσης σε σχέση με τη βενετοκρατία οδήγησε στο να επιζητούν αυτοί τη συνδρομή δυτικών δυνάμεων για να απαλλαγούν από την τουρκική κυριαρχία[13].

         Το νησί γνώρισε διάφορες επαναστατικές δονήσεις, συντονιζόμενο με τις εξεγέρσεις των Ελλήνων που εκδηλώθηκαν σε άλλες επαρχίες της Οθωμανικής αυτοκρατορίας[14]. Κατά την έναρξη του Ελληνικού αγώνα της Ανεξαρτησίας το 1821, πραγματοποιήθηκαν επαναστατικές κινήσεις και στην Κύπρο[15]. Αυτές προκάλεσαν τη βίαιη αντίδραση των Τούρκων, που θανάτωσαν εκατοντάδες Ελληνες, λαïκούς και κληρικούς (ανάμεσά τους ο απαγχονισμός του αρχιεπισκόπου Κυπριανού). Οι σφαγές και οι διωγμοί εξακολούθησαν και τα επόμενα χρόνια. Αρκετοί που μπορούσαν να εγκαταλείψουν το νησί το έπραξαν. Πολλοί από αυτούς που έμειναν, για να σωθούν εξισλαμίστηκαν[16]. Ετσι ενισχύθηκε το μουσουλμανικό στοιχείο, το οποίο απαρτιζόταν, σε σημαντικό βαθμό, από χριστιανούς Ελληνες που αλλαξοπίστησαν (dönme). Οσον αφορά την όχι ιδιαιτέρως έντονη συμμετοχή των Κυπρίων στους ελληνικούς εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες του 19ου αιώνα, θα μπορούσε να αποδοθεί στην γεωγραφική θέση της Κύπρου. Εξ άλλου, η οικονομική κατάσταση των Κυπρίων αυτή την περίοδο ήταν γενικά δύσκολη.

         Καθ’όλη την διάρκεια του 19ου αιώνα, το ελληνικό στοιχείο είχε στο νησί την πρωτοκαθεδρία στο κοινωνικό, πολιτιστικό, οικονομικό επίπεδο. Ωστόσο, η ανάπτυξη του ελληνοκυπριακού εθνικισμού έγινεε βαθμιαία και συστηματικά. Ηταν προïόν μιας διαδικασίας, στην οποία συμμετείχαν ενδογενείς και εξωγενείς παράγοντες, και η οποία, σε σημαντικό βαθμό, προήλθε από την αλυτρωτική ιδεολογία που αναπτύχθηκε στο πλαίσιο του ελλαδικού κράτους κατά τον 19ο αιώνα[17]. Ως κύριοι μηχανισμοί του σχηματισμού εθνικής ελληνικής συνείδησης αναφέρονται οι εξής: Το σύστημα της παιδείας (ελεγχόμενο από την Ορθόδοξη Εκκλησία)[18], οι δραστηριότητες των οργανώσεων εθελοντών που ιδρύθηκαν από διανοούμενους που είχαν πραγματοποιήσει σπουδές στην Ελλάδα, καθώς και το Προξενείο της Ελλάδας[19]. Το “εθνοτικό-εθνικό”[20] κίνημα των Ελλήνων Κυπρίων (ε/κ) θεωρείται λοιπόν από κάποιους εκπροσώπους της ‘‘εθνογενετικής σχολής’’ ως εκβλάστηση του ελληνικού αλυτρωτισμού (ιδεολογία κυρίαρχη στο ελλαδικό κράτος από την δεκαετία του 1850 έως την δεκαετία του 1920)[21]. Ωστόσο, η ανάλυση του ιστορικού ρόλου και της κοινωνιολογικής σημασίας του ελληνικού κυπριακού εθνικισμού οφείλει να γίνεται σε συνάρτηση σειράς άλλων σπουδαίων παραγόντων, οι οποίοι επηρεάζουν τα πράγματα στο νησί: Οι κοινωνικές τάξεις της ελληνικής κυπριακής κοινωνίας, οι σχέσεις ανάμεσα στους ε/κ και τους Ελλαδίτες, οι σχέσεις ανάμεσα στις δύο κοινότητες, η ανάπτυξη του εθνικισμού των Τούρκων Κυπρίων (τ/κ) - ιδιαίτερα στις συνθήκες που αναπτύχθηκαν κατά τη δεκαετία του 1950) -, οι προσπάθειες των Βρετανών να διατηρήσουν το νησί υπό τον έλεγχό τους και οι παρεμβάσεις των άλλων Δυνάμεων[22].

