Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΕΟΤΕΡΗ ΙΣΤΟΡΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΕΟΤΕΡΗ ΙΣΤΟΡΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 19 Αυγούστου 2014

Το έθνος, ο εθνικισμός και η ολιγαρχική νεοτερικότητα - του Γιώργου Κοντογιώργη



Τρίτη, 22 Ιουλίου 2014

Γιώργος Κοντογιώργης, Το έθνος, ο εθνικισμός και η ολιγαρχική νεοτερικότητα



 (Με αφορμή μια επισήμανση σε επιστολή…)

           Σε σχέση με την αναφορά στην γενική επιστολή [……] για τον εθνικισμό και την ακροδεξιά, θέλω απλώς να εκφράσω την λύπη μου για το γεγονός ότι, ειδικοί και ίσως έγκυροι επί ενός γνωστικού αντικειμένου, εννοούν να εκτίθενται, πολυπραγμοσύνης ένεκεν, ως "ξερόλες". Ο γνώστης της έννοιας <έθνος> το ξεχωρίζει από την έννοια εθνικισμός. Ο εθνικισμός χρεώνει στην κοινωνία τις πολιτικές του κράτους, ενώ αυτές υπαγορεύονται από τα  συμφέροντα των αρχουσών ομάδων. Κατά τούτο, εκείνοι  που ισχυρίζονται ότι το έθνος είναι επινόηση του κράτους κάνουν ιδεολογία, επιχειρούν να το οικειοποιηθούν, αποσπώντας το από τον φυσικό του φορέα, την κοινωνία, προκειμένου να  νομιμοποιήσουν την μονοσήμαντη  νομή τους επί του κράτους. Υπό το πρίσμα επομένως αυτό είναι απολύτως αντιδραστικοί.

         
          Εγώ λέω ότι το έθνος είναι η συνείδηση της κοινωνίας. Η προσέγγιση αυτή του έθνους συγκρούεται με εκείνη της νεοτερικότητας σε δύο επίπεδα: Το ένα, διότι εγγράφεται σε μια γνωσιολογική και όχι ιδεολογική σκοπιμότητα. Το άλλο, διότι προσμετρά ελευθερία υπέρ της κοινωνίας, την οποία ελευθερία αντιτείνει προς στους νομείς του κράτους που επιμένουν να μονοπωλούν το πολιτικό σύστημα. Ώστε, η νεοτερική προσέγγιση του έθνους αποτελεί ιδεολογική κατασκευή κι όχι το αντίθετο. Με πρόσχημα τη διάκριση έθνους και κοινωνίας η πολιτική τάξη επιτυγχάνει να εμφανίζεται ως εντολέας και εντολοδόχος -αφού είναι αυτή που καθορίζει τι είναι εθνικό και τι όχι- και να εξοβελίζει την κοινωνία εκτός πολιτείας στον ιδιωτικό χώρο. Το έθνος για τη νεοτερική ολιγαρχία ιστορείται δια των πεπραγμένων του κράτους και όχι της κοινωνίας.
          Από την άλλη, το έθνος ως συνείδηση κοινωνίας είναι φορέας ελευθερίας, δηλαδή συλλογικότητας. Εάν η κοινωνία είχε σήμερα -δυστυχώς είναι μακράν από του να συνειδητοποιήσει την αιτία των δεινών της- ενσωματώσει στο είναι της πέραν της ατομικής, την πολιτική ελευθερία, η πολιτεία θα ενσαρκωνόταν από αυτήν, αυτή θα αποφάσιζε για τη μοίρα της, η ιστόρηση του έθνους θα γινόταν από αυτήν και όχι από την οικονομική, πνευματική και πολιτική ολιγαρχία. Σήμερα που η οικονομία μετεξελίχθηκε και απέκτησε κοσμοσυστημική διάσταση, οι φορείς της, η διεθνής των αγορών και οι εσωτερικοί θιασώτες της, τάσσονται εναντίον του έθνους, διότι διαβλέπουν ότι με αυτό ανά χείρας η κοινωνία των πολιτών, θα τους αντιτάξει την πολιτική ελευθερία, θα αποκτήσει δηλαδή συνεκτικό πολιτικό ιστό, ικανό να ακυρώσει την ολομέτωπη κυριαρχία τους.
          Ώστε, το έθνος του κράτους, το έθνος της νεοτερικής ολιγαρχίας, υπηρετεί τους πάσης φύσεως ολιγάρχες, ενώ το έθνος της κοινωνίας την κοινωνική συλλογικότητα.  Το έθνος του κράτους χρεώνει στην κοινωνία τις πολιτικές των νομέων του κράτους. Το έθνος της κοινωνίας την ελευθερία/τα συμφέροντά της. Το σημαντικό, στο πλαίσιο αυτό, για τους ολιγάρχες είναι να μην επικαλεσθεί η κοινωνία την αρμοδιότητά της για το έθνος/πολιτική, διότι θα διαταράξει την ήδη επιτευχθείσα πολιτική κυριαρχία των αγορών. Διά του έθνους -της συλλογικής συνείδησης- η κοινωνία των πολιτών θα αξιώσει αρμοδιότητα επί της πολιτείας. Εξού και η επίκληση του έθνους από την κοινωνία ενοχοποιείται ως εθνικισμός, ενώ τα "δικαιώματα" αντιτείνονται ως υπέρτερα της ελευθερίας. Προσποιούνται οι ολιγάρχες ότι δεν αντιλαμβάνονται πως η ελευθερία κάνει άνευ αντικειμένου τα δικαιώματα. Γνωρίζουν όμως ότι με το καθόλα ιδεολογικό αυτό επιχείρημα θα νομιμοποιήσουν την ολιγαρχική τους διακήρυξη ότι "η πλειοψηφία είναι εχθρός των δικαιωμάτων".

