29η
Μαίου 1453: Ημέρα μνήμης για τους Ελληνες και τους Ευρωπαίους*
Η 29η Μαίου θεωρείται αποφράδα ημέρα για
τον Ελληνισμό. Επέτειος της δεύτερης Αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως. Η
ονειρεμένη και αξιοζήλευτη Πόλη, η «Βασιλίς
των πόλεων» εάλω το 1453 από τους Οθωμανούς Τούρκους με επικεφαλής τον
σουλτάνο Μωάμεθ Β’ Φατίχ (Πορθητή). Ομως η Κωνσταντινούπολη
ποτέ δεν έσβησε από τις καρδιές των απανταχού Ελλήνων. Και η 29η
Μαίου συνιστά μέρα μνήμης και προβληματισμού για τους Ελληνες αλλά και για τους
Ευρωπαίους. Η ιστορία της Κωνσταντινουπόλεως αποτελεί
θεμελιώδους σημασίας μέρος της πολύπτυχης ιστορίας της Μεσαιωνικής Ελληνικής
Αυτοκρατορίας, τόσο των περιόδων της ακμής της όσο και των φάσεων της παρακμής
της.
Η Βυζαντινή (Ελληνορωμαïκή) αυτοκρατορία απορρόφησε τους Σλάβους, των
οποίων η εγκατάσταση μετά τις επιδρομές τους
του 7ου αιώνα αποτέλεσε μια σημαντική δημογραφική ενίσχυση των
πληθυσμών της Χερσονήσου του Αίμου. Ο Λέων ΣΤ΄ ο Σοφός (β. 886-912) αναφέρει
χαρακτηριστικά στα «Βασιλικά» ότι ο πατέρας του, ο Βασίλειος Α΄ ο Μακεδών (β. 867-886)
είχε εξελληνίσει τους ανυπότακτους Σλάβους των βαλκανικών Σκλαβηνιών σε τέτοιο
βαθμό «ώστε να θεωρούν πλέον τους εχθρούς των Ρωμαίων δικούς
τους εχθρούς». Ωστόσο, το Βυζάντιο αναγκάστηκε και στους μεταγενέστερους χρόνους να διεξαγαγάγει πολέμους εναντίον
ορθόδοξων και σλαβικών λαών. Ο τσάρος των Βουλγάρων Συμεών απέκτησε μεγάλη
ισχύ, πολιόρκησε την Κωνσταντινούπολη (913), κατέλαβε την Αδριανούπολη και
προέλασε μέχρι την Κόρινθο (918).
Για να εξουδετερώσουν αυτόν τον ιδιαίτερα επικίνδυνο αντίπαλο, οι Βυζαντινοί
χρειάστηκε να προκαλέσουν την σύγκρουσή του με τους Κροάτες και τους Σέρβους,
υπάγοντας οριστικά τους δύο αυτούς λαούς στην αυτοκρατορική τροχιά. Ο Ιωάννης
Τσιμισκής, μετά τη νίκη του επί του Ρώσου πρίγκιπα του Κιέβου Σβιατοσλάβου Α΄,
επωφελούμενος από την εσωτερική αναταραχή στη Βουλγαρία, προσάρτησε τη χώρα το
972. Η τελευταία πράξη αυτής της περιόδου στην αναμέτρηση Βυζαντινών και
Βουλγάρων παίχθηκε κατά την βασιλεία του Βασιλείου Β΄.
Οπωσδήποτε, οι Σλάβοι της Ν/Α Ευρώπης θεωρήθηκαν και έγιναν σε σημαντική έκταση
μαχητές της «Ορθοδοξίας».
Πότε εμφανίστηκε ως γεωπολιτική-γεωπολιτισμική έννοια η «Νοτιο-ανατολική Ευρώπη», ο χώρος που ονομάζεται συχνά και «Βαλκάνια» (Βαλκανική Χερσόνησος); Αφετηρία γιά ορισμένους
ιστορικούς ήταν ο 5ος αιώνας μ.Χ., και σύμφωνα με άλλους το Σχίσμα
των χριστιανικών Εκκλησιών του 1054. Στους μεταξύ των δύο αυτών ορίων χρόνους,
η πολιτική και οικονομική ενότητα της υπό εξέταση ευρείας περιοχής είχε
εξασφαλισθεί από την αυτοκρατορική εξουσία, καθώς και από αυτό που επικράτησε
να ονομάζεται «Βυζαντινός πολιτισμός». Ενας τομέας που είναι δυνατό να θεωρηθεί ως χαρακτηριστικό παράδειγμα
αυτής της οικονομικής/πολιτιστικής κοινότητας των λαών της Βαλκανικής, υπήρξε
το δίκαιο των ιδιωτικών σχέσεων των Ορθοδόξων Χριστιανών υπηκόων των Οθωμανών
σουλτάνων. Μετά το 1453, το βυζαντινό (ελληνορωμαïκό) ιδιωτικό δίκαιο παρέμεινε
σε ισχύ - κατ’αρχάς χάρη στα δικαστικά προνόμια του κλήρου. Σε μεταγενέστερο
χρόνο, οι οθωμανικές αρχές αναγνώρισαν δικαστική αρμοδιότητα και στις κοσμικές
αρχές των ελληνικών κοινοτήτων καθώς και σε επαγγελματικές συντεχνίες.