           Μετά από την κατασκευή της Διώρυγας του Σουέζ, αναβαθμίστηκε περισσότερο η στρατηγική σημασία της Κύπρου. Λίγο πριν την σύγκληση του Συνεδρίου του Βερολίνου, με μυστική βρετανοοθωμανική συνθήκη, την Σύμβαση της Κωνσταντινουπόλεως (4 Ιουνίου 1878) - επιβεβαιώνεται κατά την διάρκεια του Συνεδρίου με την βρετανοοθωμανική συμφωνία της 1ης Ιουλίου 1878 -, η Αγγλία απέκτησε την διοίκηση της Κύπρου (της εκχωρήθηκε έναντι ετησίου μισθώματος 92.600 περίπου λιρών που θα κατέβαλε στον σουλτάνο)[23]. Οι Κύπριοι δέχτηκαν τη μεταβολή ως ένα περαιτέρω βήμα προς την εθνική λύτρωση, δηλαδή την Ενωση με την Ελλάδα[24]. Aμέσως μετά την εγκαθίδρυση της βρετανικής κυριαρχίας, αυτή η επιθυμία διατυπώθηκε (Ιούλιος 1878), από τον Αρχιεπίσκoπο Σωφρόνιο[25] και επαναλήφθηκε ως επίσημη θέση σε υπόμνημα που επιδόθηκε στη βρετανική κυβέρνηση[26]. Το κίνημα των Κυπρίων το 1881 και η ομαδική παραίτηση των ελλήνων μελών του διορισμένου από τον βρετανό Αρμοστή ‘‘Νομοθετικού Συμβουλίου’’ οδήγησαν στην με Β.Δ. αλλαγή της σύνθεσης του τελευταίου. Το Νομοθετικό Συμβούλιο θα αποτελούνταν εφεξής από 18 μέλη, από τα οποία τα 6 ήταν Αγγλοι δημόσιοι υπάλληλοι διοριζόμενοι από το βρετανικό Στέμμα, ενώ τα υπόλοιπα 12 μέλη ήταν εκλεγμένα, οι εννιά ‘‘μη μουσουλμάνοι’’ και τρείς μουσουλμάνοι, με την επιφύλαξη του Στέμματος[27]. Η κήρυξη, στις 5 Νοεμβρίου 1914, του πολέμου εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από τη Μεγάλη Βρετανία, τη Γαλλία και τη Ρωσία επέφερε και την αλλαγή του διεθνούς καθεστώτος της Κύπρου. Η Μ. Βρετανία ακύρωσε την Συνθήκη του 1878 και κήρυξε την προσάρτηση της Κύπρου.

         Οταν, μετά τη λήξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και την κατάρρευση των Αυτοκρατοριών, οι περισσότεροι λαοί της Ευρώπης μπόρεσαν να ασκήσουν το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης και να ενωθούν με την πατρίδα της επιλογής τους, οι Κύπριοι δεν απήλαυσαν αυτό το δικαίωμα. Στην Συνθήκη των Σεβρών, η Tουρκία και η Ελλάδα αναγνώρισαν την βρετανική κυριαρχία στην Κύπρο. Η Κύπρος δεν συμπεριλαμβανόταν στο «Milli Μisak-ι» (Eθνική συμφωνία), που ψηφίστηκε από την τελευταία οθωμανική Εθνοσυνέλευση (28 Ιανουαρίου 1920) και προέβλεπε τη διατήρηση του συνόλου των συνόρων όπως υπήρχαν πριν από την ανακωχή του Μούδρου. Αυτή η στάση του Mustafa Kemal εντασσόταν στην πολιτική επιλογή την οποία έκανε να μην συμπεριλάβει στις διεκδικήσεις της Τουρκίας τις πρώην οθωμανικές επαρχίες οι οποίες