          Στον αντίποδα, υπέρ του παλαιού τύπου εθνικισμού, που είναι εξίσου ολιγαρχικός, τάσσεται η ακροδεξιά. Ο οποίος επειδή έληξε ο χρόνος του, οι φορείς του έχουν υιοθετήσει σε μια συνήθη λαϊκιστική ρητορική. Η ακροδεξιά δεν είναι προφανώς αντισυστημική, είναι απλώς αντισυμβατική, σε σύγκριση με την τυπική κοινοβουλευτική κομματοκρατία. Συναντώνται όμως και οι δύο, στην απέχθεια τους προς την κοινωνία. Δεν θέλουν τη δημοκρατία, ουδέ καν την αντιπροσώπευση. Αποκαλούν δημοκρατία το ολιγαρχικό έκτρωμα του Διαφωτισμού. Εντούτοις,  ο πιο αντιδραστικός, δηλαδή εχθρικός προς την κοινωνία εθνικισμός, στο μέτρο που δεν αποκλείει απλώς την κοινωνία από την ελευθερία αλλά και την οδηγεί στην περιθωριοποίηση/εξαθλίωση, είναι ο "αναθεωρητικός" εθνικισμός και κυριολεκτικά ολιγαρχικός εθνικισμός.  Ο ένας, επιχειρεί την οικειοποίηση του έθνους της κοινωνίας, ο άλλος  εχθρεύεται την ταυτοτική/κοινωνική συλλογικότητα, υιοθετώντας πολλές φορές, τον εθνικισμό του "άλλου": είτε των γειτόνων είτε  των αγορών ή και των δύο μαζί .
          Η ελληνική ιστοριογραφική "επιστήμη" είναι παραδειγματική ως προς αυτό. Έχει επίσης το προσόν, να είναι στο βάθος και ιδεολογικά αλλοτριωμένη. Υπηρετεί τον εθνικισμό του ηγεμόνα, διατεινόμενη ότι κάνει επιστήμη. Αρκεί να διαπιστώσουμε ότι, παντού, ιστορία και αρχαιολογία συμφωνούν να δώσουν άλλην εθνική ταυτότητα σε ιστορικά τεκμήρια κατακτημένων. Το πιο προκλητικά  ενδιαφέρον παράδειγμα είναι, οι αρχαιότητες της ρωμαϊκής εποχής. Αδυνατούν δηλαδή να διακρίνουν  οι <ειδήμονες> αυτοί την διαφορά της διατύπωσης "ρωμαϊκός" έναντι "ρωμαϊκής εποχής". Ο Μηχανισμός των Αντικυθήρων μεταφέρθηκε επί ρωμαϊκού πλοίου (!). Η αγροτική έπαυλις που βρέθηκε πρόσφατα κοντά στο Κιάτο, ανήκε σε ρωμαίο ευγενή!!  Μέσα στα μουσεία, όλα τα ευρήματα της ρωμαϊκής εποχής βαφτίζονται "ρωμαϊκά". Εάν τους επισημάνεις το ανιστόρητο του γεγονότος σου αντιτείνουν ότι το να τα πεις ελληνικά να πεις ελληνικά τα ευρήματα της ρωμαιοκρατίας είναι εθνικιστικό! Το χειρότερο είναι ό,τι συμβαίνει με το Βυζάντιο. Ο σκοταδισμός των ιδεολογικά υποτελών μεταφράζεται σε ιστορική αλήθεια.
          Να προχωρήσω; Ποιοί άραγε στήριξαν την λεηλασία της χώρας, από την Επανάσταση και εντεύθεν, χρεώνοντας την ελληνική κακοδαιμονία στην κοινωνία και στις κληρονομιές της, αντί να την χρεώσουν στο δεσποτικό κράτος και στο ακραιφνές δημιούργημά του την κομματοκρατία; Οι αντιδραστικοί της Δεξιάς και της Αριστεράς που, ως ολιγάρχες απεχθάνονται κάθε τι, που θα σφυρηλατούσε το πρόταγμα για την θεσμισμένη συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών, στο πολιτικό σύστημα. Αρνούνται να αποδεχθούν, ως μηρυκαστικοί πρακτορίσκοι των ηγεμόνων της νεοτερικότητας την ύπαρξη ελληνικού έθνους πριν από το νεοελληνικό κράτος, επειδή, οι πιο συνειδητοί, γνωρίζουν  ότι το έθνος ως συνείδηση κοινωνίας είναι η συνεκτική πρώτη ύλη, που θα παράξει την εξωτερική αλλά και εσωτερική ελευθερία της κοινωνίας, κατά των δυναστών της. Εξού και κάθε αναφορά στο παρελθόν, κάθε επίκληση του εθνικού συμφέροντος, κάθε επιχείρημα για την ευθύνη του κράτους για τα δεινά της χώρας, εγγράφεται ως υπόλογο εθνικισμού. Αισθάνονται ότι είναι επιτρεπτή η καπηλεία  του έθνους μόνο για να χειραγωγήσουν την κοινωνία, όχι όμως και η αναφορά στην πατρίδα, ως εθνική εστία, διότι αντιστρατεύεται την εθελοδουλεία, την ιδέα της ξένης προστασίας και το δικό τους μονοπώλιο στην εξουσία. Αρκεί να δούμε πως διαχειρίζονται οι πνευματικοί ολιγάρχες τον φυλετισμό.         
       Γνωρίζουμε ότι ακόμη και τον 19ο αιώνα οι Έλληνες όριζαν το έθνος πολιτισμικά, εν αντιθέσει προς τους νηπιακούς ανθρωποκεντρικά ευρωπαίους που το αντιλαμβάνονταν ως μια απλώς φυλετική υπόθεση. Εντούτοις, η εντόπια "αναθεωρητική" ιστοριογραφία αγωνιά ακόμη να βρει την αιματολογική καταγωγή των αγωνιστών της επανάστασης! Έτσι, προφανώς εκτιμούν ότι θα καταδείξουν ότι η ελευθερία των Ελλήνων είναι υπόχρεη των ξένων, και θα κοντύνουν τον συνεκτικό ρόλο της ελληνικότητας. Το εγχείρημα της αποδόμησης της συλλογικότητας των Ελλήνων, το ομολογούν οι ίδιοι ευθαρσώς. Οίκοθεν νοείται ότι σκοπός  τους δεν είναι η ιστορική αλήθεια αλλά η ιδεολογική θεμελίωση της ηγεμονίας των νομέων του κράτους και των συγκατανευσιφάγων.
       Επανέρχομαι στα αρχικά ολίγα: "κρείττον το σιγάν" και ιδίως σε ό,τι αφορά στην σύγχυση μεταξύ (νομιζομένης) επιστήμης και (αντιδραστικής) ιδεολογίας. Το να διατηρείς την σοβαρότητα σου, είναι δύσκολο αλλά αναγκαίο. Η προσπάθεια να επενδύσεις με επιστημονική  περικάλυψη την ιδεολογία σου, είναι ένα πρόβλημα. Η γελοιοποίηση είναι εύκολη, όταν σε κατέχει το πάθος της άγνοιας.
Μακρηγόρησα αλλά πιστεύω ότι, το πρόβλημα αφορά όλους μας.

Χαίρε

Γιώργος Κοντογιώργης
Λευκάδα 16.7.2014
Πηγή: http://contogeorgis.blogspot.gr/

3 σχόλια:

Aλκων είπε...
Τελειο κυριε Κοντογιωργη!
Σας Ευχαριστω πολυ για οσα γραφετε σε αυτο το κειμενο, κι οχι μονο. Ειναι το συμπυκνωμα της Αληθειας μας τοσους αιωνες.
ISAAK SOLOMOY είπε...
θεωριες........
ΣΗΜΕΡΑ ο εθνικισμος ειναι η ασπιδα του ελληνισμου πριν τον αφανισμο του.....
ΣΗΜΕΡΑ δεν υπαρχουν δεξιοι και αριστεροι........
υπαρχουν εθνικιστες και εθνομηδενιστες.........

