ΚΥΠΡΙΑΚΟ: Εγκλωβισμένη σε «θανάσιμα» διλήμματα η Λευκωσία
ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΜΕΛΕΤΗ
Τον εγκλωβισμό της σε ένα επώδυνο και ιδιαίτερα αρνητικό για τα συμφέροντα του ελληνισμού αδιέξοδο αρχίζει τώρα να διαπιστώνει η κυπριακή κυβέρνηση, η οποία για μήνες επέμενε να παραβλέπει τα σαφή μηνύματα που έρχονταν από τη διεθνή κοινότητα και την Άγκυρα, αλλά και από την τουρκοκυπριακή κοινότητα.
Ήδη το κλίμα το όποιο διαμορφώνεται με πρωτοβουλία και του ίδιου του μεσολαβητή των Ηνωμένων Εθνών Αλεξάντερ Ντάουνερ είναι ότι θα πρέπει να βρεθεί λύση μέχρι το τέλος του χρόνου, διαφορετικά θα πρέπει να υπάρξει μια τελική και τελευταία προσπάθεια για λύση μέσω διεθνούς διάσκεψης, όπου, φυσικά, θα επιχειρηθεί η εξίσωση της Κυπριακής Δημοκρατίας με την τουρκοκυπριακή κοινότητα.
Όσο ξεκαθαρίζει η διαδικαστική αυτή μεθόδευση των διεθνών μεσολαβητών, γίνεται ολοένα και πιο σαφής η πρόθεση να «τελειώνει» η διεθνής κοινότητα με το Κυπριακό είτε με συμφωνημένη λύση είτε με εγκατάλειψη πια των προσπαθειών επίλυσής του.
Ήδη η Τουρκία και η τουρκοκυπριακή πλευρά κινούνται σε δύο κατευθύνσεις: επιχειρούν να πείσουν ότι ο κ. Έρογλου συμμετέχει κανονικά και με «καλή διάθεση» στις συνομιλίες με τον κ. Χριστόφια, συγχρόνως όμως προετοιμάζει το έδαφος για το «Σχέδιο Β», δηλαδή τη δρομολόγηση της αναβάθμισης και διεθνούς αναγνώρισης τελικά των Κατεχομένων, αφού διαπιστωθεί και σε επίπεδο ΟΗΕ η αδυναμία εξεύρεσης συμφωνημένης λύσης στο Κυπριακό.
Η κυπριακή κυβέρνηση και ο ίδιος ο πρόεδρος Δημήτρης Χριστόφιας δεν μπόρεσαν να «διαβάσουν» τα συνεχή μηνύματα που έφταναν από παντού και έτσι αυτοεγκλωβίστηκαν σε αυτό που αρχίζει να ξεπροβάλλει ως «θανάσιμο αδιέξοδο» για το Κυπριακό.
Έχοντας επενδύσει σε μια αφελή αντίληψη περί «προσωπικής αύρας» και «ιδεολογικής συγγένειας», ο κ. Χριστόφιας προσέφερε τους τελευταίους μήνες την έξωθεν καλή μαρτυρία στην τουρκοκυπριακή πλευρά και αποδέχτηκε μια μορφή διαδικασίας όπου ο ίδιος προχώρησε σε σημαντικές υποχωρήσεις κυρίως σε ό,τι αφορά στο Κεφάλαιο της Διακυβέρνησης (εκ περιτροπής προεδρία, με στάθμιση ψήφων των Ελληνοκυπρίων στην εκλογή του Τουρκοκύπριου αντιπροέδρου – προέδρου) για να στηρίξει υποτίθεται προεκλογικά τον κ. Ταλάτ, χωρίς να «εισπράξει» απολύτως τίποτα στα άλλα Κεφάλαια που αφορούν άμεσα την ελληνοκυπριακή πλευρά.
Στο τραπέζι και το Περιουσιακό
Στο τραπέζι των συνομιλιών βρίσκεται τώρα το Περιουσιακό, το όποιο αποτελεί κρίσιμο Κεφάλαιο για τους Ελληνοκύπριους, όπου η τουρκοκυπριακή πλευρά επιμένει στις διχοτομικές θέσεις της και προδιαγράφει τη στάση που θα κρατήσει και στο εδαφικό και στο θέμα των εποίκων.
Η ελληνοκυπριακή πλευρά τείνει να απολέσει ένα από τα ελάχιστα κίνητρα τα οποία θα μπορούσαν να εξωραΐσουν την όποια λύση και να την καταστήσουν –έστω και απρόθυμα– αποδεκτή από τους Ελληνοκύπριους σε ένα δημοψήφισμα.
Η τουρκοκυπριακή πλευρά επιμένει ότι τον πρώτο λόγο για τις περιουσίες πρέπει να έχουν οι «σημερινοί χρήστες» και ότι το πρόβλημα θα λυθεί με «αποζημιώσεις και ανταλλαγή» και μόνο ως ύστατη επιλογή θα προβλέπεται η επιλογή της επιστροφής της περιουσίας.
Ο κ. Έρογλου, μάλιστα, επιδιώκει να εκμεταλλευτεί και τις αντιφατικές αποφάσεις του ΕΔΑΔ των τελευταίων μηνών, όπου πρακτικά νομιμοποιούν την παράνομη επιτροπή αποζημιώσεων στα Κατεχόμενα, αλλά και «νεκρώνουν» το απόλυτο δικαίωμα στην περιουσία και των κληρονομικών δικαιωμάτων στις καταπατημένες περιουσίες.
Ο κ. Χριστόφιας που προβάλλει την ελληνοκυπριακή θέση, να έχει πρώτο λόγο στην περιουσία ο νόμιμος κάτοχός της, γνωρίζει ότι πολλά θα εξαρτηθούν και από τις εδαφικές ρυθμίσεις και κυρίως από το πόσο ισχυρή θα είναι η (διχοτομική) διζωνικότητα που επιδιώκει η τουρκική πλευρά.
Η επιστροφή Ελληνοκυπρίων στις περιουσίες τους θα είναι πιο «απλή» στις περιοχές που θα επιστραφούν υπό ελληνοκυπριακή διοίκηση, ενώ σε περιοχές που θα παραμείνουν υπό την τουρκοκυπριακή διοίκηση και με πρότυπο τις προβλέψεις του Σχεδίου Ανάν –και των περιορισμών στις ελληνοκυπριακές ιδιοκτησίες στο τουρκοκυπριακό συνιστών κρατίδιο– θα είναι ιδιαίτερα δύσκολη η επιστροφή των περιουσιών.
Μεγάλο πρόβλημα συνιστά και η καταπάτηση ελληνοκυπριακών περιουσιών από εποίκους, καθώς η τουρκοκυπριακή πλευρά επιδιώκει να τους εντάξει στη μεγάλη πλειοψηφία τους στις ενδεχόμενες μελλοντικές ρυθμίσεις για τις περιουσίες (αποζημίωση, ανταλλαγή κ.λπ.), οδηγώντας ουσιαστικά στη νομιμοποίηση σχεδόν όλων των εποίκων που ακόμη και σήμερα συνεχίζουν να φτάνουν με αμείωτο ρυθμό από την Τουρκία.
Μονόδρομος
Αφελώς ασχολούνται τώρα στη Λευκωσία με το blame game, το οποίο με την τροπή που τείνει να πάρει η διαδικασία δεν έχει σχεδόν κανένα νόημα. Η τουρκοκυπριακή πλευρά θα παραμένει στο τραπέζι των συνομιλιών, ο κ. Έρογλου θα προβάλλει τις προτάσεις του, τις οποίες δεν θα είναι σε θέση να αποδεχτεί η κυπριακή κυβέρνηση, που, παγιδευμένη στην εικόνα της «τελευταίας ευκαιρίας» στην οποία και η ίδια συνέβαλε, θα βρίσκεται στη δυσάρεστη θέση να πρέπει να συντηρεί τη διαδικασία με νέες παραχωρήσεις.
Έχοντας αφήσει τη διαδικασία να κινηθεί σε πλαίσιο που ευνοεί τις τουρκικές επιδιώξεις –με την ιδεοληπτική στήριξη στον κ. Ταλάτ και το συνεπακόλουθο εξωραϊσμό της Άγκυρας–, η επίρριψη ευθυνών σε ενδεχόμενο αδιέξοδο αφορά δυστυχώς μόνο τη Λευκωσία, η οποία έχει «κόκκινες γραμμές» που δεν μπορούν πρακτικά και ουσιαστικά να υπερπηδηθούν.
Το νέο εκβιαστικό δίλημμα το όποιο στήνεται εις βάρος του κυπριακού ελληνισμού είναι είτε η αποδοχή της διαμεσολάβησης των Ηνωμένων Εθνών –θα είναι δυσμενέστερη από εκείνη του Σχεδίου Ανάν–, και μάλιστα στο πλαίσιο μιας Διεθνούς Διάσκεψης όπου οι συμμετέχοντες θα αποφασίζουν και για τις εσωτερικές πτυχές του Κυπριακού, είτε η απόρριψη αυτής της εκβιαστικής επιβολής λύσης, που θα δρομολογήσει αναπόφευκτα στην ενεργοποίηση του «Σχεδίου Β» της Άγκυρας και των μεσολαβητών για αναγνώριση του ψευδοκράτους ή έστω αναβάθμιση του status του. Μια μορφή, δηλαδή, «νομιμοποίησης» της de facto διχοτόμησης, την οποία πια δεν θα έχει τη δυνατότητα ούτε καν να διαπραγματευτεί η κυπριακή κυβέρνηση, ώστε να εξασφαλίσει κάποια στοιχειώδη εδαφικά ανταλλάγματα…
Το πιο ανησυχητικό όμως είναι ότι η μεν Λευκωσία δείχνει τώρα να αντιλαμβάνεται την «παγίδα» που στήνεται και να μην έχει εναλλακτικό σχέδιο, ενώ η Αθήνα απλώς παρακολουθεί την ελληνοκυπριακή πλευρά να βαδίζει ως πρόβατο επί σφαγή σε μια πολύ πιο επικίνδυνη επανάληψη του σκηνικού της Νέας Υόρκης το Φεβρουάριο του 2003, όταν με σύμφωνη γνώμη της κυβέρνησης Σημίτη δρομολογήθηκε υπό αφόρητες πιέσεις η διαδικασία του Μπούργκενστοκ και των δημοψηφισμάτων για το Σχέδιο Ανάν…
από τον ιστότοπο http://m-epikaira.gr/2010/07/κυπριακο-εγκλωβισμένη-σε-«θανάσιμα»
ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΜΕ ΕΜΦΑΣΗ ΣΕ ΘΕΜΑΤΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ, ΔΙΕΘΝΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ, ΕΞΩΤΕΡΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ, ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΚΑΙ ΑΜΥΝΑΣ
Σάββατο 24 Ιουλίου 2010
«Βουλιάζει» η μετοχή της ΒΡ - ΤΗΣ ΑΛΙΚΗΣ ΚΟΤΖΙΑ
«Βουλιάζει» η μετοχή της ΒΡ
ΤΗΣ ΑΛΙΚΗΣ ΚΟΤΖΙΑ
«Πνίγεται» ο Ομπάμα στο πετρέλαιο
O πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα γίνεται έξαλλος από οργή και μόνο στο άκουσμα της λέξης «ΒΡ». Αυτό είναι πρωτόγνωρο για τον Αμερικανό πρόεδρο που φημίζεται για τον αυτοέλεγχο και την ψυχραιμία του. Καθώς η πετρελαιοκηλίδα διευρύνεται στον Κόλπο του Μεξικού, η ένταση στο κυβερνητικό επιτελείο του Λευκού Οίκου ανεβαίνει και η μετοχή της βρετανικής πετρελαιοβιομηχανίας British Petroleum (BP) πέφτει. Η ΒΡ δεν αποκλείεται να αντιμετωπίσει το ενδεχόμενο της επιθετικής εξαγοράς, της διάσπασής της σε δύο εταιρείες, ή ακόμη και της χρεοκοπίας, όπως πιθανολογούσαν Αμερικανοί αναλυτές. Το βέβαιο είναι ότι η μετοχή της εταιρείας έχει χάσει το 50% της αξίας της και η διεύθυνσή της εξετάζει το ενδεχόμενο να μην καταβάλει τα μερίσματα στους μετόχους της για το δεύτερο τρίμηνο του έτους. Όλοι οι επενδυτές φοβούνται ότι οι επιπτώσεις της οικονομικής καταστροφής στον Κόλπο του Μεξικού θα είναι ολέθριες και ο πετρελαϊκός γίγαντας δεν θα καταφέρει να συνέλθει ποτέ.