κατοικούνταν κατά πλειοψηφίαν από μη τουρκικούς-μουσουλμανικούς πληθυσμούς το 1920[28]. Κατόπιν, με την Συνθήκη της Λωζάννης, η Τουρκία παραιτήθηκε από κάθε απαίτησή της στην Κύπρο. Μάλιστα, με την Συνθήκη της Λωζάνης[29] (άρθρα 16, 20 και 21), η Τουρκία παραιτήθηκε οριστικά και ανεπιφύλακτα από όλα τα δικαιώματά της επί της Κύπρου. O Iσμέτ Πασά (μετέπειτα Ismet Inönü) - υπουργός Εξωτερικών και επικεφαλής της τουρκικής αντιπροσωπείας στις διαπραγματεύσεις της Λωζάνης - δήλωσε σε μεταγενέστερο χρόνο ότι δεν έθεσε εκεί το κυπριακό ζήτημα, επειδή το σημαντικότερο πρόβλημα το οποίο έπρεπε να αντιμετωπίσει ήταν η εξάλειψη των ισχυουσών τότε εις βάρος της Τουρκίας οικονομικών και νομικών συμβάσεων (διομολογήσεων). Η έγερση του κυπριακού διακινδύνευε να προκαλέσει τους Βρετανούς, οι οποίοι θα μπορούσαν να επιδείξουν αδιαλλαξία στο κεφάλαιο της άρσης των διομολογήσεων[30]. Σύμφωνα με τον Suha Bolukbasi, η στάση του Iσμέτ Πασά στη Λωζάννη «ήταν κατά συνέπεια σύμφωνη με τους στόχους της εξωτερικής πολιτικής του νέου τουρκικού καθεστώτος»[31].

         Δυνάμει της Συνθήκης της Λωζάννης (άρθρα 20, 21), οι Μουσουλμάνοι (Τούρκοι) Κύπριοι, οι οποίοι επιθυμούσαν να  διατηρήσουν την τουρκική εθνικότητα-ιθαγένεια όφειλαν να προβούν σε σχετική πράξη μέσα σε προθεσμία δύο ετών[32]. Κατά συνέπεια, το 1924-25, βάσει της Συνθήκης της Λωζάννης οι Τουρκοκύπριοι είχαν δικαίωμα επιλογής: είτε να αναχωρήσουν στην Τουρκία και να αποκτήσουν την υπηκοότητά της, είτε να παραμείνουν στην Κύπρο. Κατά την διάρκεια αυτών των δύο ετών, 9.310 - σε σύνολο 62.000 - Τούρκοι Κύπριοι μετανάστευσαν στην Τουρκία. Η πολιτική της τελευταίας ήταν σ’αυτό το θέμα σε συμφωνία με την συνολική τουρκική πολιτική της ανταλλαγής των Ελλήνων της Tουρκίας με τους τουρκομουσουλμάνους που κατοικούσαν μέχρι το 1922-23 στην Ελλάδα και σε άλλες χώρες. Η αντίθεση της Μεγάλης Βρετανίας στην αναχώρηση των μουσουλμάνων από την Κύπρο οφειλόταν σε έναν οξυδερκή υπολογισμό: Η αποικιακή δύναμη δεν επιθυμούσε να έχει αντιμέτωπο μόνον έναν ελληνικό πληθυσμό, ο οποίος, χωρίς την παρουσία και αντίθεση μιας τουρκικής κοινότητας θα επιδίωκε απερίσπαστος από εσωτερικές αντιδράσεις την υλοποίηση του στόχου της Ενωσης με την Ελλάδα. Χρειαζόταν τους Τ/κ ως πολιτικό κεφάλαιο ώστε να εξουδετερωθεί το αντιαποικιακό ενωτικό με την Ελλάδα κίνημα των Ε/κ[33]. Κατά συνέπεια οι Αγγλοι προσπάθησαν να παρεμποδίσουν τη μετανάστευση των Τ/κ και σε μεγάλη έκταση το πέτυχαν.          