παναγιωτης
πρωην αριστερος
Aλκων είπε...
Και η σχετικότητα E=mc2 ήταν θεωρία κι επαληθεύτηκε μαθηματικα
Κι ο Μαρξισμός κι ο κουμουνισμος ήταν αναπόδεικτες θεωρίες και τις πίστεψες ως τα μαθηματικα του σύμπαντος σου χωρίς να τις ελέγξεις
Τι σ εμποδίζει να χρησιμοποιήσεις την ιστορική λογική κι όχι τ απολιθώματα των θεωριών που σε κατέστρεψαν και δηλώνεις τέως αριστερός;Σπάσε τις αλυσίδες του νου σου Με το να δηλώνεις πρωην δε σημαίνει ότι καταλαβαίνεις τι αληθινά σου κάνανε.

Τετάρτη 12 Φεβρουαρίου 2014

Will the Next World War Start in the Middle East? - Richard Ewans Interview by Isaac Chotiner

INTERVIEW JANUARY 25, 2014

Will the Next World War Start in the Middle East?

The centenary of the First World War is upon us, and it has been marked by a slew of books, articles, remembrances, and commentary. The origins of one of civilization’s greatest catastrophes are still disputed. Was German aggression the cause of the war, or should blame be more widely spread?
Richard Evans, the Regius Professor of History at Cambridge, is the author of many books about Europe (including a trilogy about the Third Reich), and is one of the most prominent intellectuals in the United Kingdom. This week, he has a cover story in the New Statesman looking back at the war, and comparing 1914 to today. We spoke over the phone about who caused the disaster, the best books to read on it, and whether the modern Middle East will spark the next World War.
Isaac Chotiner: What is the major difference between 1914 and 2014? Are you worried about another major conflict breaking out anytime soon?
Richard Evans: I think we have to recognize that the instability and violence of the Balkan states in 1914 was the trigger for the war. It was not an excuse used by the Germans or anybody else. The region was pretty much out-of-control. I think the obvious parallel here is with the Middle East today, where again you have a number of smallish states, heavily armed, with religious differences, political differences, and instability. The situation is very difficult for the major powers to control.
IC: You say that it was not just an excuse to start the war, but don’t you think other events, like the crisis in Morocco in 1911, or something else, could have been the spark to start the war?
RE: Well, the Moroccan issue was settled, the Middle East was more or less settled by 1914, and the naval arms race was settled because Britain had won and everyone recognized that, including the Germans. So I think it really had to be the Balkans.
It was a multipolar world in the late 19th century, which then became a bipolar world, split between two camps in Europe itself. That mirrors the cold war, but the cold war is over, and we now have once more the multipolar world that you had in Europe in the 1880s and 1890s. And also, you have institutions of collective security now, just as you had then—the United Nations may not be all that effective but it is better than nothing.
I think the major difference now is that we’ve had two World Wars, and we’ve had the nuclear age. Whereas in 1914, states, and for that matter most of the public in most nations, had what we now think of as a very irresponsible attitude toward war. They went into it in a gung-ho way. Now I think we are much more afraid of a major war, and we are much more cautious about it. I think the attitude of politicians today is very different from what it was in 1914.
IC: There’s been a huge scholarly debate about the degree to which the Germans were to blame for the First World War. This has been going on for decades, all the way back to the historian Fritz Fischer, who in 1961 essentially blamed Germany.  
RE: The debate has actually been going on since the War itself.
IC:  Fair enough. What do you think the state of that debate is right now?
RE: I think that the state of debate, interestingly, is different in different countries. I think there’s enormous reluctance in the United Kingdom, particularly amongst military historians, to accept that the distribution of responsibility was quite wide over Austria-Hungary, Serbia, Britain, France, Russia, and Germany. In Germany, however, Christopher Clark’s book is number one on the bestseller lists—it’s an enormous hit and it’s made him into a media star. And he argues for this diffuse responsibility.
IC:  Where do you fall on that spectrum?
RE: Well, I would incline towards Christopher Clark’s view. I think you have to start with the breakdown of the nineteenth-century Concert of Europe, the end of the multipolar world, and the splitting of Europe into two armed camps by about 1906. That made the danger of a small war leading to a bigger one much more serious. You also had the French desire for revenge for Alsace-Lorraine, and Russia turning away from the Far East after its defeat by Japan in 1905 and looking towards Europe with a forward policy. Austria-Hungary was absolutely paranoid about the Serbs, because there were many Serbs within its borders, and insisted on a hard-line course toward them, and you had Serbia wanting to expand in the Balkans. You had Germany afraid that if Russia beat Austria-Hungary, it would be greatly weakened. So you had a lot of fear coupled with a general willingness to go to war. Britain was very confused and the government was deeply divided. Edward Grey, the Foreign Secretary, vacillated this way and that. But he moved toward an anti-German course. I think his views were influenced by the naval arms race, which had come to a stop but had strongly stoked his suspicions of Germany.
IC: It seems like you think responsibility should be divided, but let me just ask you about a line in your piece. You write, “For all the Marxists’ convoluted attempts to prove that the driving forces behind the First World War were economic, the logic of capitalism told against war rather than for it.” The Leninist interpretation of the war was that basically it was a stupid war about imperialism. I realize that at some level that’s too simplistic, but it also seems to me that it was fundamentally an imperial war, and that if these countries were not interested in overseas possessions, then the war never occurs.
RE: Yes, I mean, these are wars not between individual countries, they are wars between empires. So it’s the British Empire, the French Empire and the German Empire, then the Russian Empire and the Austro-Hungarian Empire, which did not have overseas possessions, but had many nationalities within their borders. I don’t think that the economic explanations work at all, however. Nearly every part of the globe that was going to be annexed by European powers was already annexed. There were parts that were too difficult to annex, like China, because the resistance was too great there, essentially, or a few places like Ethiopia, which proved too hard to conquer.
IC: But if you define imperialism as about more than economics….
RE: Exactly, it’s an ideology. It’s an ideology of power. And the more precise arguments put forward by Lenin or by Rosa Luxemburg arguing that economic factors, the profit motive or the need to export surplus capital, were crucial, simply don’t work. The colonies cost the European powers money, they did not bring in money, they had no discernible function in terms of the capitalist economy, and there were many close financial and business links between the rival European powers in 1914.
IC: WWI is always interesting to me because—and correct me if you think this is wrong—it seems like one of these events that basically went as horrifically wrong as it possibly could have. The war itself was horrible, and the way in which the Allies won was horrible, because you end up with Stalinism and Nazism. What could have possibly gone worse? Give me a counterfactual.
RE: Well, as it happens, on February 4 my book on counterfactuals will be published in the United States. It’s called Altered Pasts: Counterfactuals in History and it’s published by Brandeis University Press.
IC: We’ll include a link.
RE: Of course the First World War is generally recognized as the seminal catastrophe of 20th century Europe and the 20th century world. But I don’t think historians can or should say what would have happened had it been avoided, because that eliminates contingency altogether. If you look at the arguments about what would have happened had there been no first World War, or had Britain not entered the First World War, you simply cannot say that there would have been no Holocaust, or no second world war, because you can’t account for chance happenings along the alternative timeline you’re constructing.
IC: There’s been a push in the United Kingdom to celebrate the war a little bit more. Lord Kitchener, the famous imperialist and war supporter is on some new bill, correct?
RE: It’s a commemorative coin worth two pounds sterling. I and others are arguing that it should be Nurse Edith Cavell who should be on it, and not Lord Kitchener. She was a British nurse who was executed by the Germans for helping wounded British soldiers escape back to the front line.  But she nursed both German and British soldiers in hospital, and nursed them in Belgium. She thought she had a general duty to care for the sick. ‘Patriotism is not enough’ was her best-known statement. And that is the sort of spirit I think we should commemorate, and not the militarism of someone like Kitchener.
IC: You have also gotten into a skirmish with Michael Gove, the Education Secretary, about whether World War I was a war for the Brits to be proud of.
RE: There are those who think it was basically a war between Britain and Germany, and Germany was an evil dictatorship run by the Kaiser. People who read back Hitler into the Kaiser, the Third Reich into the Kaiserreich—those people argue it should be celebrated by Britain as wonderful triumph for British values.
IC: Gove is conservative, but A.J.P. Taylor famously wrote something similar, and he was a leftist historian. Didn’t he essentially argue that you can read Hitler as sort of a traditional German leader?
RE: He did say that, but he also said that the First World War wasn’t anybody’s responsibility; he said it was war by timetable, by railway timetable; once the powers began to mobilise, there was no stopping it.
IC: Right, that it was almost an accident…
RE: As you say, however, it is not left vs. right. I pointed out in a piece I did for The Guardian that it was Niall Ferguson, who describes himself as right-wing, who said that Britain should not have entered the first World War. As for Michael Gove, this goes back to the fact that last year I was very prominent in the public criticism of his draft of a new school history curriculum in this country, and he was forced to withdraw it, and I don’t think he’s forgiven me for that. We can surely salute the courage of the soldiers who fought while criticizing the view that they were fighting for British democracy, liberal values and so on: they thought above all they were fighting for the Empire.
IC: There has been a ton of books on the origins of the war in the last year, and there are going to be many more. What is the best one?
RE: I still think Christopher Clark’s book is the one to beat on the origins of the war, though I think Margaret Macmillan comes fairly close to it—she is better on the longer-term origins, he has broader and deeper research on the immediate origins. I don’t think we yet have a very good book on the war itself.
IC: And overall, what is the greatest book written on the war?
RE: Robert Graves’s Goodbye to All That. That is the best book I’ve read.
IC: It’s interesting you say that because I just finished rereading Paul Fussell’s The Great War and Modern Memory, which talks a lot about Graves. Fussell’s is an amazing and beautiful book.
RE: That’s excellent as well. But these are not of course, conventional academic history books.
IC: So what’s the best conventional history?
RE: David Stephenson’s 1914-1918 is the best.  