Οι μεγάλες πετρελαϊκές εταιρείες που δραστηριοποιούνται στον Κόλπο του Μεξικού και έχουν εξέδρες άντλησης επιρρίπτουν ευθύνες στην ΒΡ για τις παραλείψεις της που οδήγησαν στην έκρηξη της εξέδρας πετρελαίου και το εξάμηνο moratorium στις νέες υπεράκτιες εξορύξεις, το οποίο αποφάσισε η κυβέρνηση Ομπάμα. Οι εταιρείες (Exxon Mobil, Chevron, Shell, Anadarko, Noble, Murphy) φοβούνται ότι το εξάμηνο moratorium θα έχει οικονομικές επιπτώσεις στον προϋπολογισμό τους και απώλεια εκατοντάδων θέσεων εργασίας. Εκείνο, δε, που φοβούνται περισσότερο είναι ότι το τεράστιο ζήτημα που έχει δημιουργηθεί με την περιβαλλοντική καταστροφή στον Κόλπο του Μεξικού θα οδηγήσει στη λήψη νέων αυστηρών μέτρων για τις υπεράκτιες εξορύξεις στην Αφρική, τη Βραζιλία, τη Νοτιοανατολική Ασία.
Μάταια η ΒΡ προσπαθεί να παρουσιάσει το πρόβλημα που έχει δημιουργηθεί ως ένα ευρύτερο ζήτημα το οποίο αφορά σε όλη την πετρελαϊκή βιομηχανία και όχι στη συγκεκριμένη εταιρεία. Οι άλλες μεγάλες εταιρείες τηρούν τις αποστάσεις τους και δεν υποστηρίζουν την ΒΡ. «Εμείς υποστηρίζουμε την υπεύθυνη άντληση στον Κόλπο», δήλωσαν οι επικεφαλής της Chevron, διαχωρίζοντας τη θέση τους από την «ανεύθυνη άντληση» και τονίζοντας ότι ακολουθούν διαφορετική διαδικασία εξόρυξης. Το πιθανότερο είναι να επιτραπεί στην εταιρεία να συνεχίσει τις εργασίες της, καθώς διαθέτει, μαζί με τη Shell, τις περισσότερες εξέδρες στον Κόλπο. Το καθημερινό κόστος ενοικίασης μιας εξέδρας εξόρυξης είναι 250.000-500.000 δολάρια. Το κόστος ενοικίασης και για τις 33 εξέδρες του Κόλπου είναι 8,2 έως 16,5 εκατ. δολάρια, ενώ τα πλοιάρια τροφοδοσίας λαμβάνουν 15.000-30.000 δολάρια την ημέρα! Είναι σαφές, λοιπόν, πόσο πλήττονται οικονομικά όλες οι εταιρείες στη θαλάσσια περιοχή.
Νέα εποχή φέρνει το ατύχημα
Οι ειδικοί στον τομέα της ενέργειας συμφωνούν ότι μετά από την πετρελαιοκηλίδα που προκλήθηκε από την καταστροφή της εξέδρας Deepwater Horizon της ΒΡ, όλα θα αλλάξουν στον πετρελαϊκό τομέα. Όπως αποκάλυψαν οι Times, τα «μεγάλα αφεντικά» των πετρελαϊκών εταιρειών βρίσκονται σε ανοιχτή επικοινωνία μεταξύ τους, μετά το ατύχημα. Ο Αλεξέι Μίλερ, επικεφαλής του ρωσικού ενεργειακού κολοσσού Gazprom, συναντήθηκε με το διευθύνοντα σύμβουλο της ιταλικής ΕΝΙ, Πάολο Σκαρόνι, με τον οποίο συμφώνησε ότι πρέπει να γίνει έρευνα για τα γεγονότα που οδήγησαν στην πετρελαιοκηλίδα.
Ο εκτελεστικός διευθυντής της ΒΡ, Τόνι Χέιγουορντ, ο άνθρωπος τον οποίο αναζητούν όλοι αυτό το διάστημα, είναι καθησυχαστικός προς όλους – και προς τους επενδυτές και προς τους πληγέντες των ακτών του Κόλπου. Το ατύχημα στην εξέδρα βρήκε την ΒΡ σε καλή οικονομική κατάσταση, καθώς το χρέος της ήταν κάτω από το 20%-30% των κεφαλαίων της. Όσο και να διατηρούν την αισιοδοξία τους, οι υπεύθυνοι της ΒΡ δεν μπορούν να παραβλέψουν το κόστος που αυξάνεται μέρα με τη μέρα για τον καθαρισμό της περιοχής και για τις αποζημιώσεις. Μια πρόχειρη εκτίμηση για το κόστος της καταστροφής μέχρι τώρα φτάνει το 1,5 δις δολάρια!
Μεγάλο πολιτικό ζήτημα
Ο Αμερικανός πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα έχει δεσμευτεί ότι θα αναγκάσει την πετρελαϊκή εταιρεία να καταβάλει τις νόμιμες αποζημιώσεις στους κατοίκους των περιοχών που έχουν πληγεί τόσο από το πετρέλαιο, όσο και από τα ισχυρά χημικά διαλυτικά τα οποία έχουν χρησιμοποιηθεί για τον περιορισμό της πετρελαιοκηλίδας. Η πετρελαιοκηλίδα έχει καταστρέψει πολλά χιλιόμετρα ακτογραμμής από τη Λουιζιάνα, το Μισισιπί, την Αλαμπάμα, έως την τουριστική Πενσακόλα της Φλόριντας, επηρεάζοντας αρνητικά τόσο την αλιεία όσο και τον τουρισμό.
Ο αμερικανικός Τύπος, και δη ο τοπικός, δημοσιεύει καθημερινά πύρινα άρθρα κατά του προέδρου Ομπάμα, κατηγορώντας τον για το χειρισμό της υπόθεσης. Πέρα από την κριτική στο εσωτερικό που έχει αυξήσει στο 60% το ποσοστό όσων τον κατηγορούν για «λάθος αποφάσεις», μένεα πνέουν και οι Βρετανοί κατά της Ουάσιγκτον. Ακόμη και από επίσημα χείλη, όπως του δημάρχου του Λονδίνου Μπόρις Τζόνσον, ακούγονται πολλά για την «αντιβρετανική» στάση του Αμερικανού προέδρου, ο οποίος τα έχει βάλει με το βρετανικό κολοσσό. Το ζήτημα έγινε τόσο πιεστικό, ώστε ο Βρετανός πρωθυπουργός Ντέιβιντ Κάμερον συνομίλησε τηλεφωνικά με τον Μπαράκ Ομπάμα.
Η πετρελαιοκηλίδα ανατρέπει επίσης και τις πολιτικές ισορροπίες. Πριν από το ατύχημα, το 66% των κατοίκων της Φλόριντας υποστήριζε τις παράκτιες αντλήσεις πετρελαίου, έναντι του 27% που τις καταδίκαζε. Σήμερα τα πράγματα έχουν μεταβληθεί δραματικά. Οι κάτοικοι της Φλόριντας αντιτίθενται στην υπεράκτια άντληση κατά 51% έναντι 42%, γεγονός που αναμένεται να βοηθήσει τον Δημοκρατικό (κυπριακής καταγωγής) κυβερνήτη Τσάρλι Κριστ έναντι του Μάρκο Ρούμπιο, υποστηρικτή του Tea Party (των απείθαρχων του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος) και υπέρμαχο των εξορύξεων στον Κόλπο.
Η περιβαλλοντική καταστροφή που έχει σημειωθεί στον Κόλπο του Μεξικού θα επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό, όπως φαίνεται, τις ενδιάμεσες εκλογές για το Κογκρέσο και τους κυβερνήτες των πολιτειών, που θα διεξαχθούν το Νοέμβριο.
από τον ιστότοπο http://m-epikaira.gr/2010/06/«βουλιάζει»-η-μετοχή-της-βρ
ΤΗΣ ΑΛΙΚΗΣ ΚΟΤΖΙΑ
«Πνίγεται» ο Ομπάμα στο πετρέλαιο
O πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα γίνεται έξαλλος από οργή και μόνο στο άκουσμα της λέξης «ΒΡ». Αυτό είναι πρωτόγνωρο για τον Αμερικανό πρόεδρο που φημίζεται για τον αυτοέλεγχο και την ψυχραιμία του. Καθώς η πετρελαιοκηλίδα διευρύνεται στον Κόλπο του Μεξικού, η ένταση στο κυβερνητικό επιτελείο του Λευκού Οίκου ανεβαίνει και η μετοχή της βρετανικής πετρελαιοβιομηχανίας British Petroleum (BP) πέφτει. Η ΒΡ δεν αποκλείεται να αντιμετωπίσει το ενδεχόμενο της επιθετικής εξαγοράς, της διάσπασής της σε δύο εταιρείες, ή ακόμη και της χρεοκοπίας, όπως πιθανολογούσαν Αμερικανοί αναλυτές. Το βέβαιο είναι ότι η μετοχή της εταιρείας έχει χάσει το 50% της αξίας της και η διεύθυνσή της εξετάζει το ενδεχόμενο να μην καταβάλει τα μερίσματα στους μετόχους της για το δεύτερο τρίμηνο του έτους. Όλοι οι επενδυτές φοβούνται ότι οι επιπτώσεις της οικονομικής καταστροφής στον Κόλπο του Μεξικού θα είναι ολέθριες και ο πετρελαϊκός γίγαντας δεν θα καταφέρει να συνέλθει ποτέ.
Οι μεγάλες πετρελαϊκές εταιρείες που δραστηριοποιούνται στον Κόλπο του Μεξικού και έχουν εξέδρες άντλησης επιρρίπτουν ευθύνες στην ΒΡ για τις παραλείψεις της που οδήγησαν στην έκρηξη της εξέδρας πετρελαίου και το εξάμηνο moratorium στις νέες υπεράκτιες εξορύξεις, το οποίο αποφάσισε η κυβέρνηση Ομπάμα. Οι εταιρείες (Exxon Mobil, Chevron, Shell, Anadarko, Noble, Murphy) φοβούνται ότι το εξάμηνο moratorium θα έχει οικονομικές επιπτώσεις στον προϋπολογισμό τους και απώλεια εκατοντάδων θέσεων εργασίας. Εκείνο, δε, που φοβούνται περισσότερο είναι ότι το τεράστιο ζήτημα που έχει δημιουργηθεί με την περιβαλλοντική καταστροφή στον Κόλπο του Μεξικού θα οδηγήσει στη λήψη νέων αυστηρών μέτρων για τις υπεράκτιες εξορύξεις στην Αφρική, τη Βραζιλία, τη Νοτιοανατολική Ασία.
Μάταια η ΒΡ προσπαθεί να παρουσιάσει το πρόβλημα που έχει δημιουργηθεί ως ένα ευρύτερο ζήτημα το οποίο αφορά σε όλη την πετρελαϊκή βιομηχανία και όχι στη συγκεκριμένη εταιρεία. Οι άλλες μεγάλες εταιρείες τηρούν τις αποστάσεις τους και δεν υποστηρίζουν την ΒΡ. «Εμείς υποστηρίζουμε την υπεύθυνη άντληση στον Κόλπο», δήλωσαν οι επικεφαλής της Chevron, διαχωρίζοντας τη θέση τους από την «ανεύθυνη άντληση» και τονίζοντας ότι ακολουθούν διαφορετική διαδικασία εξόρυξης. Το πιθανότερο είναι να επιτραπεί στην εταιρεία να συνεχίσει τις εργασίες της, καθώς διαθέτει, μαζί με τη Shell, τις περισσότερες εξέδρες στον Κόλπο. Το καθημερινό κόστος ενοικίασης μιας εξέδρας εξόρυξης είναι 250.000-500.000 δολάρια. Το κόστος ενοικίασης και για τις 33 εξέδρες του Κόλπου είναι 8,2 έως 16,5 εκατ. δολάρια, ενώ τα πλοιάρια τροφοδοσίας λαμβάνουν 15.000-30.000 δολάρια την ημέρα! Είναι σαφές, λοιπόν, πόσο πλήττονται οικονομικά όλες οι εταιρείες στη θαλάσσια περιοχή.