            Το 1925, το Λονδίνο ανακήρυξε την Κύπρο ‘‘αποικία του Στέμματος’’. Ταυτόχρονα, δέχτηκε οι εκπρόσωποι των Ελληνοκυπρίων στο Νομοθετικό Συμβούλιο να αυξηθούν από εννέα σε δώδεκα. Αλλά, οι αρμοδιότητες των αιρετών δεν αυξήθηκαν. Οσον αφορά τα μέλη του Εκτελεστικού Συμβουλίου, δεν ήταν παρά υπάλληλοι του Ηνωμένου Βασιλείου. Από τα τέλη της δεκαετίας του 1920, το ελληνοκυπριακό αντιαποικιακό/αλυτρωτικό κίνημα άρχισε να παίρνει διαστάσεις μαζικού κινήματος. Στο διάστημα αυτό το αίτημα για συνταγματικές μεταρρυθμίσεις που να επιτρέπουν στο λαό «να κανονίζει τις τοπικές του υποθέσεις» ήταν κυρίαρχο στο νησί μαζί με το αίτημα της Ενωσης με την Ελλάδα.[34]. Αντιδρώντας στο κίνημα των Ε/κ, εμφανίστηκε σιγά-σιγά μια τ/κ κίνηση[35], που ζητούσε τη διχοτόμηση του νησιού σε εθνοτική εδαφική βάση. Το αίτημα της Ενωσης κινητοποίησε το σύνολο σχεδόν των ε/κ (στην πλειονότητά τους αγρότες), με κορύφωση τα γεγονότα και τις διαδηλώσεις του Οκτωβρίου του 1931, που αντιμετωπίστηκαν με σκληρά κατασταλτικά μέτρα από την βρετανική διοίκηση. Εκτοτε το νησί διοικήθηκε δικτατορικά, και καταλύθηκαν οι στοιχειώδεις ελευθερίες του πολίτη[36].

         Κατά τον μεσοπόλεμο, η στάση της Τουρκίας[37] και της Ελλάδας έναντι στην Κύπρο είχαν, στον ένα ή στον άλλο βαθμό, χαρακτήρα κινήσεων αυτοσχεδιασμού. Οι κυβερνήσεις της Ελλάδας μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1950 δεν ήθελαν να αναμειχθούν στις πολιτικές υποθέσεις του νησιού, μοναδικής αποικίας του Ηνωμένου Βασιλείου στην Ανατολική Μεσόγειο και ταυτοχρόνως ανατολικής προφυλακής του Ελληνισμού. Μια δήλωση του πρωθυπουργού Ελευθερίου Βενιζέλου - έγινε μετά την αντιβρετανική εξέγερση του 1931 - εξηγεί αρκετά αυτή την επιλογή της Αθήνας: «Αποφασιστικά και περισσότερο από κεντρικά συμφέροντα της Ελλάδας καθιστούν αναγκαία μια αδιατάρακτη φιλία με τη Μ. Βρετανία... Πράγματι, έχουμε το δικαίωμα να ζητήσουμε από τους Ελληνες κατοίκους αυτών των νησιών (Κύπρος, Δωδεκάνησα) να είναι λιγότερο εγωιστές»[38]. Ο Ε. Βενιζέλος υπέθετε τότε ότι η Μ. Βρετανία θα παραχωρούσε τελικά στην Κύπρο μια μορφή αυτόνομης διοίκησης, η οποία έμελλε να οδηγήσει, αργά ή γρήγορα, το νησί στην Eνωση. Τασσόταν εναντίον των ‘‘άκαιρων’’ αποπειρών Ενώσεως, οι οποίες θα μπορούσαν να στερήσουν από την Ελλάδα τη βρετανική υποστήριξη[39].