Από το 1000 μέχρι τα τέλη
του 12ου αιώνα έλαβε χώρα μια ουσιώδης αλλαγή του τύπου εμπορίας και
συνακόλουθα της αστικής ζωής στη Δυτική Ευρώπη. Σημειώθηκε διάνοιξη εμπορικών
δρόμων από την Ανατολή προς την Ιταλία και από την τελευταία προς τις δυτικότερες
περιοχές της Ευρώπης. Οι «Σταυροφορίες», οι οποίες βασίστηκαν στη ναυτική δύναμη των ιταλικών πόλεων-κρατών,
εγκαινίασαν μια νέα φάση στο (δυτικο)ευρωπαïκό εμπόριο. Οι Ιταλοί έγιναν οι
κυρίαρχοι θαλασσοπόροι της Ανατολικής Μεσογείου, εκτοπίζοντας τους
Ελληνορωμαίους και τους Αραβες.
Οι αντιπαραθέσεις μεταξύ Λατίνων (Δυτικών) Ρωμαιοκαθολικών
και Ελληνορωμαίων (Ανατολικών) Ορθοδόξων πήραν μεγαλύτερη ένταση και έκταση με
το μεγάλο σχίσμα του 1054. Ο χριστιανικός κόσμος διαιρέθηκε σε
δύο παρατάξεις, με επικεφαλής της κάθε μιας τον Πάπα της Ρώμης και τον
Οικουμενικό Πατριάρχη της Κωνσταντινουπόλεως. Την εν λόγω εποχή, η Ανατολική
Ρωμαïκή αυτοκρατορία είχε ήδη πλήρως εξελληνισθεί. Η ελληνική γλώσσα άρχισε σταδιακά να επικρατεί από τον 7ο αιώνα
(την εποχή του Ηρακλείου και των διαδόχων του). Η διαμάχη που αναπτύχθηκε
μεταξύ Ρωμαιοκαθολικών και Ελληνορθοδόξων ήταν και πολιτικού και πολιτισμικού
χαρακτήρα. Ηταν μια άλλη εκδοχή της παλαιάς διαμάχης μεταξύ Ρώμης και Αθήνας,
μεταξύ της Λατινικής Δύσης και της Ελληνικής Ανατολής. Η αμοιβαία
αντιπάθεια και εχθρότητα θα κορυφωθεί το 1204, όταν η Δ΄ Σταυροφορία, που
υποκινούνταν για εμπορικούς-γεωοικονομικούς λόγους από τους Ενετούς, εκτρέπεται
του προορισμού της και, οι Σταυροφόροι, αντί των Ιεροσολύμων, καταλαμβάνουν και
λεηλατούν την Κωνσταντινούπολη. Το μίσος των
Λατίνων τους ώθησε τότε σε πράξεις ασύλληπτης βαρβαρότητας εναντίον των
Ελληνορθοδόξων.
Μετά την πρώτη Αλωση της Κωνσταντινούπολης το 1204, η Βυζαντινή
Αυτοκρατορία κατακερματίστηκε σε ανεξάρτητα λατινικά και ελληνικά κράτη. Η
Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βενετίας στερέωσε τη ναυτική πρωτοκαθεδρία και την
εμπορική ηγεμονία, που είχε εγκαθιδρύσει στην Αδριατική θάλασσα, στα εδάφη της
Ανατολικής Ρωμαïκής αυτοκρατορίας και στην Ανατολική Μεσόγειο. Οι πόλεις της
Βορείου Ιταλίας (προπάντων η Βενετία και, σε μικρότερη έκταση, η ανταγωνίστριά της Γένουα) και της Γερμανίας
κέρδισαν περισσότερα και για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από την επεκτατική
πολιτική της Δύσης στην Ανατολική και Νοτιοανατολική Ευρώπη και στην Ανατολική
Μεσόγειο. Το ισχυρότερο από τα Βυζαντινά κράτη, η αυτοκρατορία της Νικαίας, και
μετά την ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης (1261), δεν έπαυσε να είναι ένα
εδαφικά συρρικνωμένο κράτος, πολιτικά αδύναμο και οικονομικά εξαρτημένο. Είχε
καταντήσει σκιά της παλιάς κραταιάς αυτοκρατορίας. Και μετά την ανακατάληψη της
Κωνσταντινούπολης από τις δυνάμεις του κράτους της Νίκαιας, τα περισσότερα
εδάφη της αυτοκρατορίας ανήκαν πλέον στα ανεξάρτητα βασίλεια των Βουλγάρων και
των Σέρβων, στους Ενετούς, στους Γενουάτες και στους Οθωμανούς Τούρκους. Οι
τελευταίοι, οι νέοι κατακτητές προερχόμενοι από τον κόσμο των στεπών - που
πάτησαν για πρώτη φορά στην Ευρώπη το 1308 -, έμελλαν να δημιουργήσουν μια
μεγάλη και μακρόβια αυτοκρατορία, η οποία στην Ευρώπη θα περιλάμβανε όλη τη
Βαλκανική.