Νέα εποχή φέρνει το ατύχημα
Οι ειδικοί στον τομέα της ενέργειας συμφωνούν ότι μετά από την πετρελαιοκηλίδα που προκλήθηκε από την καταστροφή της εξέδρας Deepwater Horizon της ΒΡ, όλα θα αλλάξουν στον πετρελαϊκό τομέα. Όπως αποκάλυψαν οι Times, τα «μεγάλα αφεντικά» των πετρελαϊκών εταιρειών βρίσκονται σε ανοιχτή επικοινωνία μεταξύ τους, μετά το ατύχημα. Ο Αλεξέι Μίλερ, επικεφαλής του ρωσικού ενεργειακού κολοσσού Gazprom, συναντήθηκε με το διευθύνοντα σύμβουλο της ιταλικής ΕΝΙ, Πάολο Σκαρόνι, με τον οποίο συμφώνησε ότι πρέπει να γίνει έρευνα για τα γεγονότα που οδήγησαν στην πετρελαιοκηλίδα.
Ο εκτελεστικός διευθυντής της ΒΡ, Τόνι Χέιγουορντ, ο άνθρωπος τον οποίο αναζητούν όλοι αυτό το διάστημα, είναι καθησυχαστικός προς όλους – και προς τους επενδυτές και προς τους πληγέντες των ακτών του Κόλπου. Το ατύχημα στην εξέδρα βρήκε την ΒΡ σε καλή οικονομική κατάσταση, καθώς το χρέος της ήταν κάτω από το 20%-30% των κεφαλαίων της. Όσο και να διατηρούν την αισιοδοξία τους, οι υπεύθυνοι της ΒΡ δεν μπορούν να παραβλέψουν το κόστος που αυξάνεται μέρα με τη μέρα για τον καθαρισμό της περιοχής και για τις αποζημιώσεις. Μια πρόχειρη εκτίμηση για το κόστος της καταστροφής μέχρι τώρα φτάνει το 1,5 δις δολάρια!
Μεγάλο πολιτικό ζήτημα
Ο Αμερικανός πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα έχει δεσμευτεί ότι θα αναγκάσει την πετρελαϊκή εταιρεία να καταβάλει τις νόμιμες αποζημιώσεις στους κατοίκους των περιοχών που έχουν πληγεί τόσο από το πετρέλαιο, όσο και από τα ισχυρά χημικά διαλυτικά τα οποία έχουν χρησιμοποιηθεί για τον περιορισμό της πετρελαιοκηλίδας. Η πετρελαιοκηλίδα έχει καταστρέψει πολλά χιλιόμετρα ακτογραμμής από τη Λουιζιάνα, το Μισισιπί, την Αλαμπάμα, έως την τουριστική Πενσακόλα της Φλόριντας, επηρεάζοντας αρνητικά τόσο την αλιεία όσο και τον τουρισμό.
Ο αμερικανικός Τύπος, και δη ο τοπικός, δημοσιεύει καθημερινά πύρινα άρθρα κατά του προέδρου Ομπάμα, κατηγορώντας τον για το χειρισμό της υπόθεσης. Πέρα από την κριτική στο εσωτερικό που έχει αυξήσει στο 60% το ποσοστό όσων τον κατηγορούν για «λάθος αποφάσεις», μένεα πνέουν και οι Βρετανοί κατά της Ουάσιγκτον. Ακόμη και από επίσημα χείλη, όπως του δημάρχου του Λονδίνου Μπόρις Τζόνσον, ακούγονται πολλά για την «αντιβρετανική» στάση του Αμερικανού προέδρου, ο οποίος τα έχει βάλει με το βρετανικό κολοσσό. Το ζήτημα έγινε τόσο πιεστικό, ώστε ο Βρετανός πρωθυπουργός Ντέιβιντ Κάμερον συνομίλησε τηλεφωνικά με τον Μπαράκ Ομπάμα.
Η πετρελαιοκηλίδα ανατρέπει επίσης και τις πολιτικές ισορροπίες. Πριν από το ατύχημα, το 66% των κατοίκων της Φλόριντας υποστήριζε τις παράκτιες αντλήσεις πετρελαίου, έναντι του 27% που τις καταδίκαζε. Σήμερα τα πράγματα έχουν μεταβληθεί δραματικά. Οι κάτοικοι της Φλόριντας αντιτίθενται στην υπεράκτια άντληση κατά 51% έναντι 42%, γεγονός που αναμένεται να βοηθήσει τον Δημοκρατικό (κυπριακής καταγωγής) κυβερνήτη Τσάρλι Κριστ έναντι του Μάρκο Ρούμπιο, υποστηρικτή του Tea Party (των απείθαρχων του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος) και υπέρμαχο των εξορύξεων στον Κόλπο.
Η περιβαλλοντική καταστροφή που έχει σημειωθεί στον Κόλπο του Μεξικού θα επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό, όπως φαίνεται, τις ενδιάμεσες εκλογές για το Κογκρέσο και τους κυβερνήτες των πολιτειών, που θα διεξαχθούν το Νοέμβριο.
από τον ιστότοπο http://m-epikaira.gr/2010/06/«βουλιάζει»-η-μετοχή-της-βρ
Δεν βιάζονται για την ονομασία οι Σκοπιανοί - ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΜΕΛΕΤΗ
Δεν βιάζονται για την ονομασία οι Σκοπιανοί
ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΜΕΛΕΤΗ
Ανένδοτος ο Γκρούεφσκι για την ονομασία – Δεν υποχωρεί για την ένταξη στο ΝΑΤΟ η Ελλάδα
Χρειάστηκε να περάσουν δύο χρόνια από τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στο Βουκουρέστι για να εμπεδωθεί διεθνώς, αλλά και στην ίδια τη σκοπιανή ηγεσία, πως η Αθήνα το εννοεί ότι μόνο με την επίλυση της ονομασίας μπορεί να υπάρξει ευρωατλαντική προοπτική της ΠΓΔΜ.
Παρ’ όλα αυτά, τις προηγούμενες ήμερες δημιουργήθηκε κλίμα κινητικότητας, η οποία όμως ήταν μάλλον πλασματική και τελικά μετέφερε το βάρος των όποιων πιέσεων στην ελληνική πλευρά, καθώς εμφανίζει λίγο πολύ τις δυο χώρες να είναι στα πρόθυρα συμφωνίας.
Πάντως, η σύγχυση δημιουργείται καθώς υπάρχει παράλληλη διαβούλευση, έστω και διερευνητική, μεταξύ απεσταλμένων των δύο πρωθυπουργών, που πιθανόν διαπιστώνουν κάποια πρόοδο, μεταφέροντας αυτό το κλίμα, χωρίς όμως να έχουν εξασφαλίσει την τελική συμφωνία και της άλλης πλευράς αλλά και την κάλυψη όλου του εύρους της διαφοράς.
Η λύση, βεβαίως, κάθε άλλο παρά κοντά ήταν κι έτσι μια ακόμη Σύνοδος Κορυφής της ΕΕ πέρασε ανεκμετάλλευτη για τη σκοπιανή ηγεσία, η οποία φαίνεται να επενδύει στην παράταση της εκκρεμότητας, με την ελπίδα της αποδυνάμωσης της Ελλάδας λόγω της οικονομικής κρίσης.
Πέραν των δημοσιευμάτων, των δηλώσεων και των διαρροών Αμερικανών και Ευρωπαίων παραγόντων, δεν είναι τυχαίο ότι ο κ. Νίμιτς θα ήθελε να έχει τους διαπραγματευτές των δύο χωρών στη Νέα Υόρκη από την προηγούμενη εβδομάδα, ώστε να διαμορφωθεί σκηνικό πίεσης προς την Αθήνα η οποία θα έπρεπε να πάρει αποφάσεις υπό το βάρος συντονισμένων πρωτοβουλιών της ισπανικής προεδρίας ή της Σουηδίας που είχε δηλώσει ότι θα στήριζε την απόφαση για έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων της ΠΓΔΜ.
Το ενδιαφέρον όλων τώρα στρέφεται στο επόμενο κρίσιμο και σαφές χρονοδιάγραμμα, που είναι η Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ στη Λισαβόνα το Νοέμβριο, όπου, εφόσον έχει λυθεί το πρόβλημα της ονομασίας, θα απομένει το τελετουργικό μέρος της επίσημης ένταξης της ΠΓΔΜ, με τη νέα πια ονομασία στη συμμαχία. Πρακτικά, για να συμβεί αυτό, πρέπει να προηγηθεί η εξεύρεση λύσης και η επικύρωσή της με τον τρόπο που επιθυμεί η κάθε πλευρά. Εάν, μάλιστα, ο κ. Γκρούεφσκι, όπως όλα δείχνουν, επιμείνει στη θέση του για δημοψήφισμα, είναι σαφές ότι οι διαδικασίες θα πρέπει να έχουν ολοκληρωθεί το πολύ εντός του Σεπτεμβρίου, ώστε να υπάρχει ο απαραίτητος χρόνος.
Το μεγάλο ερώτημα που παραμένει είναι εάν έχει υπάρξει πράγματι πρόοδος ή αν διαφαίνεται προσέγγιση των δύο χωρών.
Οι πληροφορίες που αφορούν τη στάση των Σκοπιανών στη διαδικασία υπό τον κ. Νίμιτς είναι μάλλον απογοητευτικές, καθώς ο κ. Γκρούεφσκι δεν δείχνει καμία διάθεση συνδιαλλαγής, αντίθετα μάλιστα επενδύει συστηματικά σε εθνικιστικά κηρύγματα εναντίον της Ελλάδας.
Οι προτάσεις
Ο κ. Νίμιτς, έχοντας εξαντλήσει όλα τα περιθώρια και όλους τους γνωστούς συνδυασμούς, έχει καταλήξει στη γνωστή πρόταση «Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας» –την οποία, πάντως, επίσημα δεν έχουν αποδεχτεί οι Σκοπιανοί–, χωρίς όμως να γνωρίζουμε σε ποια κατεύθυνση θα κινηθεί το έτερο κρίσιμο σκέλος του προβλήματος, δηλαδή το εύρος χρήσης της. Από αυτό όμως εξαρτάται άμεσα και το πώς θα χειριστεί και τα ζητήματα της ταυτότητας και της γλώσσας τα οποία είναι εξίσου σημαντικά και κρίσιμα για τη βιωσιμότητα της λύσης.
Για πολλούς, η διαδικασία Νίμιτς έχει φτάσει στο τέλος της διαδρομής της, αν και είναι σαφές ότι δεν μπορεί να εγκαταλειφθεί. Στο πλαίσιο αυτό αναπτύσσεται προβληματισμός εάν μπορεί να επιτευχθεί άρση του αδιέξοδου μέσω άλλων διαύλων, την οποία θα έρθει να επισημοποιήσει τελικώς ο ίδιος ο κ. Νίμιτς.
Με πρωτοβουλία της ελληνική πλευράς αμέσως μετά τις εκλογές του Οκτωβρίου, ο κ. Παπανδρέου συμφώνησε με τον κ. Γκρούεφσκι να ορίσουν από έναν εκπρόσωπό τους, που θα αναλάμβαναν να διερευνήσουν τις εκατέρωθεν θέσεις και μέχρι ποίου σημείου οι δυο χώρες μπορούν ή έχουν διάθεση να προχωρήσουν.
Την πρώτη φάση αυτών των μυστικών διαβουλεύσεων ανέλαβαν η Μαριλένα Κοππά και ο Μάρτιν Πρότογκερ (πρώην διαπραγματευτής των Σκοπίων), και πραγματοποίησαν σχεδόν έξι συναντήσεις, αλλά ο κύκλος αυτός ολοκληρώθηκε το Δεκέμβριο και δεν μπόρεσε να αποδώσει αποτελέσματα, τα οποία ήλπιζαν μάλιστα να παρουσιάσουν στους δύο πρωθυπουργούς στην κατ’ ιδίαν συνάντησή τους στις Πρέσπες στα τέλη Νοεμβρίου.
Η διαδικασία αυτή ουσιαστικά οδηγήθηκε σε αδιέξοδο, καθώς η σκοπιανή πλευρά κάθε φορά εμφανιζόταν με αλλοπρόσαλλες και αντιφατικές θέσεις, δείχνοντας μάλλον απροθυμία για λύση. Πάντως, σύμφωνα με τις ελάχιστες πληροφορίες που υπάρχουν, στη διάρκεια των συναντήσεων, αλλά και μετά, η σκοπιανή πλευρά έχει αρχίσει να δείχνει αρνητική απέναντι στην πρόταση Νίμιτς για «Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας» και, αντίθετα, συζητά την παλαιότερη πρόταση για «Vardarska Macedonia».