(This interview has been edited and condensed)
Πηγή : http://www.newrepublic.com/

Κυριακή 9 Φεβρουαρίου 2014

Εφημερίδα Μακεδονία της Κυριακής - Αφιέρωμα: Στη Θεσσαλονίκη του Μεγάλου Πολέμου (1914-1918)


 







Η πρωτεύουσα της Μακεδονίας ήταν η πρωτεύουσα του Μακεδονικού Μετώπου κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο...



Κείμενα
Θεοδώρα Λειψιστινού
Βλάσης Βλασίδης
Σάββας Δεμερτζής
Σίνισα Πάβιτς
Κριστόφ Λε Ριγκολέρ
Αλεξέι Ποπόφ



Επιμέλεια αφιερώματος, εισαγωγή
Στέλιος Κούκος
skoukos@makthes.gr




Η εισαγωγή του αφιερώματος

Ο ένοπλος Μακεδονικός Αγώνας μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων επτά χρόνια μετά τη λήξη του έδωσε τη θέση του στο Μακεδονικό Μέτωπο του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ο ακήρυχτος πόλεμος και οι ανταρτικές συγκρούσεις, που είχαν χαρακτήρα κλεφτοπολέμου, μετατράπηκαν σε επίσημο πόλεμο στρατών, εθνών, αυτοκρατοριών. Έδρα του παγκόσμιου Μακεδονικού Μετώπου θα γίνει η Θεσσαλονίκη, που κι αυτή με τον ένα ή τον άλλον τρόπο ήταν πεδίο ανάπτυξης του Μακεδονικού Αγώνα και της σφοδρής και αιματηρής έριδας για την επικράτηση στον ευρύτερο χώρο της Μακεδονίας.
Ένα χρόνο μετά το τέλος και του Β’ Βαλκανικού Πολέμου, τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά στη μακεδονική γη και θα αλλάξουν ακόμη πιο πολύ με την έλευση στη Θεσσαλονίκη και την ευρύτερη περιοχή των συμμάχων της Αντάντ, δηλαδή της Entente Cordiale, της «Εγκάρδιας Συνεννόησης» (ένας εξαιρετικός τίτλος για μια πολεμική μηχανή). Και όπως καταλαβαίνετε, ως εγκάρδιοι άνθρωποι και «φίλοι γκαρδιακοί» οι Έλληνες δεν θα μπορούσαμε να ενταχθούμε παρά σ’ αυτό το στρατόπεδο - τελικά! Αφού βεβαίως πρώτα διχαστήκαμε εθνικά και δημιουργήσαμε και
δύο Ελλάδες...
Πάντως το διεθνοποιημένο πλέον Μακεδονικό Μέτωπο με πρωτεύουσά του τη Θεσσαλονίκη θα το προασπίσουν Γάλλοι, Άγγλοι, Σέρβοι, Ρώσοι, Ιταλοί, Έλληνες και πολλών άλλων χρωμάτων και φυλών στρατιώτες - όχι μόνο Δυτικοί και Ευρωπαίοι αλλά επίσης Αφρικανοί και Ασιάτες, οι οποίοι προέρχονταν από τις τότε αποικίες των Γάλλων και των Βρετανών. Η αποστολή τους βεβαίως δεν ήταν αμυντική, αφού οι δυνάμεις αυτές θα έπρεπε να προωθηθούν και να καταβάλουν τις αντίπαλες εχθρικές δυνάμεις, τις «Κεντρικές Αυτοκρατορίες» όπως ονομαζόταν ο συνασπισμός τους, στον οποίο συμμετείχαν η Αυστροουγγαρία, η Γερμανία, η Οθωμανική αυτοκρατορία και η Βουλγαρία.
Έτσι, στον χώρο αυτό του ανορθόδοξου πολέμου και των κομιτατζήδων, οι πρότερον αντάρτες Έλληνες και Βούλγαροι, αλλά και οι πρώην επικυρίαρχοι Οθωμανοί Τούρκοι, θα βρεθούν να αντιμάχονται ή και να συμπολεμούν με την οικουμένη. Ένα πολεμικό μέτωπο και πεδίο, του οποίου η έκβαση έμελλε να κριθεί μόνο με τη μεγάλη συμβολή της Ελλάδας. Βεβαίως άμα τη ομογενοποιήσει της ξανά εις κράτος ένα...
Ο ευρύτερος όμως ζωτικός χώρος του Μακεδονικού Μετώπου, και κυρίως της πρωτεύουσάς του, δηλαδή της Θεσσαλονίκης, δεν έλαβε μόνο πολεμικό και στρατιωτικό χαρακτήρα, αφού για την ευρύτερη υποστήριξη του στρατού αλλά και των λοιπόν διαβιούντων στην περιοχή έπρεπε να αναπτυχθούν και ποικίλα άλλα ειρηνικά έργα, υπηρεσίες, υποδομές. Παρόλο λοιπόν που η πόλη με την υποδοχή εκατοντάδων χιλιάδων στρατιωτών έγινε ένα απέραντο στρατόπεδο, αλλαγή είχαμε και στην καθημερινότητα και στον χαρακτήρα της, ο οποίος άλλαξε άρδην. Πλέον στην πόλη διέμενε ένα πολυεθνικό και πολύχρωμο λεφούσι. Η Θεσσαλονίκη ως ανατολική πόλη, για να παραφράσουμε τον αντίστοιχο τίτλο άρθρου του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη για την Αθήνα, έδωσε τη θέση της σε μια πόλη πολύ περισσότερο δυτική και κοσμοπολίτικη.
Αλλά και ο εκσυγχρονισμός της ρυμοτομίας της πόλης θα προκύψει εν μέσω του πολέμου αυτού από την πυρκαγιά του 1917. Εκσυγχρονισμό όμως, και σε πολύ σύντομο διάστημα, είχαμε και στις βασικές υποδομές της Θεσσαλονίκης. Γενικά η πόλη θα γεμίσει από ανθρώπους, ζωή, προσπάθεια και δημιουργία, αλλά και θάνατο. Αυτό μαρτυρούν τα στρατιωτικά κοιμητήρια που άφησε πίσω της η περίοδος αυτή.
Η πρωτεύουσα του παγκόσμιου και διεθνοποιημένου Μακεδονικού Μετώπου λίγα χρόνια μετά θα δεχθεί και θα περιθάλψει στις εγκαταστάσεις του Μεγάλου Πολέμου τον ελληνισμό της Ανατολικής Θράκης και της Ιωνίας. Θα μετατραπεί έτσι και πάλι σε πρωτεύουσα, αυτή τη φορά σε «πρωτεύουσα των προσφύγων» - για να θυμηθούμε και «το δικό μας αίμα», τον λογοτέχνη Γιώργο Ιωάννου, που το απόγευμα της άλλης Κυριακής 16 Φεβρουαρίου εγκαινιάζεται το μόνιμο πια κατάλυμα του αρχείου του στο Βαφοπούλειο. 


Οι ιστορικές μνήμες για τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο ανασύρονται από την εξαιρετική έκθεση τεκμηρίων «Στη Θεσσαλονίκη του Μεγάλου Πολέμου (1914-1918)», που πραγματοποιείται αυτόν τον καιρό στο Βαφοπούλειο Πνευματικό Κέντρο του δήμου Θεσσαλονίκης.
Πηγή: Μακεδονία
 
 

Δευτέρα 31 Οκτωβρίου 2011

O Aγώνας για την ανεξαρτησία της Ελλάδας, το επαναστατικό κύμα στα Βαλκάνια και οι γενεσιουργοί παράγοντές τους - του Θεόδωρου Μπατρακούλη


O Aγώνας για την ανεξαρτησία της Ελλάδας, το επαναστατικό κύμα στα Βαλκάνια και οι γενεσιουργοί παράγοντές τους

του Θεόδωρου Μπατρακούλη

          Ο αγώνας για την Ανεξαρτησία της Ελλάδας είχε ευρεία ιστορική σημασία. Υπήρξε η κύρια εκδήλωση στη Ν/A Ευρώπη ενός επαναστατικού κύματος που ήταν προïόν διαφόρων παραγόντων. Ως κύριοι μεταξύ τους μπορούν να αναφερθούν:
            α) Tο πολύπτυχο κίνημα αντίστασης και εθνικής αφύπνισης, κατάληξη πολύπλευρης μακραίωνης ιστορικής πορείας. Αφετηρίες αυτής της διαδικασίας ήταν το Βυζάντιο, και σημαντικοί σταθμοί της η δημιουργία «εξωκεντρικών» ελληνικών κρατών μετά το 1204, η αντίσταση του ελληνικού κόσμου (ακόμα και μέσα στις φραγκοκρατούμενες περιοχές) και η συνακόλουθη αναζωογόνηση των ελληνικών σπουδών, της τέχνης και της φιλολογίας[1]. Κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κατάκτησης και κυριαρχίας αναδύθηκε ένα πρωτότυπο ιστορικό σχήμα, από το οποίο γεννήθηκε οι έννοιες της «Eκκλησίας-κεφαλής του έθνους» και του «εθνάρχη»[2]. Κατά την περίοδο αυτή, ο ορθόδοξος κλήρος βρέθηκε επί κεφαλής ενός είδους «παθητικής αντίστασης» - η οποία κάποιες φορές έλαβε πλέον ενεργητικές μορφές - εναντίον των κατακτητών κυρίαρχων[3]. Κατά την διάρκεια της μακροχρόνιας Οθωμανικής κυριαρχίας, οι Ελληνες, όπως και οι άλλοι χριστιανικοί βαλκανικοί λαοί, διατήρησαν την ιδιαίτερη ταυτότητά τους χάρη στην Ορθόδοξη χριστιανική θρησκεία. Στη λατρεία και στη ζωή της υπό τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ορθόδοξης Εκκλησίας χρησιμοποιούνταν η ελληνική γλώσσα. Πέραν της Εκκλησίας, σημαντικοί παράγοντες της εθνικής επιβίωσης υπήρξαν οι κοινότητες[4] και η παιδεία, με όλους τους σοβαρούς περιορισμούς που επιβάλλονταν στην άσκησή της[5].