         Μετά την είσοδο της Ελλάδας στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, δίνονταν αφειδώς βρετανικές υποσχέσεις περί αυτοδιάθεσης της Κύπρου. Κατά την δεκαετία του 1940 η κυπριακή κοινωνία αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα και αυτό οφειλόταν στην έκρηξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και στα κοινωνικά προβλήματα που μάστιζαν την Κύπρο αυτή τη συγκεκριμένη περίοδο, που ήταν κυρίως οι εξευτελιστικές τιμές γεωργοκτηνοτροφικών προϊόντων, τα χαμηλά μεροκάματα, η έλλειψη ρευστότητας, η τοκογλυφία και οι άσχημες καιρικές συνθήκες. Την περίοδο αυτή καθώς και την αμέσως προηγούμενη το ΑΚΕΛ ανέπτυξε πολύπλευρη δράση η οποία διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στους αγώνες του κυπριακού λαού και των εργαζομένων για ελευθερία, για πολιτικές και κοινωνικές κατακτήσεις[40]. Εξάλλου, καθόλη την διάρκεια  του Πολέμου ο κυπριακός λαός έδειξε έμπρακτα την προθυμία του να αγωνιστεί για τον κοινό συμμαχικό σκοπό[41]. Μετά τη λήξη του Πολέμου, ο Χάρτης του Ατλαντικού και αργότερα ο Χάρτης των Ηνωμένων Εθνών καθιέρωναν την αρχή των ίσων δικαιωμάτων και της αυτοδιάθεσης για όλους τους λαούς. Με τον τρόπο αυτόν ανοιγόταν ο δρόμος προς την ελευθερία, και πολλοί αποικιακοί λαοί πέτυχαν αγωνιζόμενοι με βάση αυτές τις αρχές την ανεξαρτησία τους. Ο Eμμανουήλ Tσουδερός (Πρόεδρος της εξόριστης στο Κάιρο κυβέρνησης της κατεχόμενης Ελλάδας)  υπέβαλε το 1942 υπόμνημα στην κυβέρνηση των ΗΠΑ, στο οποίο ζητούσε την υποστήριξή της στην άσκηση του δικαιώματος αυτοδιάθεσης των Κυπρίων[42]. Ωστόσο, το Λονδίνο δεν τήρησε τις επαγγελίες του και η Κύπρος εξακολούθησε να παραμένει υπό βρετανική κατοχή. Η βρετανική αποικιακή πολιτική έναντι της Κύπρου δεν μπορούσε να προσφέρει κάτι περισσότερο από μια περιορισμένη συνταγματική μεταρρύθμιση το 1947. Εξάλλου, κατά την ίδια περίοδο ήταν διαφορετικές έως και αντιπαραθετικές οι απαντήσεις των πολιτικών δυνάμεων που εξέφραζαν την ελληνοκυπριακή πλειονότητα, φανερώνοντας μια αισθητή αντίθεση μεταξύ αριστεράς και δεξιάς[43].

                        (Προσωπικό Σχεδίασμα για περαιτέρω έρευνα)

                                        Θεόδωρος Μπατρακούλης

                                 Δρ Γεωγραφίας-Γεωπολιτικής, Νομικός






[1] Η Κύπρος, αναφέρεται από τον Ησίοδο ως το νησί όπου αναδύθηκε η Aφροδίτη (Hσίοδος, Θεογονία, 193, 199, Αθήνα: Στύγα, 1992). Την τραγούδησαν εξέχοντες ποιητές και πεζογράφοι, π.χ. Lawrence Durrell, Κωστής Παλαμάς, Γιώργος Σεφέρης, Γιάννης Ρίτσος, και βεβαίως οι Κύπριοι ποιητές Τεύκρος Ανθίας, Κώστας Μόντης, Δημήτρης Λιπέρτης, Βασίλης Μιχαηλίδης, Παύλος Λιασίδης, Θοδόσης Πιερίδης κλπ.
[2] Η ονομασία του νησιού αποδίδεται σε ένα αυτοφυές θαμνοειδές δένδρο με χρυσοπράσινα φύλλα. N. Βαρδιάμπασης, Ιστορία μιάς λέξης, Aθήνα: Nέα Σύνορα-Α.Α.Λιβάνη, 1996, Tόμος 2.
[3]  Fernand Braudel, La Méditerranée et le monde méditerranéen à l’époque de Philippe II, Paris: Armand Collin, 1966.
[4] Μνημονεύεται στο Paschalis Kitromelides, ‘‘Cyprus: the Nature of the Ethnic Conflicts’’, in Théodore Couloumbis & Sallie M. Hicks (επιμ.), U.S. Foreign Policy towards Greece and Cyprus, The Clash of Principle and Pragmatism, Washington: T. Couloumbis & S. M. Hicks, 1975.
[5] Bλ. Christophe Chiclet, ‘‘Chypre: Indépendance réclamée’’, L'Histoire, mars 1984.
[6] Sir George Hill, A History of Cyprus, Cambridge University Press, Cambridge, 1952.  Thomas Ehrlich, Cyprus: 1958-1967, Oxford University Press, New York, London, 1974, p. 1. Nancy Crawshaw, The Cyprus Revolt, George Allen & Unwin, London, 1978, σσ. 19-20. Βασιλική Νεράντζη-Βαρμάζη, ‘‘Μεσαιωνική Ιστορία της Κύπρου’’, στο Ν. Βαρδιάμπασης (Σχεδ.-συντ.), Ιστορία των Ελλήνων, Τόμος 15 Κύπρος, Αθήνα: Εκδόσεις Δομή, χ. χ., σ. 218-255.