Η πρόταση αυτή ήταν και μεταξύ των περίπου δεκαπέντε προτάσεων που είχε υποβάλει στους Α. Μιλόσοσκι και Ντ. Μπακογιάννη ο Αμερικανός αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών Ντ. Φριντ στη συνάντηση που είχαν στις Βρυξέλλες στην οικία της Αμερικανίδας αντιπροσώπου στο ΝΑΤΟ, το Μάρτιο 2008.
Από μια πρώτη άποψη, η πρόταση αυτή ανταποκρίνεται στις ελληνικές θέσεις για ονομασία με γεωγραφικό προσδιορισμό. Έχει όμως μια σειρά άλλων προβλημάτων. Ο γεωγραφικός προσδιορισμός έχει σημείο αναφοράς τον Βαρδάρη, ποταμό ο οποίος διασχίζει τη γεωγραφική περιοχή της Μακεδονίας και εκβάλλει στο Θερμαϊκό Κόλπο, γεγονός που ενδέχεται να δημιουργήσει επικίνδυνους συμβολισμούς και λανθασμένες εντυπώσεις.
Η ονομασία αυτή βεβαίως έχει και εκδοχή στη σλαβομακεδονική γλώσσα, «Republika Vardarska Makedonija», κατά την οποία, ενώ ο γεωγραφικός προσδιορισμός προηγείται του ονόματος, δύσκολα αποδίδεται στα αγγλικά ή τα ελληνικά με τρόπο που να μην αλλοιώνεται αυτό το χαρακτηριστικό της συγκεκριμένης ονομασίας. Συγχρόνως, η ονομασία αυτή έχει το μειονέκτημα των δύσχρηστων παραγώγων, κάτι που στην καλύτερη των περιπτώσεων θα οδηγήσει πρακτικά στη σύντομη απάλειψη του γεωγραφικού προσδιορισμού [Σ.Σ.: Citizenship of Verdarska Macedonia].
Ακόμη περισσότερο το συγκεκριμένο όνομα και στην ελληνική μετάφρασή του είναι «Δημοκρατία της Μακεδονίας του Βαρδάρη», που παραπέμπει στις πάγιες προτάσεις των Σκοπιανών, σύμφωνα με τις οποίες το συνθετικό πηγαίνει είτε στο «Δημοκρατία» είτε ακολουθεί σε παρένθεση είτε χωρίζεται με παύλα.
Όλ’ αυτά τα σενάρια πάντως γίνονται χωρίς τον ξενοδόχο: τον κ. Νίμιτς βασικά, που κανείς δεν γνωρίζει εάν συνεχίζει να έχει πια επαφή με το πρόβλημα και να διαθέτει τη δυνατότητα υποβολής αξιόπιστης πρότασης, αλλά κυρίως όλα εξαρτώνται από την ίδια τη σκοπιανή ηγεσία, που ξέρει ότι η άλλη πλευρά πλέον έχει παίξει τα ρέστα της σε ένα παιγνίδι που είναι το μόνο στο οποίο μπορεί στοιχειωδώς να κερδίσει κάτι…
το πήραμε από τον ιστότοπο http://m-epikaira.gr/2010/06/δεν-βιάζονται-για-την-ονομασία-οι-σκοπ
ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΜΕΛΕΤΗ
Ανένδοτος ο Γκρούεφσκι για την ονομασία – Δεν υποχωρεί για την ένταξη στο ΝΑΤΟ η Ελλάδα
Χρειάστηκε να περάσουν δύο χρόνια από τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στο Βουκουρέστι για να εμπεδωθεί διεθνώς, αλλά και στην ίδια τη σκοπιανή ηγεσία, πως η Αθήνα το εννοεί ότι μόνο με την επίλυση της ονομασίας μπορεί να υπάρξει ευρωατλαντική προοπτική της ΠΓΔΜ.
Παρ’ όλα αυτά, τις προηγούμενες ήμερες δημιουργήθηκε κλίμα κινητικότητας, η οποία όμως ήταν μάλλον πλασματική και τελικά μετέφερε το βάρος των όποιων πιέσεων στην ελληνική πλευρά, καθώς εμφανίζει λίγο πολύ τις δυο χώρες να είναι στα πρόθυρα συμφωνίας.
Πάντως, η σύγχυση δημιουργείται καθώς υπάρχει παράλληλη διαβούλευση, έστω και διερευνητική, μεταξύ απεσταλμένων των δύο πρωθυπουργών, που πιθανόν διαπιστώνουν κάποια πρόοδο, μεταφέροντας αυτό το κλίμα, χωρίς όμως να έχουν εξασφαλίσει την τελική συμφωνία και της άλλης πλευράς αλλά και την κάλυψη όλου του εύρους της διαφοράς.
Η λύση, βεβαίως, κάθε άλλο παρά κοντά ήταν κι έτσι μια ακόμη Σύνοδος Κορυφής της ΕΕ πέρασε ανεκμετάλλευτη για τη σκοπιανή ηγεσία, η οποία φαίνεται να επενδύει στην παράταση της εκκρεμότητας, με την ελπίδα της αποδυνάμωσης της Ελλάδας λόγω της οικονομικής κρίσης.
Πέραν των δημοσιευμάτων, των δηλώσεων και των διαρροών Αμερικανών και Ευρωπαίων παραγόντων, δεν είναι τυχαίο ότι ο κ. Νίμιτς θα ήθελε να έχει τους διαπραγματευτές των δύο χωρών στη Νέα Υόρκη από την προηγούμενη εβδομάδα, ώστε να διαμορφωθεί σκηνικό πίεσης προς την Αθήνα η οποία θα έπρεπε να πάρει αποφάσεις υπό το βάρος συντονισμένων πρωτοβουλιών της ισπανικής προεδρίας ή της Σουηδίας που είχε δηλώσει ότι θα στήριζε την απόφαση για έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων της ΠΓΔΜ.
Το ενδιαφέρον όλων τώρα στρέφεται στο επόμενο κρίσιμο και σαφές χρονοδιάγραμμα, που είναι η Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ στη Λισαβόνα το Νοέμβριο, όπου, εφόσον έχει λυθεί το πρόβλημα της ονομασίας, θα απομένει το τελετουργικό μέρος της επίσημης ένταξης της ΠΓΔΜ, με τη νέα πια ονομασία στη συμμαχία. Πρακτικά, για να συμβεί αυτό, πρέπει να προηγηθεί η εξεύρεση λύσης και η επικύρωσή της με τον τρόπο που επιθυμεί η κάθε πλευρά. Εάν, μάλιστα, ο κ. Γκρούεφσκι, όπως όλα δείχνουν, επιμείνει στη θέση του για δημοψήφισμα, είναι σαφές ότι οι διαδικασίες θα πρέπει να έχουν ολοκληρωθεί το πολύ εντός του Σεπτεμβρίου, ώστε να υπάρχει ο απαραίτητος χρόνος.
Το μεγάλο ερώτημα που παραμένει είναι εάν έχει υπάρξει πράγματι πρόοδος ή αν διαφαίνεται προσέγγιση των δύο χωρών.
Οι πληροφορίες που αφορούν τη στάση των Σκοπιανών στη διαδικασία υπό τον κ. Νίμιτς είναι μάλλον απογοητευτικές, καθώς ο κ. Γκρούεφσκι δεν δείχνει καμία διάθεση συνδιαλλαγής, αντίθετα μάλιστα επενδύει συστηματικά σε εθνικιστικά κηρύγματα εναντίον της Ελλάδας.
Οι προτάσεις
Ο κ. Νίμιτς, έχοντας εξαντλήσει όλα τα περιθώρια και όλους τους γνωστούς συνδυασμούς, έχει καταλήξει στη γνωστή πρόταση «Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας» –την οποία, πάντως, επίσημα δεν έχουν αποδεχτεί οι Σκοπιανοί–, χωρίς όμως να γνωρίζουμε σε ποια κατεύθυνση θα κινηθεί το έτερο κρίσιμο σκέλος του προβλήματος, δηλαδή το εύρος χρήσης της. Από αυτό όμως εξαρτάται άμεσα και το πώς θα χειριστεί και τα ζητήματα της ταυτότητας και της γλώσσας τα οποία είναι εξίσου σημαντικά και κρίσιμα για τη βιωσιμότητα της λύσης.
Για πολλούς, η διαδικασία Νίμιτς έχει φτάσει στο τέλος της διαδρομής της, αν και είναι σαφές ότι δεν μπορεί να εγκαταλειφθεί. Στο πλαίσιο αυτό αναπτύσσεται προβληματισμός εάν μπορεί να επιτευχθεί άρση του αδιέξοδου μέσω άλλων διαύλων, την οποία θα έρθει να επισημοποιήσει τελικώς ο ίδιος ο κ. Νίμιτς.
Με πρωτοβουλία της ελληνική πλευράς αμέσως μετά τις εκλογές του Οκτωβρίου, ο κ. Παπανδρέου συμφώνησε με τον κ. Γκρούεφσκι να ορίσουν από έναν εκπρόσωπό τους, που θα αναλάμβαναν να διερευνήσουν τις εκατέρωθεν θέσεις και μέχρι ποίου σημείου οι δυο χώρες μπορούν ή έχουν διάθεση να προχωρήσουν.
Την πρώτη φάση αυτών των μυστικών διαβουλεύσεων ανέλαβαν η Μαριλένα Κοππά και ο Μάρτιν Πρότογκερ (πρώην διαπραγματευτής των Σκοπίων), και πραγματοποίησαν σχεδόν έξι συναντήσεις, αλλά ο κύκλος αυτός ολοκληρώθηκε το Δεκέμβριο και δεν μπόρεσε να αποδώσει αποτελέσματα, τα οποία ήλπιζαν μάλιστα να παρουσιάσουν στους δύο πρωθυπουργούς στην κατ’ ιδίαν συνάντησή τους στις Πρέσπες στα τέλη Νοεμβρίου.
Η διαδικασία αυτή ουσιαστικά οδηγήθηκε σε αδιέξοδο, καθώς η σκοπιανή πλευρά κάθε φορά εμφανιζόταν με αλλοπρόσαλλες και αντιφατικές θέσεις, δείχνοντας μάλλον απροθυμία για λύση. Πάντως, σύμφωνα με τις ελάχιστες πληροφορίες που υπάρχουν, στη διάρκεια των συναντήσεων, αλλά και μετά, η σκοπιανή πλευρά έχει αρχίσει να δείχνει αρνητική απέναντι στην πρόταση Νίμιτς για «Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας» και, αντίθετα, συζητά την παλαιότερη πρόταση για «Vardarska Macedonia».
Η πρόταση αυτή ήταν και μεταξύ των περίπου δεκαπέντε προτάσεων που είχε υποβάλει στους Α. Μιλόσοσκι και Ντ. Μπακογιάννη ο Αμερικανός αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών Ντ. Φριντ στη συνάντηση που είχαν στις Βρυξέλλες στην οικία της Αμερικανίδας αντιπροσώπου στο ΝΑΤΟ, το Μάρτιο 2008.
Από μια πρώτη άποψη, η πρόταση αυτή ανταποκρίνεται στις ελληνικές θέσεις για ονομασία με γεωγραφικό προσδιορισμό. Έχει όμως μια σειρά άλλων προβλημάτων. Ο γεωγραφικός προσδιορισμός έχει σημείο αναφοράς τον Βαρδάρη, ποταμό ο οποίος διασχίζει τη γεωγραφική περιοχή της Μακεδονίας και εκβάλλει στο Θερμαϊκό Κόλπο, γεγονός που ενδέχεται να δημιουργήσει επικίνδυνους συμβολισμούς και λανθασμένες εντυπώσεις.
Η ονομασία αυτή βεβαίως έχει και εκδοχή στη σλαβομακεδονική γλώσσα, «Republika Vardarska Makedonija», κατά την οποία, ενώ ο γεωγραφικός προσδιορισμός προηγείται του ονόματος, δύσκολα αποδίδεται στα αγγλικά ή τα ελληνικά με τρόπο που να μην αλλοιώνεται αυτό το χαρακτηριστικό της συγκεκριμένης ονομασίας. Συγχρόνως, η ονομασία αυτή έχει το μειονέκτημα των δύσχρηστων παραγώγων, κάτι που στην καλύτερη των περιπτώσεων θα οδηγήσει πρακτικά στη σύντομη απάλειψη του γεωγραφικού προσδιορισμού [Σ.Σ.: Citizenship of Verdarska Macedonia].