         Eκτός των καταπιέσεων των Οθωμανών, αιτία του μεταξύ αυτών και των χριστιανών χάσματος και του πόθου των τελευταίων για απελευθέρωση, και, κατά συνέπεια, γενεσιουργό παράγοντα της επανάστασης του 1821 αποτέλεσε και το πολιτικό και ιδεολογικό περιεχόμενο της Μεγάλης Ιδέας (συνείδηση της καταγωγής των Ελλήνων, η διαφορετική θρησκεία, οι διαφορές στον τρόπο ζωής και το πολιτιστικό επίπεδο, οι μακροχρόνιες προσδοκίες των υποδούλων κ.ά.)[6]. Η Μεγάλη Ιδέα απέφερε τους πρώτους καρπούς της κατά τον Αγώνα του 1821. Και μετά την δημιουργία της απόφυσης που ονομάστηκε ελληνικό κράτος (πρωτόκολλα του Λονδίνου, Φεβρουάριος 1830)[7], εξακολουθούσε να εμπνέει τους Ελληνες για τη δημιουργία μιας νέας ελληνικής αυτοκρατορίας με κέντρο την Κωνσταντινούπολη. Συναντούσε ανταπόκριση στις καρδιές όλων ανεξαιρέτως των Ελλήνων, του ελληνικού βασιλείου και των υποδούλων[8]. Αν η Μεγάλη Ιδέα ανδρώθηκε κατά το διάστημα της μακροχρόνιας δουλείας στους Οθωμανούς, την αρχή της πρέπει να την αναζητήσουμε στην περίοδο 1204-1453.  Η Ελένη Γλύκατζη-Ahrweiler έχει επισημάνει ότι η Mεγάλη Ιδέα υπήρξε μια ανάσταση του ονείρου της ανακατάληψης της Κωνσταντινούπολης, καθώς και του αντιλατινικού αισθήματος του ελληνικού λαού, η απαρχή του οποίου τοποθετείται στην Αλωση του 1204 και στην Αυτοκρατορία της Νικαίας. «Ο λόγος ενθρονισμού του αυτοκράτορα Θεoδώρου Α΄ Λασκάρεως αννάγγελλε, πράγματι, την θεμελίωση αυτής της ιδεολογίας και συνιστά εξ αυτού του γεγονότος τον πολιτικό και ιδεολογικό χάρτη της νέας Αυτοκρατορίας, ο οποίος υιοθετήθηκε απερίφραστα και ανενδοίαστα από τους Βυζαντινούς στο σύνολό τους...»[9].

         β) Ο Διαφωτισμός και η Γαλλική Επανάσταση του 1789[10]. O ελληνικός Διαφωτισμός αναπτύσσεται κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 18ου αιώνα, καθυστερημένα σε σύγκριση με την εκδήλωση και ανάπτυξη του φαινομένου στη δυτική Ευρώπη. Η εξάπλωσή του στον ελληνικό πνευματικό χώρο συμβατικά έχει διακριθεί σε τρεις περιόδους. Η προδρομική περίοδος (κύριοι εκπρόσωποι ο Ιώσηπος Μοισιόδαξ, ο Ευγένιος Βούλγαρης[11] και ο νεώτερος Νικηφόρος Θεοτόκης)[12] φέρει τη σφραγίδα της επιρροής του Βολταίρου. Η δεύτερη περίοδος χαρακτηρίζεται από την σημαντική επίδραση των Γάλλων εγκυκλοπαιδιστών (τυπικός εκπρόσωπος ο Φαναριώτης Δημήτριος Καταρτζής, 1730-1807)[13]. Η τρίτη περίοδος συνδέεται με ένα κίνημα διανοουμένων σταθερά εμπνεόμενων από τις αρχές της ελευθερίας και της ισότητας της Γαλλικής Επανάστασης, αλλά αποδοκιμάζουν τη βίαιη επιβολή τους[14]. Η Γαλλική Επανάσταση του 1789 ενίσχυσε την ανάπτυξη του ελληνικού Διαφωτισμού και φιλελευθερισμού, καθώς και των ριζοσπαστικών κινημάτων στη Ν/Α Ευρώπη. Στους χριστιανικούς λαούς των Βαλκανίων, η Γαλλική Επανάσταση και η ναπολεόντεια Αυτοκρατορία που αναδύθηκε από αυτήν, άφησαν να διαφανεί η δυνατότητα αποτίναξης του οθωμανικού ζυγού. Μετά την έκρηξη της Γαλλικής Επανάστασης, πραγματοποιήθηκαν μεγάλες ιδεολογικές ζυμώσεις στις ελληνικές κοινότητες του εξωτερικού, αλλά και στην Ελλάδα. Οι κριτικές εναντίον διαφόρων δημοκρατικών και νεοïδεατών πήραν και διαστάσεις πολεμικής[15]. Εξάλλου, ο Αδαμάντιος Κοραής[16], εκφράζοντας την αποστροφή του για τη ρωσική αυτοκρατορία - που, όπως έγραφε, δεν μπορούσε να επιβληθεί παρά «με Καλμούκους και Κοζάκους»[17] -, θεωρούσε ότι το ελληνικό έθνος έπρεπε να στηρίξει τις ελπίδες του στους δημοκρατικούς Γάλλους και μετά την παλινόρθωση στη Γαλλία, στους «Αγγλοαμερικανούς»[18], δηλαδή στους Αμερικανούς.


Αδαμάντιος Κοραής (1748-1833)

         Η δημοκρατική αρχή, που λειτούργησε ως νέο θεμέλιο για τη νομιμοποίηση της επαναστατικής εξουσίας στη Γαλλία, δημιούργησε ένα νέο σπουδαίο ζήτημα: το εγχείρημα του ορισμού του(ών) εκπροσώπου(ων) του δήμου (λαού) - πολιτική οντότητα που έμελλε στο εξής να παραγκωνίσει τον μονάρχη ως υπέρτατη εξουσία -, καθώς και της οριοθέτησης των εξουσιών και δικαιοδοσιών τους. Ο 19ος αιώνας θεωρείται και υπήρξε σε γενικές γραμμές ο αιώνας της ενδυνάμωσης της αστικής τάξης, της προόδου του φιλελευθερισμού και της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, της ανάδυσης των εργατικών κινημάτων και των σοσιαλιστικών ιδεών. Ωστόσο, μέχρι και τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ενώ η ιστορία της Βρετανίας και της Γαλλίας μπορεί να μελετηθεί κυρίως στο πλαίσιο του αστικού φιλελευθερισμού, η ιστορία μεγάλου μέρους της υπόλοιπης Ευρώπης πρέπει να εξεταστεί ως συνάρτηση ενός πολυπλοκότερου συνδυασμού των δυνάμεων του φιλελευθερισμού, του εθνικισμού και της δημιουργίας των εθνικών κρατών[19].