[7] Η κατάκτηση της Κύπρου - παρά την καταστρεπτική για τον οθωμανικό στόλο έκβαση της ναυμαχίας της Ναυπάκτου - επιτεύχθηκε μετά από αιματηρότατες μάχες ανάμεσα σε Οσμανούς και Χριστιανούς, μετά από πολιορκία της Λευκωσίας (μέσα Ιουλίου-9 Σεπτεμβρίου 1570) και πιο μακροχρόνια πολιορκία της Αμμοχώστου (Φαμαγκούστα, 26 Σεπτεμβρίου 1570-1 Αυγούστου 1571). Τον έλεγχο της Κύπρου από την Οθωμανική Αυτοκρατορία υπαγόρευαν λόγοι γεωστρατηγικής, θρησκευτικής και οικονομικής φύσεως. Η κατάκτηση της Κύπρου έγινε δυνατή χάρις στην απόκτηση από τους Οσμανούς της ναυτικής υπεροχής στη Μεσόγειο. Halil Inalcik, Η ιστορική σημασία της καταλήψεως της Κύπρου, Δελτίον τουρκικής βιβλιογραφίας, (Επιμ. Βασ. Δημητριάδη), Θεσσαλονίκη: Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, ΙΜΧΑ, 1967, Τεύχος 3ον, σσ. 13 κ.εξ.
[8] Βλ. Kyriakos Markides, The Rise and Fall of the Chyprus Republic, New Haven & London: Yale University Press, 1977, p. 2. Richard Patrick, Political Geography and the Cyprus Conflict, Ontario, Canada: University of Waterloo, 1976, p. 8.
[9] Γιώργος Διονυσίου, ‘‘Οθωμανική περίοδος (1571-1878)’’, στο Ν. Βαρδιάμπασης (Σχεδ.-συντ.), Ιστορία των Ελλήνων, Τόμος 15 Κύπρος, όπ. π., σ. 351.
[10] Για να γίνει κατανοητή η εξέλιξη της διοικητικής διαίρεσης των επαρχιών χρειάζεται μια επισκόπηση των σχετικών μεταβολών. Για τον σκοπό αυτό βλ. 1) Halil Inalcik, “Ottoman Policy and Administration in Cyprus after the Conquest”, PPDKS, vol. III/1, σσ. 119-136, το οποίο αναδημοσιεύθηκε στο “The Ottoman Empire; Conquest, Organization and Economy”, London: Variorum Reprints, 1978, study No VIII. 2) J. Von Hammer-Purgstall, “Des Osmanisches Reiches, Staatsverfassung und Staatsverwaltung”, Vienna, 1815, II, pp. 253-254. 3) Harry Luke, Cyprus under the Turks; 1571-1878, London: 1921, (Εκδοση την οποία συμβουλευθήκαμε: London, 1969), σ. 19 κ. εξ. 4) Ahmet C. Gazioglu, The Turks in Cyprus: A province of the Ottoman Empire (1571-1878). London: Rustem & Bro., 1990. 5) Gilles Grivaud, Villages désertés à Chypre (fin XIIe-fin XIXe siècle, Nicosie: 1998 (Μπορέσαμε να συμβουλευθούμε σε μικροφίλμ το κείμενο της Διδακτορικής Διατριβής στην ιστορία που παρουσίασε το 1994 ο τελευταίος στο Πανεπιστήμιο Lille III).
[11] Βλ. Ronald C. Jennings, Christians and Muslims in Ottoman Cyprus and the Mediterranean world, 1571-1640. New York: New York University Press, 1993.
[12] Th. Papadopoullos, Social and Historical Data on Population (1570-1881), Nicosia 1965.
[13] Γιώργος Διονυσίου, ‘‘Οθωμανική περίοδος (1571-1878)’’, στο Ν. Βαρδιάμπασης (Σχεδ.-συντ.), Ιστορία των Ελλήνων, Τόμος 15 Κύπρος, όπ. π., σ. 360-363.
[14] Jean-François Drevet (Γάλλος γεωγράφος), Chypre, île extrême; Chronique d'une Europe oubliée, Paris: Syros/Alternatives, 1991, σσ. 48 και εξής.