Ο ιστορικός Γιάνης Κορδάτος έγραφε σε
μονογραφία του: «Στις
29 του Μάη στα 1453, που η ξακουστή πρωτεύουσα του Βυζαντίου έπεσε στα χέρια
των Τούρκων, από τη μια μεριά οι βυζαντινοί φεουδάρχες άλλαζαν κυρίαρχο και από
την άλλη, τελείωνε η πάλη που άρχισε ανάμεσα σ’Ανατολή και Δύση - ανάμεσα σε
Τούρκους και Φράγκους - για την επικράτηση και την κατοχή της Βαλκανικής που
ήταν ο δ ρ ό μ ο ς που περνούσαν τα καραβάνια των πραγματευτάδων από την Ευρώπη
στην Ασία…».
Μετά την Αλωση της Κωνσταντινουπόλεως από τους Τούρκους, η χαρά των Δυτικών
ήταν πολύ προσωρινή. «Γιατί αμέσως οι Φράγκοι είδαν έκπληκτοι ότι οι Τούρκοι
θεωρούσαν εχθρούς εξίσου όσους λάτρευαν τον Χριστό και όσους ασπάζονταν τα
σανδάλια του διαδόχου του Αποστόλου Πέτρου (του πάπα δηλαδή). Ο Ισίδωρος ο
Πελοποννήσιος, ο Βησσαρίων ο Τραπεζούντιος, ο Ανδρόνικος ο Θεσσαλονικεύς, και
άλλοι διέτρεχαν την Ευρώπη κηρύττοντας τον ιερό πόλεμο».
Εξάλλου, στο Αιγαίο Πέλαγος, μεταξύ 1456 και 1458, διεξάχθηκαν ναυτικές
επιχειρήσεις από τον στόλο της Αγίας Εδρας, οι οποίες γέννησαν ελπίδα στους
παρόχθιους χριστιανικούς πληθυσμούς. Αυτοί επωφελήθηκαν για να απευθύνουν μια
έκκληση στον Μεγάλο Μάγιστρο του Τάγματος των Οσπιταλιέρων του Αγίου Ιωάννη της
Ιερουσαλήμ και στον πάπα Κάλλιστο Γ΄. Ο κεφαλικός φόρος (cizye)
εμφανίζεται ως το κύριο επιχείρημα που δικαιολογεί την εχθρότητά τους έναντι
των Τούρκων.
Υπήρξαν στιγμές που στην Ευρώπη άρχισαν να οργανώνονται νέες σταυροφορίες - με
αφετηρία την άνοδο στον παπικό θρόνο του Πίου Β΄ (1458-1464) -,
και οι θρησκευτικές διαιρέσεις ανάμεσα στους Χριστιανούς μπήκαν σε δεύτερη
μοίρα ή και αποσιωπήθηκαν - τουλάχιστον σε επίπεδο μιας σημαντικής μερίδας
Ελλήνων διανοητών, οι οποίοι κατέφευγαν στη ρωμαιοκαθολική Δύση καθώς και
ηγεμόνων δυτικοευρωπαϊκών κρατών. Ο άγνωστος συγγραφέας στην 1045 στίχων «Αλωσι
Κωνσταντινουπόλεως» - άλλοτε αποδιδόταν στον λαϊκό Ρόδιο ποιητή Εμμανουήλ
Γεωργιλά - απεικόνισε παραστατικά το πνεύμα που επικρατούσε τότε στους στίχους
του. Επέκρινε τους Βυζαντινούς, διότι «τρία πράγματα εχάλασαν την Ρωμανίαν
όλην: ο φθόνος, η φιλαργυρία και η κενή ελπίδα», αλλά και τους Δυτικούς για την
αδιαφορία τους.