Ρήγας Βελεστινλής (Φεραίος) (1757-1798)

         γ) Τα δημοκρατικά ομοσπονδιακά οράματα ορισμένων επαναστατών διανοουμένων και ακτιβιστών. Μεταξύ τους εξέχουσα θέση κατείχε ο Ρήγας Βελεστινλής (πρώτος κήρυκας της συναδέλφωσης των βαλκανικών λαών)[20]. Όπως επισημαίνει ο καθηγητής Γιώργος Κοντογιώργης, η «Ελληνική Δημοκρατία» του Ρήγα στοχεύει, αφενός στην επαναστατική επίλυση του εθνικού προβλήματος και, αφετέρου στην εγκαθίδρυση ενός πολιτειακού συστήματος, που συνδυάζει τη δημοκρατική αυτοκυβέρνηση σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο και μια ολοκληρωμένη εκδοχή αντιπροσώπευσης στο πεδίο της κεντρικής πολιτείας. Το πολιτειακό σύστημα του Ρήγα προέκρινε την επανίδρυση της οικουμενικής κοσμόπολης στη βάση του έθνους-κοσμοσυστήματος, όχι τη δημιουργία ενός αυταρχικού/δεσποτικού κράτους ή έστω ενός κράτους-έθνους[21]. Kατά τον Λουκά Αξελό, υπήρξε θεμελιώδης η συμβολή του Ρήγα στη διαμόρφωση της εθνικής και κοινωνικής συνείδησης στην Ελλάδα: «στην διεύρυνση και το βάθαιμα στις σύγχρονες συνθήκες του νοήματος του δημοκρατικού πατριωτισμού, όπως αναπτύχθηκε στο πλαίσιο του Διαφωτισμού»[22]. O Γιώργος Καραμπελιάς τονίζει ότι «στη μακρά πορεία της ελληνικής παλιγγενεσίας, ο Βελεστινλής σηματοδοτεί το τέλος μιας περιόδου, κατά την οποία οι Έλληνες αναζητούσαν την ανεξαρτησία τους στηριζόμενοι πρωτίστως στη συνδρομή των ξένων, και την απαρχή μιας νέας, κατά την οποία τολμούν να διανοούνται και να προετοιμάζουν μια νέα ανεξάρτητη πολιτειακή τάξη. Και επειδή κλείνει μια περίοδο και ανοίγει μία νέα, συνιστά, την εμβληματικότερη μορφή της νεώτερης ελληνικής ιδεολογίας, εξ αιτίας ακριβώς της μοναδικής του συνθετικότητας: Συγγραφέας ρομαντικών διηγημάτων και στιχουργημάτων, έργων επιστημονικής εκλαΐκευσης και αρχαιογνωσίας, εκδότης υπέροχων χαρτών, χρησμολογικών κειμένων και βιβλίων στρατιωτικής τακτικής, συγγραφέας επαναστατικού «προγράμματος», ποιητής -λόγιος και λαϊκός-, τραγουδιστής και μουσικός, προπαντός οργανωτής και αδάμαστος επαναστάτης μέχρι τέλους...»[23]