[15] Νίκος Κρανιδιώτης, Η Κύπρος εις τον Αγώνα της Ελευθερίας, Αθήναι: 1958, σσ. 15-23.
[16] John Koumoulides, Cyprus and the war of Greek Independence, 1821-1829. London: Zeno, 1974.
[17] Michalis Attalides, Cyprus: Nationalism and International Politics, Edinburg: Q Press/New York: Saint Martin’s Press, 1979, passim. Paschalis Kitromelides, “The Dialectic of Intolerance: Ideological Dimensions of Ethnic Conflict”, Journal of the Hellenic Diaspora, vol. 6, No 4, σσ. 5-30. Eλλη Σκοπετέα, To ‘‘πρότυπo βασίλειο’’ και η Μεγάλη Ιδέα, 1830-1880, Aθήνα: 1988 (Διδακτορική Διατριβή, Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 1984), passim.
[18] Μιχάλης Ατταλίδης, Οι σχέσεις των Ελληνοκυπρίων με τους Τουρκοκυπρίους, στο Γ. Τενεκίδης/Γ. Κρανιδιώτης (επιμ.), Κύπρος, Ιστορία, προβλήματα και αγώνες του λαού της, Αθήνα: Εστία, 1981, σ. 419.
[19] Michael Attalides, Cyprus: Nationalism and International Politics, 1979), op. cit., passim. R. Katsiaounis, Labour, Society and Politics in Cyprus During the Second Half of the Nineteenth Century, Nicosia: Centre of Cypriot Researches, Texts and Studies of the History of Cyprus, XXIV, 1996. P. Kitromilides, 1) “The Dialectic of Intolerance: Ideological Dimensions of Ethnic Conflict”, 1979, op. cit., pp. 5-30. 2) “Greek  Irredentism in Asia Minor and Cyprus”, Middle Eastern Studies, vol. 26, no 1, 1990, σσ. 3-15.
[20] Ως προς τη σημασία και την κατανόηση της βαθύτερης ουσίας τηςεθνο-εθνικήςταυτότητας (ethno-national identity) και, ακόμα, τις μαζικές θυσίες που έλαβαν χώρα στο όνομα αυτής της αντίληψης, βλ. και W. Connor, Ethnonationalism: The Quest for Understanding, Princeton, NJ: Princeton University Press, 1994.
[21] M. Attalides, Cyprus: Nationalism and International Politics, 1979, op.cit. R. Katsiaounis, Labour, Society & Politics in Cyprus During the Second Half of the 19th, 1996, op. cit. P. Kitromilides, 1) “The Dialectic of Intolerance: Ideological Dimensions of Ethnic …”, (1979), op.cit., σσ. 5-30. 2) “Greek  Irredentism in Asia Minor and…”, 1990, op. cit., σσ. 3-15.
[22] Η μελέτη του εθνικού ελληνοκυπριακού κινήματος υπό το φως των παραπάνω παραγόντων απαιτεί μια αναλυτική κοινωνική/πολιτική ιστορία της σύγχρονης Κύπρου. Επίσης βλ. στο παρόν και τις άλλες σχετικές υποσημειώσεις. 
[23] Στ. Σεφεριάδης, Μαθήματα Δημοσίου Διεθνούς Δικαίου, Αθήνα, 1925. Thomas Εhrlich, Cyprus: 1958-1967, New York, London: Oxford University Press, 1974, σ. 2. Σχετικά με την Συνθήκη του 1878, Cf. “Convention of Defensive Alliance Between Great Britain and Turkey with Respect to the Asiatic Provinces of Turkey, 4 juin 1878”, Accounts and Papers, vol. 82, 1878, σσ. 3-4.
[24] Ν. Κρανιδιώτης, Η Κύπρος εις τον Αγώνα της Ελευθερίας, 1958, όπ. παρ., σσ. 25 κ.εξ.
[25] Zenon Stavrinides, The Cyprus Conflict: National Identity and Statehood, Wakefield: Stavrinides, 1976, σ. 20 και passim.