Ακόμη περισσότερο το συγκεκριμένο όνομα και στην ελληνική μετάφρασή του είναι «Δημοκρατία της Μακεδονίας του Βαρδάρη», που παραπέμπει στις πάγιες προτάσεις των Σκοπιανών, σύμφωνα με τις οποίες το συνθετικό πηγαίνει είτε στο «Δημοκρατία» είτε ακολουθεί σε παρένθεση είτε χωρίζεται με παύλα.
Όλ’ αυτά τα σενάρια πάντως γίνονται χωρίς τον ξενοδόχο: τον κ. Νίμιτς βασικά, που κανείς δεν γνωρίζει εάν συνεχίζει να έχει πια επαφή με το πρόβλημα και να διαθέτει τη δυνατότητα υποβολής αξιόπιστης πρότασης, αλλά κυρίως όλα εξαρτώνται από την ίδια τη σκοπιανή ηγεσία, που ξέρει ότι η άλλη πλευρά πλέον έχει παίξει τα ρέστα της σε ένα παιγνίδι που είναι το μόνο στο οποίο μπορεί στοιχειωδώς να κερδίσει κάτι…
το πήραμε από τον ιστότοπο http://m-epikaira.gr/2010/06/δεν-βιάζονται-για-την-ονομασία-οι-σκοπ
Νέα εποχή στις σχέσεις Μόσχας και Φαναρίου - ΤΟΥ ΘΑΝΑΣΗ ΑΥΓΕΡΙΝΟΥ
Νέα εποχή στις σχέσεις Μόσχας και Φαναρίου
ΤΟΥ ΘΑΝΑΣΗ ΑΥΓΕΡΙΝΟΥ, ΜΟΣΧΑ
Όλο το παρασκήνιο της επίσκεψης του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου στη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία
Ιστορικής σημασίας χαρακτηρίζεται χωρίς δισταγμό και από όλες τις πλευρές η επίσκεψη του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου στη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία, που διήρκεσε δέκα ημέρες, ολοκληρώθηκε τη Δευτέρα και αποτελεί την πρώτη επίσημη επίσκεψη εδώ και 17 χρόνια κυμαινόμενης ψυχρότητας.
Από τυπική άποψη, πρόκειται για ανταπόδοση της περσινής επιβεβλημένης από το πρωτόκολλο επίσκεψης του νεοκλεγέντος Πατριάρχη Μόσχας στο Φανάρι κι έρχεται έπειτα από το ταξίδι-αστραπή του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου στη Μόσχα το Δεκέμβριο του 2008 για να παραστεί στην εξόδιο ακολουθία για τον μακαριστό Πατριάρχη Μόσχας Αλέξιο Β’.
Το παρελθόν
Αν και πριν εκλεγεί και ενθρονιστεί ο Πατριάρχης Κύριλλος είχε τη φήμη του «σκληρού» και «αδιάλλακτου» υποστηρικτή των απαιτήσεων της ανερχόμενης και δυναμικής Ρωσικής Εκκλησίας –ή έτσι τουλάχιστον ήθελαν πολλοί να τον παρουσιάζουν–, οι πράξεις του με την ιδιότητα του Πατριάρχη κάθε άλλο παρά χαρακτηρίζονται από «βίαιη σπασμωδικότητα», όπως ήθελαν αρκετές προβλέψεις.
Μία από τις αποδείξεις είναι και η διάθεσή του να «συμφιλιωθεί» με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, με το οποίο οι σχέσεις είχαν κλονιστεί σφοδρά από τις κινήσεις του Φαναρίου, που έμοιαζαν με εκμετάλλευση της μετασοβιετικής πολιτικής κατάρρευσης, με σκοπό την αύξηση της εκκλησιαστικής επιρροής του σε χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, οι ορθόδοξες κοινότητες των οποίων παραδοσιακά, ή έστω για πολλές δεκαετίες, υπάγονταν στη δικαιοδοσία της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Αποκορύφωμα της σύγκρουσης ήταν η αντιπαράθεση γύρω από το λεγόμενο Εσθονικό, όταν με την παρότρυνση της νέας κρατικής ηγεσίας της χώρας ένα κομμάτι της Ορθόδοξης Εκκλησίας αποσχίστηκε από τη Μόσχα και αναγνωρίστηκε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, ενώ παρόμοιο σκηνικό παρολίγον να δημιουργηθεί και στην Ουκρανία, όταν η απελθούσα «πορτοκαλί» ηγεσία περιέλαβε με τις μεγαλύτερες τιμές τον Πατριάρχη Βαρθολομαίο, επιδιώκοντας κάποιου είδους αναγνώριση για τη σχισματική εθνικιστική Εκκλησία του Κιέβου.
Οι συμφωνίες
Η υπόθεση της Ουκρανίας φαίνεται πως αποδείχτηκε ζήτημα-κλειδί για την προσέγγιση των δύο Πατριαρχείων, καθώς τελικά το Φανάρι δεν «ενέδωσε» στις σχισματικές – εθνικιστικές πιέσεις που κρύβονταν κάτω από το πέπλο της «πορτοκαλί» φιλοδυτικής δημοκρατικότητας κατά τους πανηγυρικούς εορτασμούς των 1.020 χρόνων σλαβικής Ορθοδοξίας στο Κίεβο το καλοκαίρι του 2008. Το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως συνέχισε να αναγνωρίζει ως μία και μοναδική Εκκλησία της Ουκρανίας εκείνη που υπάγεται στο Πατριαρχείο Μόσχας. Μάλιστα, ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος πρέπει να ενθουσίασε τους συνομιλητές του στη Μόσχα, αλλά και τους υποστηρικτές τους στο Κίεβο, όταν κάλεσε προχθές από το δορυφορικό δίκτυο «Βέστι 24» όσους παραπλανήθηκαν από τους σχισματικούς να επιστρέψουν στην αγκαλιά της μητρός Εκκλησίας, δηλαδή στη Ρωσική Εκκλησία.
Σύμφωνα με το ίδιο δίκτυο, Κωνσταντινούπολη και Μόσχα φαίνεται να κατέληξαν σε συμφωνία πως η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος των τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών, που επιδιώκει εδώ και πολλά χρόνια το Φανάρι και ίσως πραγματοποιηθεί την επόμενη χρονιά, θα συμπεριλάβει μάλιστα «και θέματα οικολογικού περιεχομένου», τα οποία ενδιαφέρουν ιδιαίτερα τον Πατριάρχη Βαρθολομαίο.
Ανεξαρτήτως αν και κατά πόσο επιβεβαιωθεί η συγκεκριμένη πρόβλεψη, είναι προφανές ότι μια νέα εποχή, που είχε αχνοφανεί στις επαφές των δύο Πατριαρχείων τα δύο τελευταία χρόνια, τώρα ανέτειλε πανηγυρικά με τις ευλογίες και των δύο προκαθημένων, οι οποίοι δείχνουν να βιάζονται να κατοχυρώσουν την προσέγγισή τους και να μην επιτρέψουν στους τυχόν επικριτές της να την υπονομεύσουν. Πρόκειται για επίσκεψη «πέραν του πρωτοκόλλου», είπε στις ομιλίες του ο Πατριάρχης Κύριλλος, ενθυμούμενος την παλαιά του γνωριμία με τον Οικουμενικό Πατριάρχη και παρότρυνε «να ξεχάσουμε τι είπε κάποιος ή έκανε ο άλλος, να προχωρήσουμε μπροστά ως ενιαία οικογένεια», εκφράζοντας μεγάλη χαρά, που κάθε συνάντηση φέρνει τις δύο Εκκλησίες «όλο και πιο κοντά».
Αιχμές και εκκρεμότητες
Παρά την πανηγυρική υποδοχή και την αμοιβαία πρόθεση επίδειξης «αδελφικής ενότητας», δεν έλειψαν και οι εκατέρωθεν αιχμές, με τον Οικουμενικό Πατριάρχη να χαρακτηρίζει ανυπόστατες τις εναντίον του επικρίσεις για «παπικές τάσεις», που προφανώς του έχουν απευθύνει και κύκλοι της Ρωσικής Εκκλησίας στο παρελθόν. Ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος κάλεσε τους Ρώσους συνομιλητές του «να εργαστούμε όλοι μαζί, όχι χωριστά, για να είναι ο 21ος αιώνας της Ορθοδοξίας», μάλιστα εντυπωσίασε αρκετούς με τη δημόσια «επίπληξη» του μητροπολίτη Ιλαρίωνος, αρμόδιου για τις διεθνείς σχέσεις του Πατριαρχείου Μόσχας, ότι είναι πολύ συχνά σκληρός και επίμονος στις διαπραγματεύσεις και «να μην είναι».
Ο Οικουμενικός Πατριάρχης καυτηρίασε τον εθνοφυλετισμό ως ξένο στη χριστιανική φύση της Εκκλησίας, διατυπώνοντας ανησυχίες που υπάρχουν στη Δύση (sic!) «μήπως αναπτύσσεται τώρα ένας ρωσικός εθνικισμός επικίνδυνος για την ειρήνη του κόσμου», ο οποίος συνοδεύεται με τον όρο περί «Αγίας Ρωσίας». Η απάντησή του ήταν πάντως καθησυχαστική, καθώς «πιστεύουμε και εμείς ότι η “Αγία Ρωσία” είναι έννοια πνευματική και όχι εθνικιστική», ενώ η Ρωσία «εισήλθε στην τρίτη χιλιετία με νέες δυνάμεις και προχωρεί με αισιοδοξία προς το μέλλον υπό τη νέα λίαν δυναμική και αποτελεσματική πολιτική ηγεσία της χώρας».
Αιχμές δεν έλειψαν πάντως ούτε από την ομιλία του Πατριάρχη Κυρίλλου, που χαρακτήρισε τη ρωσική Εκκλησία συνδετικό κρίκο του αδιαίρετου στην πολυμορφία του ρωσικού κόσμου και των ορθοδόξων λαών Ρωσίας, Ουκρανίας, Λευκορωσίας, Μολδαβίας και άλλων πρώην Σοβιετικών Δημοκρατιών, σχολιάζοντας προφανώς παλαιότερες αντιλήψεις του οικουμενικού θρόνου. «Σπουδάσαμε μαζί, μιλάγαμε την ίδια γλώσσα και βρεθήκαμε ξαφνικά σε χωριστές χώρες, άρα η Εκκλησία μας έπρεπε να παίξει ενοποιητικό και όχι διασπαστικό ρόλο», παρατήρησε ο μητροπολίτης Ιλαρίων.
Και η Τουρκία
Επιδιώκοντας προφανώς και ίδιον όφελος, η Ρωσική Εκκλησία έχει προτείνει στο Οικουμενικό Πατριαρχείο την αποστολή μερικών χιλιάδων ιερωμένων που θα μπορούσαν να λύσουν προβλήματα και να καλύψουν ανάγκες τόσο του Φαναρίου, όσο και εκείνες που δημιουργεί η συρροή εκατομμυρίων Ρώσων τουριστών ετησίως, αλλά και των χιλιάδων Ρώσων πολιτών, που ζουν πλέον μόνιμα σε τουρκικό έδαφος και δικαιούνται ποιμενική κάλυψη από το Πατριαρχείο Μόσχας.
Το ρωσικό ΥΠΕΞ, όπως και η Ρωσική Εκκλησία υποστήριξαν τις πρωτοβουλίες του ομογενούς βουλευτή της ρωσικής Κρατικής Δούμας Ιβάν Σαββίδη, γι’ αυτό και θεωρείται πολύ πιθανή πλέον μια λειτουργία στην ιστορική μονή της Παναγίας Σουμελά στις 15 Αυγούστου, χοροστατούντος του Οικουμενικού Πατριάρχη. Θετική είναι η ρωσική πλευρά και στην προσπάθεια να τελεστεί ορθόδοξη λειτουργία και στην Αγία Σοφία τον ερχόμενο Σεπτέμβριο, αλλά και στην επαναλειτουργία της Σχολής της Χάλκης, την οποία υποστηρίζει με δηλώσεις της. Όλα αυτά τα δεδομένα δημιουργούν προϋποθέσεις ενίσχυσης της οικουμενικής διάστασης του Πατριαρχείου στην Κωνσταντινούπολη, το οποίο θα ήταν προφανώς ευχής έργον να επισκεφθούν κάποια στιγμή και οι Ρώσοι ηγέτες, που με μεγάλη συχνότητα πηγαίνουν πλέον στην Τουρκία. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης έκανε ό,τι μπορούσε από τη μεριά του για να τους προσελκύσει, εξαίροντας το «ορθόδοξο φρόνημα» της ρωσικής πολιτικής ηγεσίας, που «γράφει ιστορία» σε μια Ρωσία που αλλάζει. Τόσο ο πρόεδρος Μεντβιέντεφ, όσο και ο πρωθυπουργός Πούτιν συναντήθηκαν με τον Πατριάρχη Βαρθολομαίο, με τον πρώτο να δείχνει ενθουσιασμένος κατά τη δίωρη ξενάγηση στο Κρεμλίνο και τον δεύτερο να ετοιμάζεται να επισκεφθεί την Τουρκία σε λίγες ημέρες.