[1] Απόστολος Βακαλόπουλος, Η πορεία του Γένους. Από το Βυζάντιο στο Νέο Ελληνισμό, Θεσσαλονίκη: Βάνιας, 1992, σ. 43 κεξ., ιδιαίτ. 54 κεξ.
[2] Βλ. Ν. Μοσχοβάκης, Το εν Ελλάδι δημόσιον δίκαιον επί Τουρκοκρατίας, Αθήναι: 1882, Eπανέκδ. Αθήνα: Καραβίας, 1η ανατύπωση 1973, 2η 1988. Σταύρoς Aνεστίδης, H Eθναρχική παράδοση της Μεγάλης Εκκλησίας και ο Μανουήλ Iω. Γεδεών, Διδακτορική Διατριβή, Τμήμα Πολιτικών Επιστημών και Δημόσιας Διοίκησης, Πανεπιστήμιο Αθηνών, 1993.   
[3] Πρβλ. Steven Runciman, The Great Church in Captivity, Cambridge: Cambridge University Press, 1968, σ. 208-225, ιδιαίτ. σ. 208-209. Βλ. και παραπάνω την αναφορά για τους κλέφτες. 
[4] Βλ. Γιώργος Κοντογιώργης, Κοινωνική δυναμική και Πολιτική αυτοδιοίκηση, Οι ελληνικές κοινότητες της τουρκοκρατίας, Αθήνα, Νέα Σύνορα, 1982, σ. 581. Nικόλαoς Πανταζόπoυλoς, Ο Ελληνικός κοινοτισμός και η Ελληνική κοινοτική παράδοση, Aθήνα: Παρουσία, 1993.
[5] Βλ. Τρύφων Ε. Ευαγγελίδης, Η Παιδεία επί Τουρκοκρατίας (Ελληνικά Σχολεία από της αλώσεως μέχρι Καποδιστρίου), Τόμοι Α΄+Β΄, Εν Αθήναις 1936, 8ο, σελ. +373 + 547, Aθήνα: Βιβλιοπ. Δ. Ν. Καραβία, 1992. Νίκος Γ. Ζαχαρόπουλος, Η παιδεία στην τουρκοκρατία, Θεσσαλονίκη: Πουρναράς, 2000. Χρυσούλα Χρ. Μότσιου, «Ὁ Ἄνθιμος Γαζῆς καὶ ἡ προσφορά του στὴν παιδεία κατὰ τὴν Τουρκοκρατία», στό: Πρακτικά Πανελληνίου Συνεδρίου, Θεσσαλοί Φιλόσοφοι, Λάρισα-Τσαρίτσανη, 1998, σσ. 323-338.
[6] Κ. Παπαρρηγόπουλος, Ιστορία του Ελληνικού Εθνους, Εκδ. Β΄, τ. Ε΄, Εν Αθήναις, 1887, σ. 693 κ. ε.
[7]Baron I. De Testa, Recueil des Traités de la Porte ottomane, Vol. II, Paris, 1865, σ. 381-387. Χ. Νικολάου, Διεθνείς πολιτικές και στρατιωτικές συνθήκες-συμφωνίες & συμβάσεις, Αθήνα, Φλώρος, 1996, σ. 94-96.
[8] Charles K. Tuckerman, The Greeks of today, New York: G. P. Putnam & Sons, 1872, σ. 125.
[9] Ελένη Γλύκατζη-Ahrweiler, Η πολιτική ιδεολογία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, Aθήνα: Aργώ, 1977, σ. 123 κ.εξ. «Η Mεγάλη Ιδέα υπήρξε μια κυρίαρχη ιδεολογία, ένας ιστός που διασφάλιζε την συνοχή, ένας καθοριστικός παράγοντας του συλλογικού υποσυνειδήτου, ένας ομολογημένος ή ανομολόγητος στόχος του μεταβυζαντινού ελληνισμού... Η κύρια μακρο-ιστορική συνθήκη της Μεγάλης Ιδέας είναι ο οικουμενικός και συνθετικός χαρακτήρας του ελληνικού πολιτισμού», γράφει ο Μελέτης Μελετόπουλος. Βλ. τα κείμενα των H. Ahrweiler, M. Μελετόπουλου, Κ. Δημαρά και άλλων στο “H Μεγάλη Ιδέα”, θεματικό αφιέρωμα της επιθεώρησης Nέα Κοινωνιολογία, Αριθ. 21, άνοιξη 1996, Aθήνα. Βλ. επίσης Κ. Θ. Δημαράς, Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, Aθήνα, 1986. Κ. Δημαράς, Ελληνικός Ρομαντισμός, Aθήνα: 1982. Κ. Σάθας, Mεσαιωνική Bιβλιοθήκη, Τόμ. Α΄, σ. 106 κ. εξ.
[10] Βλ. Constantin Dimaras, La Grèce au temps de Lumières, Genève: Droz, 1969. Πασχάλης Kιτρομηλίδης, Η Γαλλική επανάσταση και η Νοτιοανατολική Ευρώπη, Aθήνα: Διάττων, 1990 (πρόσφατη έκδοση, Aθήνα: Πορεία, 2000).
[11] Π. Κιτρομηλίδης, Νεοελληνικός Διαφωτισμός, 1999, όπ. π., σ. 49, 52-66, 75-76, 178-188, 192-197, 225-226, 526-530, 551-555, κ. α.
[12] Βλ. Gregory L. Bruess, Religion, Identity and Empire. A Greek Archbishop in the Russia of Catherine the Great, Boulder, 1997. Gregory Bruess, «Νεοελληνικός Διαφωτισμός στη Νότια Ρωσία», 2008, Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Εύξεινος Πόντος, Mετάφρ. Χαρά Ροβίθη, URL: <http://www.ehw.gr/l.aspx?id=11538>