Και δεν παρέλειπε να προτρέψει τη Δύση να συνασπιστεί για να εκδιωχτούν οι
Τούρκοι και να απελευθερωθεί η Κωνσταντινούπολη, γιατί δεν ήταν μόνον
οικονομικό κέντρο αλλά είχε και θέση σπουδαία στρατηγική θέση:
«η Πόλις ήτον το σπαθί, η Πόλις το κοντάρι
η Πόλις ήτο το κλειδί της
Ρωμανίας όλης
κ’εκλείδωνε κ’ασφάλιζεν όλη
την Ρωμανίαν
κ’όλο το Αρχιπέλαγος
εσφικτοκλείδωνέτο».
Αλλά και πέραν των θρηνωδιών και των
παραπόνων των Βυζαντινών Ελλήνων και ορισμένοι ηγεμόνες της Δύσης κατηγόρησαν
τον τότε πάπα Νικόλαο Ε΄ ότι από κακεντρέχεια αμέλησε να αποτρέψει την Αλωση.
Κάποιοι (ο Φίλιππος ο Καλός, δούκας της Βουργουνδίας, και ο αυτοκράτορας της
Γερμανίας Φρειδερίκος ο Γ΄) έσπευσαν να συναντηθούν και συσκέφτηκαν σχετικά με
το εγχείρημα της ανάκτησης της Κωνσταντινούπολης. Όμως, οι προθέσεις του δεν
τελεσφόρησαν «από ελεεινές μικροφιλοτιμίες», όπως σημειώνει ο Σάθας,
παραπέμποντας στον Γάλλο συγγραφέα Charrière. Την επαύριον της Αλωσης, ο
μέγας μάγιστρος του Τάγματος του Αγίου Ιωάννη της Ιερουσαλήμ που έδρευε στη
Ρόδο Ιωάννης ο Λαστίκ έστειλε επιστολές προς όλους τους χριστιανούς ηγεμόνες,
στις οποίες τους εξόρκιζε να συστρατευθούν «για να εκδικηθούν για το αίμα που
χύθηκε στην Κωνσταντινούπολη εξαιτίας των Τούρκων, και για τη σωτηρία της
Ρόδου, του ισχυρότατου αυτού προμαχώνα της χριστιανικής πολιτείας».
Ωστόσο, ο πάπας Νικόλαος Ε΄ δεν έδειξε καμμιά προθυμία να υποκινήσει την
επιθυμητή σταυροφορία.
Η ονειρεμένη, άλλοτε κοσμοκράτειρα και
αλησμόνητη Πόλη – κύρια εστία της χριστιανοσύνης και
του Μεσαιωνικού ελληνισμού, κέντρο ενός πολιτισμού οικουμενικής
ακτινοβολίας - πέρασε στις 29 Μαίου 1453 υπό
τον έλεγχο των Οθωμανών. Οι Ελληνες, αλλά και οι άλλοι Ευρωπαίοι, οφείλουν να
θυμούνται και να αντλούν διδάγματα από την πολύπτυχη ιστορία της Μεσαιωνικής
Ελληνικής Αυτοκρατορίας και την πτώση της. Περισσότερο σήμερα που ο Ελληνισμός
πορεύεται γοργά προς μια «μετανεωτερικότητα», χαρακτηριστικά της οποίας είναι η
αποκοπή από τις ρίζες, η εθνοαποδόμηση και η άκριτη αποδοχή τρόπου σκέψεως και
ζωής που επιδιώκουν να επιβάλλουν τα ιδεολογικά κέντρα της νεοαποικιοκρατικής «παγκοσμιοποίησης».
Θεόδωρος Σ. Μπατρακούλης
Δρ Πανεπιστημίου
Paris
8, Νομικός
* Το παρόν άρθρο
δημοσιεύτηκε σε πρώτη μορφή (και πιο σύντομο) στο ηλεκτρονικό περιοδικό
Αντίβαρο, Ιούνιος 2007, http://palio.antibaro.gr/national/ mpatrakoulhs_29maiou.php
Πρβλ. Serge Bernstein / Pierre Milza, Iστορία της Ευρώπης. 1. Από τη
Ρωμαïκή Αυτοκρατορία στα Ευρωπαïκά Κράτη, (1997), όπ. π., σ. 73.
Πρβλ. Alain Ducellier, Byzance
et le monde orthodoxe, Paris: Armand Collin, 1986.
Ντιμίτρι Oμπολένσκι, H Bυζαντινή
Κοινοπολιτεία, Θεσσαλονίκη: Βάνιας, 1991, 2 τόμοι.