Δήλωση του ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΒΟΛΟΚΟΛΑΜΣΚ ΙΛΑΡΙΩΝΟΣ (Προέδρου του τμήματος διεθνών σχέσεων του Πατριαρχείου Μόσχας)
«Ήταν μια πολύ καλή, αδελφική συναναστροφή των προκαθημένων των δύο Εκκλησιών και οι συνομιλίες, που έγιναν με τον Πατριάρχη Κύριλλο στην κατοικία του στο Περεντέλκινο, διακρίνονταν από πνεύμα εποικοδομητικής συνεργασίας. Δεν θα ήθελα να μεταφέρω το περιεχόμενο κλειστών συνομιλιών, αλλά έγινε ανταλλαγή απόψεων σε μια ολόκληρη σειρά θεμάτων, μεταξύ των οποίων ζητήματα λειτουργίας της επιτροπής προετοιμασίας της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου των Ορθοδόξων Εκκλησιών, της συμμετοχής μας στο διάλογο Ορθοδόξων – Καθολικών, της ποιμαντικής κάλυψης των Ρώσων που ζουν στην Τουρκία κ.ά. Για την πλευρά μας δεν είναι τόσο σημαντική η ημερομηνία της σύγκλησης της Συνόδου, αλλά να είναι καρποφόρα και να έχει καλά αποτελέσματα. Ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος είπε ότι θα ήθελε να δει τη διεξαγωγή της σε ένα, δύο, το πολύ τρία χρόνια και αυτή είναι μια ευγενής πρόθεση. Πρέπει όμως λεπτομερώς να ετοιμαστούμε για τη Σύνοδο. Και από το πώς θα εργαστεί η επιτροπή προετοιμασίας εξαρτάται πόσο γρήγορα θα προχωρήσουμε. Η εμπειρία μου από τις τελευταίες συνεδριάσεις δείχνει ότι υπάρχει δυνατότητα να βρίσκουμε τον κοινό παρανομαστή ακόμη και σε ζητήματα που μεταξύ των Εκκλησιών μας έως πρόσφατα δεν υπήρχε συμφωνία. Τώρα έχουν αλλάξει πολλά. Γιατί το πνεύμα της αντιπαράθεσης και της αντιπαλότητας, που υπήρχε, για παράδειγμα, στα μέσα της δεκαετίας του 1990 και είχε παραχθεί από τα γνωστά γεγονότα στην Εσθονία, υποχωρεί σήμερα προς το παρελθόν. Σε αντικατάστασή του ήδη ήρθε το πνεύμα της πολύ φιλικής και αποδοτικής συνεργασίας. Προσωπικό ρόλο σε αυτό παίζει ο Πατριάρχης Κύριλλος, ο οποίος πήρε την πρωτοβουλία να αλλάξει το ύφος των σχέσεών μας και πήγε στην Κωνσταντινούπολη για να προτείνει ουσιαστικά στον αδελφό του Πατριάρχη Βαρθολομαίο ένα νέο σχήμα σχέσεων, που βασίζεται στην εμπιστοσύνη, τις συνεργασίες, τις μόνιμες διαβουλεύσεις και στην απόφαση να επιλύουν από κοινού όλα τα ζητήματα».
το πήραμε από τον ιστότοπο http://m-epikaira.gr/2010/06/νέα-εποχή-στις-σχέσεις-μόσχας-και-φανα
ΤΟΥ ΘΑΝΑΣΗ ΑΥΓΕΡΙΝΟΥ, ΜΟΣΧΑ
Όλο το παρασκήνιο της επίσκεψης του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου στη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία
Ιστορικής σημασίας χαρακτηρίζεται χωρίς δισταγμό και από όλες τις πλευρές η επίσκεψη του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου στη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία, που διήρκεσε δέκα ημέρες, ολοκληρώθηκε τη Δευτέρα και αποτελεί την πρώτη επίσημη επίσκεψη εδώ και 17 χρόνια κυμαινόμενης ψυχρότητας.
Από τυπική άποψη, πρόκειται για ανταπόδοση της περσινής επιβεβλημένης από το πρωτόκολλο επίσκεψης του νεοκλεγέντος Πατριάρχη Μόσχας στο Φανάρι κι έρχεται έπειτα από το ταξίδι-αστραπή του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου στη Μόσχα το Δεκέμβριο του 2008 για να παραστεί στην εξόδιο ακολουθία για τον μακαριστό Πατριάρχη Μόσχας Αλέξιο Β’.
Το παρελθόν
Αν και πριν εκλεγεί και ενθρονιστεί ο Πατριάρχης Κύριλλος είχε τη φήμη του «σκληρού» και «αδιάλλακτου» υποστηρικτή των απαιτήσεων της ανερχόμενης και δυναμικής Ρωσικής Εκκλησίας –ή έτσι τουλάχιστον ήθελαν πολλοί να τον παρουσιάζουν–, οι πράξεις του με την ιδιότητα του Πατριάρχη κάθε άλλο παρά χαρακτηρίζονται από «βίαιη σπασμωδικότητα», όπως ήθελαν αρκετές προβλέψεις.
Μία από τις αποδείξεις είναι και η διάθεσή του να «συμφιλιωθεί» με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, με το οποίο οι σχέσεις είχαν κλονιστεί σφοδρά από τις κινήσεις του Φαναρίου, που έμοιαζαν με εκμετάλλευση της μετασοβιετικής πολιτικής κατάρρευσης, με σκοπό την αύξηση της εκκλησιαστικής επιρροής του σε χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, οι ορθόδοξες κοινότητες των οποίων παραδοσιακά, ή έστω για πολλές δεκαετίες, υπάγονταν στη δικαιοδοσία της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Αποκορύφωμα της σύγκρουσης ήταν η αντιπαράθεση γύρω από το λεγόμενο Εσθονικό, όταν με την παρότρυνση της νέας κρατικής ηγεσίας της χώρας ένα κομμάτι της Ορθόδοξης Εκκλησίας αποσχίστηκε από τη Μόσχα και αναγνωρίστηκε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, ενώ παρόμοιο σκηνικό παρολίγον να δημιουργηθεί και στην Ουκρανία, όταν η απελθούσα «πορτοκαλί» ηγεσία περιέλαβε με τις μεγαλύτερες τιμές τον Πατριάρχη Βαρθολομαίο, επιδιώκοντας κάποιου είδους αναγνώριση για τη σχισματική εθνικιστική Εκκλησία του Κιέβου.
Οι συμφωνίες
Η υπόθεση της Ουκρανίας φαίνεται πως αποδείχτηκε ζήτημα-κλειδί για την προσέγγιση των δύο Πατριαρχείων, καθώς τελικά το Φανάρι δεν «ενέδωσε» στις σχισματικές – εθνικιστικές πιέσεις που κρύβονταν κάτω από το πέπλο της «πορτοκαλί» φιλοδυτικής δημοκρατικότητας κατά τους πανηγυρικούς εορτασμούς των 1.020 χρόνων σλαβικής Ορθοδοξίας στο Κίεβο το καλοκαίρι του 2008. Το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως συνέχισε να αναγνωρίζει ως μία και μοναδική Εκκλησία της Ουκρανίας εκείνη που υπάγεται στο Πατριαρχείο Μόσχας. Μάλιστα, ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος πρέπει να ενθουσίασε τους συνομιλητές του στη Μόσχα, αλλά και τους υποστηρικτές τους στο Κίεβο, όταν κάλεσε προχθές από το δορυφορικό δίκτυο «Βέστι 24» όσους παραπλανήθηκαν από τους σχισματικούς να επιστρέψουν στην αγκαλιά της μητρός Εκκλησίας, δηλαδή στη Ρωσική Εκκλησία.
Σύμφωνα με το ίδιο δίκτυο, Κωνσταντινούπολη και Μόσχα φαίνεται να κατέληξαν σε συμφωνία πως η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος των τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών, που επιδιώκει εδώ και πολλά χρόνια το Φανάρι και ίσως πραγματοποιηθεί την επόμενη χρονιά, θα συμπεριλάβει μάλιστα «και θέματα οικολογικού περιεχομένου», τα οποία ενδιαφέρουν ιδιαίτερα τον Πατριάρχη Βαρθολομαίο.
Ανεξαρτήτως αν και κατά πόσο επιβεβαιωθεί η συγκεκριμένη πρόβλεψη, είναι προφανές ότι μια νέα εποχή, που είχε αχνοφανεί στις επαφές των δύο Πατριαρχείων τα δύο τελευταία χρόνια, τώρα ανέτειλε πανηγυρικά με τις ευλογίες και των δύο προκαθημένων, οι οποίοι δείχνουν να βιάζονται να κατοχυρώσουν την προσέγγισή τους και να μην επιτρέψουν στους τυχόν επικριτές της να την υπονομεύσουν. Πρόκειται για επίσκεψη «πέραν του πρωτοκόλλου», είπε στις ομιλίες του ο Πατριάρχης Κύριλλος, ενθυμούμενος την παλαιά του γνωριμία με τον Οικουμενικό Πατριάρχη και παρότρυνε «να ξεχάσουμε τι είπε κάποιος ή έκανε ο άλλος, να προχωρήσουμε μπροστά ως ενιαία οικογένεια», εκφράζοντας μεγάλη χαρά, που κάθε συνάντηση φέρνει τις δύο Εκκλησίες «όλο και πιο κοντά».
Αιχμές και εκκρεμότητες
Παρά την πανηγυρική υποδοχή και την αμοιβαία πρόθεση επίδειξης «αδελφικής ενότητας», δεν έλειψαν και οι εκατέρωθεν αιχμές, με τον Οικουμενικό Πατριάρχη να χαρακτηρίζει ανυπόστατες τις εναντίον του επικρίσεις για «παπικές τάσεις», που προφανώς του έχουν απευθύνει και κύκλοι της Ρωσικής Εκκλησίας στο παρελθόν. Ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος κάλεσε τους Ρώσους συνομιλητές του «να εργαστούμε όλοι μαζί, όχι χωριστά, για να είναι ο 21ος αιώνας της Ορθοδοξίας», μάλιστα εντυπωσίασε αρκετούς με τη δημόσια «επίπληξη» του μητροπολίτη Ιλαρίωνος, αρμόδιου για τις διεθνείς σχέσεις του Πατριαρχείου Μόσχας, ότι είναι πολύ συχνά σκληρός και επίμονος στις διαπραγματεύσεις και «να μην είναι».
Ο Οικουμενικός Πατριάρχης καυτηρίασε τον εθνοφυλετισμό ως ξένο στη χριστιανική φύση της Εκκλησίας, διατυπώνοντας ανησυχίες που υπάρχουν στη Δύση (sic!) «μήπως αναπτύσσεται τώρα ένας ρωσικός εθνικισμός επικίνδυνος για την ειρήνη του κόσμου», ο οποίος συνοδεύεται με τον όρο περί «Αγίας Ρωσίας». Η απάντησή του ήταν πάντως καθησυχαστική, καθώς «πιστεύουμε και εμείς ότι η “Αγία Ρωσία” είναι έννοια πνευματική και όχι εθνικιστική», ενώ η Ρωσία «εισήλθε στην τρίτη χιλιετία με νέες δυνάμεις και προχωρεί με αισιοδοξία προς το μέλλον υπό τη νέα λίαν δυναμική και αποτελεσματική πολιτική ηγεσία της χώρας».
Αιχμές δεν έλειψαν πάντως ούτε από την ομιλία του Πατριάρχη Κυρίλλου, που χαρακτήρισε τη ρωσική Εκκλησία συνδετικό κρίκο του αδιαίρετου στην πολυμορφία του ρωσικού κόσμου και των ορθοδόξων λαών Ρωσίας, Ουκρανίας, Λευκορωσίας, Μολδαβίας και άλλων πρώην Σοβιετικών Δημοκρατιών, σχολιάζοντας προφανώς παλαιότερες αντιλήψεις του οικουμενικού θρόνου. «Σπουδάσαμε μαζί, μιλάγαμε την ίδια γλώσσα και βρεθήκαμε ξαφνικά σε χωριστές χώρες, άρα η Εκκλησία μας έπρεπε να παίξει ενοποιητικό και όχι διασπαστικό ρόλο», παρατήρησε ο μητροπολίτης Ιλαρίων.