[13] Π. Κιτρομηλίδης, Νεοελληνικός Διαφωτισμός, 1999, όπ. π., σ. 76, 198, 202-220, 245, 312, 556-557, κ. α.
[14] Ν. Ψημμένος (ανθολ./εισαγ./σχόλια), Η ελληνική φιλοσοφία από το 1453 ως το 1821, Αθήνα: Γνώση, 1989, Τόμος Β΄. Κρίτων Χρυσοχοίδης, «Ο Ελληνισμός υπό την τουρκική κυριαρχία Επιβίωση και Αναγέννηση», Ελληνική Ιστορία, Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών/Η Καθημερινή, 2010, Τόμος 5, σ. 27.
[15] Γ.  Κορδάτος, Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας, όπ. π., χ. χ,, Τόμος 9, σ. 306 κ. εξ. Γεώργιος Σταμ. Λάιος, «Ο Αθανάσιος Ψαλλίδας αντιδημοκράτης. 1793. Ανέκδοτα δοκουμέντα από το αρχείον της Βιέννης», Ηπειρωτική Εστία, 59 (1957), σ. 214-224.
[16] Ο Αδαμάντιος Κοραής γεννήθηκε το 1748 στη Σμύρνη και πέθανε το 1833 στο Παρίσι. Είχε αποφασιστική συμβολή στη διαμόρφωση του κινήματος του Νεοελληνικού Διαφωτισμού. Η απόπειρά του να ασχοληθεί με το εμπόριο (επιθυμία της οικογένειάς του) απέτυχε και έτσι το 1777 εγκατέλειψε το Άμστερνταμ και επέστρεψε στην Σμύρνη, απ' όπου έφυγε ξανά το 1782, για ιατρικές σπουδές στο Μονπελιέ. Από το Παρίσι, όπου εγκαταστάθηκε, επιδίωξε την πνευματική αφύπνιση των υποδούλων Ελλήνων με το εκδοτικό και εν γένει συγγραφικό του έργο. Βλ.  Θεοδόσιος Γ. Κοκκαλιάδης / Γεώργιος Π. Μουτάφης, Ο Αδαμάντιος Κοραής περί πολιτείας και δικαίου, Ἐν Χίῳ: Ἐκ τοῦ Τυπογραφεῖου Ἐλευθερίας, 1935. Α. Β. Δασκαλάκης, Ο Α. Κοραής και η ελευθερία των Ελλήνων, Αθήνα: 1965. Κ. Θ. Δημαράς, «Το σχήμα του Διαφωτισμού», Ελληνικός Διαφωτισμός, Αθήνα: Ερμής, 19802, σ. 23-120. Κ. Θ. Δημαράς, «Ο Κοραής και η εποχή του», στο Ελληνικός Διαφωτισμός, Αθήνα: Ερμής, 19802, σ. 301-390. Γεώργιος Δ. Μεταλληνός, «Ὁ Ἀδαμάντιος Κοραῆς καὶ ἡ ὀρθοδοξία», στό: Παράδοση και αλλοτρίωση, Ἀθήνα, Δόμος, 1986, σσ. 149-190. Ανδρέας Μάμουκας, Αδαμάντιος Κοραής: Βίος και έργα, Αθήνα: ΜΙΕΤ, 1999.
[17] Α. Β. Δασκαλάκης, Ο Α. Κοραής και η ελευθερία των Ελλήνων, Αθήνα: 1965, σ. 187-188, 190.
[18] Α. Β. Δασκαλάκης, Ο Α. Κοραής και η ελευθερία των …, 1965, όπ. π., σ. 491-492.
[19] Βλ. Ε. Μ. Βurns, Ευρωπαϊκή ιστορία: Εισαγωγή στην ιστορία και τον πολιτισμό της νεότερης Ευρώπης, Θεσσαλονίκη: Παρατηρητής, 1983, Τόμος Β΄, σ. 117 κεξ.
[20] Αναφορικά με τον Ρήγα Βελεστινλή και το ιστορικό συγκείμενo της εποχής του: Ε. Legrand-Lambrou, Aνέκδοτα Εργα περί Ρήγα Βελεστινλή, Aθήνα: 1891. Γ. Kορδάτος, O Rήγας Φεραίος και η Βαλκανική Ομοσπονδία, Αθήνα: Eπικαιρότητα, 1983. Φ. Mιχαλόπουλος, Ρήγας ο Βελεστινλής, Θεσσαλικά Χρονικά, Τόμ. 1 (1930), σ. 35. Λ. Αξελός, Ρήγας Βελεστινλής-Σταθμοί και όρια στην διαμόρφωση της εθνικής και κοινωνικής συνείδησης στην Ελλάδα, Αθήνα: Στοχαστής, 2003. Γ. Κοντογιώργης, Η Ελληνική Δημοκρατία του Ρήγα Βελεστινλή, Αθήνα: Παρουσία, 2008.
[21] Γ. Κοντογιώργης, Η Ελληνική Δημοκρατία του Ρήγα Βελεστινλή, Αθήνα: Παρουσία, 2008.
[22] Λουκάς Αξελός, Ρήγας Βελεστινλής-Σταθμοί και όρια στην διαμόρφωση της εθνικής και κοινωνικής συνείδησης στην Ελλάδα, Αθήνα: Στοχαστής, 2003, σ. 27.
[23] Γιώργος Καραμπελιάς, Η ανολοκλήρωτη επανάσταση του Ρήγα Βελεστινλή, Αθήνα Εναλλακτικές Εκδόσεις, Μάιος 2011.