[26] Ν. Κρανιδιώτης, Η Κύπρος εις τον Αγώνα της Ελευθερίας, 1958, όπ. παρ., σ. 27. Οι Ε/κ διεκδικούσαν από τη Μ. Βρετανία αυτό που είχαν επιτύχει τα Iόνια νησιά, που παραχωρήθηκαν στο Βασίλειο της Ελλάδος το 1864. J.-F. Drevet, Chypre, île extrême;…, 1991, op. cit., σσ. 61-62.
[27] Γιώργος Κ. Τσαλακός, Σύντομη επισκόπηση ορισμένων όψεων της αγγλοκρατίας στην Κύπρο, στο Γ. Τενεκίδης/Γ. Κρανιδιώτης (επιμ.), Κύπρος, Ιστορία, προβλήματα και αγώνες του λού της, Αθήνα: Εστία, 1981, σ. 447.
[28] Βλ. J. C. Hurewitz, Diplomacy in the Near and Middle East, Princeton, New Jersey: D. Van Nostrand, 1956, vol. II, σσ. 74-75. Δ. Kιτσίκης, Συγκριτική Ιστορία…, 1990, όπ. π., σσ. 192-193.
[29] Η Συνθήκη της Λωζάνης, όσον αφορά τις σχετικές διατάξεις, επικύρωσε αυτή των Σεβρών.
[30] Nihat Erim, Bildigim ve Gördügüm ölçüler içinde Kibris (Η Κύπρος στο μέτρο που την γνώρισα και την είδα), Ankara: Ajans-Türk, 1975, σσ. 1-2.
[31] Suha Bolukbasi, “The Superpowers and the Third World;  Turkish-American relations and Cyprus”, Lanham-New York-London: University Press of America, 1988, σ. 22.
[32] Aρθρα 20, 21 της Συνθήκης Ειρήνης της Λωζάννης.
[33] We want the Turks as a ‘‘political asset to counterbalance the Greek Unionist movement’’, αναφερόταν σε απόρρητο έγγραφο του 1928-29, που δημοσιεύθηκε από το Κυπριακό Κέντρο Μελετών (ΚΥ.ΚΕ.Μ.). Βλ. και Θ. Φιλιππίδης/Ν. Κουτσού/Σ. Ζαβού, Τουρκία και Κυπριακό, Στρατηγικοί και τακτικοί στόχοι, Λευκωσία: ΚΥ.ΚΕ.Μ., 1990, σ. 188.
[34] J.-F. Drevet, Chypre, île extrême; Chronique d'une Europe…, 1991, op.cit., σσ. 72 κ. εξ.
[35] Sir George Hill, A History of Cyprus, Cambridge: Cambridge Univ. Press, 1952, passim.
[36] G. S. Georghallides, Cyprus and the Governorship of Sir Ronald Storrs: the Causes of the 1931 Crisis, Nicosia 1985. Ν. Κρανιδιώτης, Η Κύπρος εις τον Αγώνα της Ελευθερίας, 1958, όπ. π., σσ. 45-58.
[37] Για την εξωτερική πολιτική της Τουρκίας, κατά το μεσοπόλεμο, βλ. Mehmet Gönlubol, Olaylarla Türk Dιs Politikasι”, AUSBF, Ankara, 5η έκδ, 1982, σσ. 61-132, όπου υπάρχουν αναφορές και στην Κύπρο.
[38] Βλ. Πρακτικά της Βουλής των Ελλήνων, 18 Νοεμβρίου 1931, στο Michael Attalides, Cyprus: Nationalism and International Politics, 1979, op.cit., σσ. 59-60.
[39] Kyriakos Markides, The Rise  and  Fall of the  Chyprus Republic, 1977, όπ. π., σ. 123.
[40] Βλ. και Φιφής Ιωάννου, Έτσι άρχισε το Κυπριακό. Στα χνάρια μιας δεκαετίας 1940-1950: Σχέσεις ΑΚΕΛ-ΚΚΕ στα χρόνια του εμφυλίου, Αθήνα Φιλίστωρ, 2005.
[41] Ν. Κρανιδιώτης, Η Κύπρος εις τον Αγώνα της Ελευθερίας, 1958, όπ. π., σ. 59.
[42] Foreign Relations of the United States, 1942, Vol. II, GPO, Washington, D. C., 1962, σ. 825.
[43] Βλ. Yiorghos Leventis, Cyprus: The Struggle for Self-Determination in the 1940s Prelude to Deeper Crisis, Frankfurt am Main: Peter Lange, 2002.