Και η Τουρκία
Επιδιώκοντας προφανώς και ίδιον όφελος, η Ρωσική Εκκλησία έχει προτείνει στο Οικουμενικό Πατριαρχείο την αποστολή μερικών χιλιάδων ιερωμένων που θα μπορούσαν να λύσουν προβλήματα και να καλύψουν ανάγκες τόσο του Φαναρίου, όσο και εκείνες που δημιουργεί η συρροή εκατομμυρίων Ρώσων τουριστών ετησίως, αλλά και των χιλιάδων Ρώσων πολιτών, που ζουν πλέον μόνιμα σε τουρκικό έδαφος και δικαιούνται ποιμενική κάλυψη από το Πατριαρχείο Μόσχας.
Το ρωσικό ΥΠΕΞ, όπως και η Ρωσική Εκκλησία υποστήριξαν τις πρωτοβουλίες του ομογενούς βουλευτή της ρωσικής Κρατικής Δούμας Ιβάν Σαββίδη, γι’ αυτό και θεωρείται πολύ πιθανή πλέον μια λειτουργία στην ιστορική μονή της Παναγίας Σουμελά στις 15 Αυγούστου, χοροστατούντος του Οικουμενικού Πατριάρχη. Θετική είναι η ρωσική πλευρά και στην προσπάθεια να τελεστεί ορθόδοξη λειτουργία και στην Αγία Σοφία τον ερχόμενο Σεπτέμβριο, αλλά και στην επαναλειτουργία της Σχολής της Χάλκης, την οποία υποστηρίζει με δηλώσεις της. Όλα αυτά τα δεδομένα δημιουργούν προϋποθέσεις ενίσχυσης της οικουμενικής διάστασης του Πατριαρχείου στην Κωνσταντινούπολη, το οποίο θα ήταν προφανώς ευχής έργον να επισκεφθούν κάποια στιγμή και οι Ρώσοι ηγέτες, που με μεγάλη συχνότητα πηγαίνουν πλέον στην Τουρκία. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης έκανε ό,τι μπορούσε από τη μεριά του για να τους προσελκύσει, εξαίροντας το «ορθόδοξο φρόνημα» της ρωσικής πολιτικής ηγεσίας, που «γράφει ιστορία» σε μια Ρωσία που αλλάζει. Τόσο ο πρόεδρος Μεντβιέντεφ, όσο και ο πρωθυπουργός Πούτιν συναντήθηκαν με τον Πατριάρχη Βαρθολομαίο, με τον πρώτο να δείχνει ενθουσιασμένος κατά τη δίωρη ξενάγηση στο Κρεμλίνο και τον δεύτερο να ετοιμάζεται να επισκεφθεί την Τουρκία σε λίγες ημέρες.
Δήλωση του ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΒΟΛΟΚΟΛΑΜΣΚ ΙΛΑΡΙΩΝΟΣ (Προέδρου του τμήματος διεθνών σχέσεων του Πατριαρχείου Μόσχας)
«Ήταν μια πολύ καλή, αδελφική συναναστροφή των προκαθημένων των δύο Εκκλησιών και οι συνομιλίες, που έγιναν με τον Πατριάρχη Κύριλλο στην κατοικία του στο Περεντέλκινο, διακρίνονταν από πνεύμα εποικοδομητικής συνεργασίας. Δεν θα ήθελα να μεταφέρω το περιεχόμενο κλειστών συνομιλιών, αλλά έγινε ανταλλαγή απόψεων σε μια ολόκληρη σειρά θεμάτων, μεταξύ των οποίων ζητήματα λειτουργίας της επιτροπής προετοιμασίας της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου των Ορθοδόξων Εκκλησιών, της συμμετοχής μας στο διάλογο Ορθοδόξων – Καθολικών, της ποιμαντικής κάλυψης των Ρώσων που ζουν στην Τουρκία κ.ά. Για την πλευρά μας δεν είναι τόσο σημαντική η ημερομηνία της σύγκλησης της Συνόδου, αλλά να είναι καρποφόρα και να έχει καλά αποτελέσματα. Ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος είπε ότι θα ήθελε να δει τη διεξαγωγή της σε ένα, δύο, το πολύ τρία χρόνια και αυτή είναι μια ευγενής πρόθεση. Πρέπει όμως λεπτομερώς να ετοιμαστούμε για τη Σύνοδο. Και από το πώς θα εργαστεί η επιτροπή προετοιμασίας εξαρτάται πόσο γρήγορα θα προχωρήσουμε. Η εμπειρία μου από τις τελευταίες συνεδριάσεις δείχνει ότι υπάρχει δυνατότητα να βρίσκουμε τον κοινό παρανομαστή ακόμη και σε ζητήματα που μεταξύ των Εκκλησιών μας έως πρόσφατα δεν υπήρχε συμφωνία. Τώρα έχουν αλλάξει πολλά. Γιατί το πνεύμα της αντιπαράθεσης και της αντιπαλότητας, που υπήρχε, για παράδειγμα, στα μέσα της δεκαετίας του 1990 και είχε παραχθεί από τα γνωστά γεγονότα στην Εσθονία, υποχωρεί σήμερα προς το παρελθόν. Σε αντικατάστασή του ήδη ήρθε το πνεύμα της πολύ φιλικής και αποδοτικής συνεργασίας. Προσωπικό ρόλο σε αυτό παίζει ο Πατριάρχης Κύριλλος, ο οποίος πήρε την πρωτοβουλία να αλλάξει το ύφος των σχέσεών μας και πήγε στην Κωνσταντινούπολη για να προτείνει ουσιαστικά στον αδελφό του Πατριάρχη Βαρθολομαίο ένα νέο σχήμα σχέσεων, που βασίζεται στην εμπιστοσύνη, τις συνεργασίες, τις μόνιμες διαβουλεύσεις και στην απόφαση να επιλύουν από κοινού όλα τα ζητήματα».
το πήραμε από τον ιστότοπο http://m-epikaira.gr/2010/06/νέα-εποχή-στις-σχέσεις-μόσχας-και-φανα
Ισραηλινή πειρατεία, ελληνική αμηχανία - του Γιώργου Δελαστίκ
Ισραηλινή πειρατεία, ελληνική αμηχανία
του Γιώργου Δελαστίκ
Aποτροπιασμό και οργή σε ολόκληρο τον κόσμο προκάλεσε η δολοφονική επίθεση του Ισραήλ εναντίον αόπλων –και όχι φυσικά «ενόπλων», όπως έγραψαν την περασμένη εβδομάδα τα «Επίκαιρα» κατόπιν παρεμβάσεως του… «σιωνιστή» αυτή τη φορά δαίμονος του τυπογραφείου!– φιλειρηνιστών που προσπαθούσαν να μεταφέρουν ανθρωπιστική βοήθεια στον αποκλεισμένο παλαιστινιακό πληθυσμό της Γάζας.
«Ισραήλ, κράτος – πειρατής» ήταν, για παράδειγμα, ο πρωτοσέλιδος τίτλος της γαλλικής εφημερίδας Libération. Την «ξεδιάντροπη πράξη πειρατείας» του Τελ Αβίβ κατήγγειλαν σε κύριο άρθρο τους οι Financial Times του Λονδίνου, υπογραμμίζοντας ότι η επίθεση εναντίον αυτών που προσπαθούσαν να σπάσουν τον αποκλεισμό της Γάζας «προκαλεί ζημία στη νομιμότητα του Ισραήλ». Σφοδρότατα επικριτική και η ισπανική El País: «Το Ισραήλ επιτίθεται κατά της διεθνούς νομιμότητας» έγραφε στους τίτλους της.
«Ο αποκλεισμός της Γάζας γίνεται το Βιετνάμ του Ισραήλ» ομολογούσε ακόμη και η ισραηλινή κεντροαριστερή εφημερίδα Χααρέτζ. Για τις «στρατηγικές επιπτώσεις της κτηνωδίας μας και της ανοησίας μας» κάνει λόγο η επίσης ισραηλινή αλλά δεξιά Γεντιότ Αχαρονότ.
Η εφημερίδα Μααρίβ της σκληρής ισραηλινής Δεξιάς, αναφερόμενη στην επίθεση κατά των ξένων ακτιβιστών της ανθρωπιστικής βοήθειας, τονίζει ότι συνέπειά της είναι «η πλήρης απονομιμοποίηση κάθε ισραηλινής στρατιωτικής επιχείρησης» και συνεχίζει: «Μια άλλη συνέπεια είναι η συνέχιση της διαδικασίας «νοτιοαφρικανοποίησης» του Ισραήλ [Σ.Σ. όπως στον καιρό του ρατσιστικού Απαρτχάιντ], στο τέλος της οποίας θα γίνει απολύτως παράνομο να διατηρεί κανείς εμπορικές σχέσεις με το Ισραήλ, να ανταλλάσσει πληροφορίες με τους Ισραηλινούς και να τους επιτρέπει να συμμετέχουν σε αθλητικά γεγονότα».
Οι εραστές του Τελ Αβίβ
Την ώρα που τα εγκλήματα του Ισραήλ καταγγέλλονται από όλες τις χώρες του κόσμου και η απαίτηση για άρση του αποκλεισμού των Παλαιστινίων της Γάζας καθίσταται παγκόσμια και ισχυρή όσο ποτέ, την ώρα που ακόμη και κάποιοι Ισραηλινοί συνειδητοποιούν την απομόνωση της χώρας τους από τη διεθνή κοινότητα, στην Ελλάδα και την Κύπρο παρουσιάζεται ένα εντελώς παράδοξο φαινόμενο. Διάφοροι παράγοντες που είναι σε θέση να επηρεάζουν την κοινή γνώμη, ενθαρρυνόμενοι από τις κυβερνήσεις Παπανδρέου και Χριστόφια, που με τον τρόπο αυτό θέλουν να συγκαλύψουν την άθλια πολιτική που ακολούθησαν κατά τη διάρκεια της ισραηλινής επίθεσης εναντίον των ακτιβιστών, ισχυρίζονται ότι η Αθήνα και η Λευκωσία πρέπει να αδιαφορήσουν για τα εγκλήματα του Τελ Αβίβ και να… συμμαχήσουν με το Ισραήλ!!!
Για να προσδώσουν, μάλιστα, αξιοπιστία στη θέση τους ισχυρίζονται δύο πράγματα. Πρώτον, ότι, τώρα που οι σχέσεις Τουρκίας – Ισραήλ οδεύουν προς τη ρήξη, είναι ευκαιρία η Ελλάδα να αντικαταστήσει την Τουρκία ως προνομιακός εταίρος του Ισραήλ στην περιοχή. Δεύτερον, ότι η ανθρωπιστική αποστολή του «Στόλου της Ελευθερίας» για βοήθεια προς τους Παλαιστινίους της Γάζας δεν ήταν τίποτα περισσότερο από μια… προβοκάτσια που έστησε η Τουρκία στο Ισραήλ, το οποίο, αθώο και ανύποπτο, έπεσε στη σατανική τουρκική παγίδα!
Βάσει της λογικής του δεύτερου επιχειρήματος, οι εκατοντάδες φιλειρηνιστές από δεκάδες χώρες που συμμετείχαν στην ανθρωπιστική αποστολή είναι ή πολιτικά ηλίθιοι ή πράκτορες των τουρκικών μυστικών υπηρεσιών. Το ίδιο ισχύει για οποιονδήποτε υποστηρίζει γενικότερα τους Παλαιστινίους της Γάζας – είναι ή ηλίθιος ή Τούρκος πράκτορας! Είναι προφανές, επομένως, ότι αυτό το επιχείρημα προέρχεται απευθείας από την ισραηλινή Μοσάντ ή από αθεράπευτους εραστές του Ισραήλ και μοναδικό στόχο έχει να απομονώσει την Ελλάδα από τους Άραβες. Δεν αντέχει σε σοβαρή συζήτηση…
Πειρατές… στο Αιγαίο;
Τα περί Ελλάδας – Ισραήλ – Τουρκίας, αντιθέτως, απαιτούν αντίλογο. Ας αρχίσουμε με τον ισχυρισμό ότι η Ελλάδα πρέπει να αδιαφορήσει για τα εγκλήματα του Ισραήλ. Θα μας άρεσε, δηλαδή, η Τουρκία να αντιγράψει τη στάση του Ισραήλ στην τελευταία υπόθεση; Θα μας άρεσε Τούρκοι κομάντος να προχωρούν σε πράξεις πειρατείας εναντίον ελληνικών πλοίων στα διεθνή ύδατα του Αιγαίου, να δολοφονούν κατά δεκάδες τους επιβάτες τους, να απάγουν εν συνεχεία τους υπόλοιπους επιβάτες και να φυλακίζουν τους απαχθέντες επιζώντες επιβάτες σε τουρκικά κάτεργα; Γιατί αυτό ουσιαστικά μας προτείνουν όσοι ισχυρίζονται ότι πρέπει να αδιαφορούμε για την εγκληματική πολιτική του αιμοσταγούς κράτους του Ισραήλ και να συμμαχήσουμε μαζί του.
Υπέροχα θα αισθανόταν η Άγκυρα από μια τέτοια εξέλιξη αποδοχής της κρατικής πειρατείας ως «νόμιμης μορφής υπεράσπισης της ασφάλειας των κρατών» εκ μέρους της Αθήνας και σίγουρα θα φρόντιζε να την εφαρμόζει συχνά στο Αιγαίο!
Περισσότερα… Κατεχόμενα!
Είναι να απορεί κανείς με τους πολιτικούς στόχους εκείνων των Κυπρίων που προτείνουν συμμαχία με το Ισραήλ. Αν η Λευκωσία αποδέχεται ότι το Τελ Αβίβ «δικαιούται» να κατέχει όσα παλαιστινιακά εδάφη θέλει και να επεκτείνει διαρκώς την κατοχή του σε όσα νέα εδάφη επιθυμεί, χτίζοντας κατά βούληση νέους ισραηλινούς οικισμούς στην παλαιστινιακή γη, γιατί δεν θα έχει το ίδιο «δικαίωμα» και ο τουρκικός «Αττίλας»; Βάσει αυτής της λογικής, η Άγκυρα «δικαιούται» όχι μόνο να διαιωνίζει την κυριαρχία της στην κατεχόμενη Κύπρο, αλλά έχει επιπροσθέτως «δικαίωμα», κατά το πρότυπο του Ισραήλ, να επεκτείνει την κατοχή της σε όποιες περιοχές της ελεύθερης Κύπρου επιθυμεί!
Άνισες συγκρίσεις
Σε αφελείς απευθύνεται το επιχείρημα ότι η Ελλάδα θα μπορούσε δήθεν να αντικαταστήσει την Τουρκία ως στρατηγικός σύμμαχος του Ισραήλ, τώρα που έχουν διαταραχθεί οι σχέσεις του Τελ Αβίβ με την Άγκυρα. Ο ισχυρισμός αυτός προκαλεί σαρκασμό από γεωπολιτική σκοπιά. Η Τουρκία είναι αναντικατάστατη για το Ισραήλ επειδή λόγω της γεωγραφικής της θέσης, της μεγάλης έκτασης και του τεράστιου πληθυσμού της παρέχει μέσω της συμμαχίας της στο Τελ Αβίβ το «στρατηγικό βάθος», του οποίου στερείται το μικροσκοπικό Ισραήλ.
Η Ελλάδα δεν έχει κανένα από τα ανωτέρω χαρακτηριστικά. Δεν μπορεί να προσφέρει τίποτα περισσότερο στο Ισραήλ από μια αδιάφορη από στρατιωτική και γεωπολιτική σκοπιά σχέση υποταγής. Γι’ αυτό και, παρά τις γεωπολιτικές φαντασιώσεις κάποιων στην Αθήνα, οι Ισραηλινοί θα κάνουν οτιδήποτε περνά από το χέρι τους για να αποκαταστήσουν τις σχέσεις τους με την Άγκυρα, ακόμη κι αν η κυβέρνηση Παπανδρέου έχει γίνει «χαλί να την πατήσει» το Τελ Αβίβ.
Το όραμα του Ερντογάν
Το Ισραήλ έχει έναν ακόμη λόγο ζωτικής σημασίας να επιδιώξει την πάση θυσία επαναπροσέγγιση με την Άγκυρα. Η στρατηγική συμμαχία Ισραήλ – Τουρκίας έχει περιέλθει σε φάση δεινής δοκιμασίας επειδή ο Ερντογάν προωθεί στρατηγική σύγκλισης Τουρκίας, Αράβων και Ιράν, με την Άγκυρα να διεκδικεί το ρόλο συνεκτικού ιστού αυτού του μετώπου υπέρβασης των ιστορικών αντιπαλοτήτων Τουρκίας – Αράβων και Αράβων – Ιράν.
Εκμεταλλευόμενος την άθλια κατάσταση του αραβικού κόσμου και την απομόνωση του Ιράν, ο Ερντογάν οραματίζεται την ανάδειξη της Τουρκίας σε υπ’ αριθμόν ένα εκπρόσωπο του μουσουλμανικού κόσμου σε παγκόσμιο επίπεδο μέσω αυτής της τριπλής συμμαχίας Τουρκίας – Αράβων – Ιράν. Η σθεναρή υποστήριξη της παλαιστινιακής υπόθεσης από τον Ερντογάν εντάσσεται και υπηρετεί φυσικά και το στρατηγικό του όραμα που περιγράψαμε. Αυτή η πολιτική του Ερντογάν βρίσκει ενθουσιώδη απήχηση και στον τουρκικό λαό και στην αραβική κοινή γνώμη και στο Ιράν.
Για να μην αποτελέσουν η Ελλάδα και η Κύπρος «παράπλευρη απώλεια» της πολιτικής του Ερντογάν, αρκεί απλούστατα να αναβιώσουν τη φιλοαραβική πολιτική τους, να αναζωπυρώσουν τις παραδοσιακά καλές σχέσεις με το Ιράν, να στηρίξουν τους Παλαιστινίους. Μόνο έτσι τα όποια κέρδη της τουρκικής πολιτικής δεν μεταβάλλονται σε ζημίες για την Ελλάδα και την Κύπρο – και όχι με τη συμμαχία με το εγκληματικό Ισραήλ. Μια συμμαχία που θα απέβαινε μοιραία.
http://m-epikaira.gr/2010/06/ισραηλινή-πειρατεία-ελληνική-αμηχαν/
του Γιώργου Δελαστίκ
Aποτροπιασμό και οργή σε ολόκληρο τον κόσμο προκάλεσε η δολοφονική επίθεση του Ισραήλ εναντίον αόπλων –και όχι φυσικά «ενόπλων», όπως έγραψαν την περασμένη εβδομάδα τα «Επίκαιρα» κατόπιν παρεμβάσεως του… «σιωνιστή» αυτή τη φορά δαίμονος του τυπογραφείου!– φιλειρηνιστών που προσπαθούσαν να μεταφέρουν ανθρωπιστική βοήθεια στον αποκλεισμένο παλαιστινιακό πληθυσμό της Γάζας.
«Ισραήλ, κράτος – πειρατής» ήταν, για παράδειγμα, ο πρωτοσέλιδος τίτλος της γαλλικής εφημερίδας Libération. Την «ξεδιάντροπη πράξη πειρατείας» του Τελ Αβίβ κατήγγειλαν σε κύριο άρθρο τους οι Financial Times του Λονδίνου, υπογραμμίζοντας ότι η επίθεση εναντίον αυτών που προσπαθούσαν να σπάσουν τον αποκλεισμό της Γάζας «προκαλεί ζημία στη νομιμότητα του Ισραήλ». Σφοδρότατα επικριτική και η ισπανική El País: «Το Ισραήλ επιτίθεται κατά της διεθνούς νομιμότητας» έγραφε στους τίτλους της.
«Ο αποκλεισμός της Γάζας γίνεται το Βιετνάμ του Ισραήλ» ομολογούσε ακόμη και η ισραηλινή κεντροαριστερή εφημερίδα Χααρέτζ. Για τις «στρατηγικές επιπτώσεις της κτηνωδίας μας και της ανοησίας μας» κάνει λόγο η επίσης ισραηλινή αλλά δεξιά Γεντιότ Αχαρονότ.
Η εφημερίδα Μααρίβ της σκληρής ισραηλινής Δεξιάς, αναφερόμενη στην επίθεση κατά των ξένων ακτιβιστών της ανθρωπιστικής βοήθειας, τονίζει ότι συνέπειά της είναι «η πλήρης απονομιμοποίηση κάθε ισραηλινής στρατιωτικής επιχείρησης» και συνεχίζει: «Μια άλλη συνέπεια είναι η συνέχιση της διαδικασίας «νοτιοαφρικανοποίησης» του Ισραήλ [Σ.Σ. όπως στον καιρό του ρατσιστικού Απαρτχάιντ], στο τέλος της οποίας θα γίνει απολύτως παράνομο να διατηρεί κανείς εμπορικές σχέσεις με το Ισραήλ, να ανταλλάσσει πληροφορίες με τους Ισραηλινούς και να τους επιτρέπει να συμμετέχουν σε αθλητικά γεγονότα».
Οι εραστές του Τελ Αβίβ
Την ώρα που τα εγκλήματα του Ισραήλ καταγγέλλονται από όλες τις χώρες του κόσμου και η απαίτηση για άρση του αποκλεισμού των Παλαιστινίων της Γάζας καθίσταται παγκόσμια και ισχυρή όσο ποτέ, την ώρα που ακόμη και κάποιοι Ισραηλινοί συνειδητοποιούν την απομόνωση της χώρας τους από τη διεθνή κοινότητα, στην Ελλάδα και την Κύπρο παρουσιάζεται ένα εντελώς παράδοξο φαινόμενο. Διάφοροι παράγοντες που είναι σε θέση να επηρεάζουν την κοινή γνώμη, ενθαρρυνόμενοι από τις κυβερνήσεις Παπανδρέου και Χριστόφια, που με τον τρόπο αυτό θέλουν να συγκαλύψουν την άθλια πολιτική που ακολούθησαν κατά τη διάρκεια της ισραηλινής επίθεσης εναντίον των ακτιβιστών, ισχυρίζονται ότι η Αθήνα και η Λευκωσία πρέπει να αδιαφορήσουν για τα εγκλήματα του Τελ Αβίβ και να… συμμαχήσουν με το Ισραήλ!!!
Για να προσδώσουν, μάλιστα, αξιοπιστία στη θέση τους ισχυρίζονται δύο πράγματα. Πρώτον, ότι, τώρα που οι σχέσεις Τουρκίας – Ισραήλ οδεύουν προς τη ρήξη, είναι ευκαιρία η Ελλάδα να αντικαταστήσει την Τουρκία ως προνομιακός εταίρος του Ισραήλ στην περιοχή. Δεύτερον, ότι η ανθρωπιστική αποστολή του «Στόλου της Ελευθερίας» για βοήθεια προς τους Παλαιστινίους της Γάζας δεν ήταν τίποτα περισσότερο από μια… προβοκάτσια που έστησε η Τουρκία στο Ισραήλ, το οποίο, αθώο και ανύποπτο, έπεσε στη σατανική τουρκική παγίδα!
Βάσει της λογικής του δεύτερου επιχειρήματος, οι εκατοντάδες φιλειρηνιστές από δεκάδες χώρες που συμμετείχαν στην ανθρωπιστική αποστολή είναι ή πολιτικά ηλίθιοι ή πράκτορες των τουρκικών μυστικών υπηρεσιών. Το ίδιο ισχύει για οποιονδήποτε υποστηρίζει γενικότερα τους Παλαιστινίους της Γάζας – είναι ή ηλίθιος ή Τούρκος πράκτορας! Είναι προφανές, επομένως, ότι αυτό το επιχείρημα προέρχεται απευθείας από την ισραηλινή Μοσάντ ή από αθεράπευτους εραστές του Ισραήλ και μοναδικό στόχο έχει να απομονώσει την Ελλάδα από τους Άραβες. Δεν αντέχει σε σοβαρή συζήτηση…
Πειρατές… στο Αιγαίο;
Τα περί Ελλάδας – Ισραήλ – Τουρκίας, αντιθέτως, απαιτούν αντίλογο. Ας αρχίσουμε με τον ισχυρισμό ότι η Ελλάδα πρέπει να αδιαφορήσει για τα εγκλήματα του Ισραήλ. Θα μας άρεσε, δηλαδή, η Τουρκία να αντιγράψει τη στάση του Ισραήλ στην τελευταία υπόθεση; Θα μας άρεσε Τούρκοι κομάντος να προχωρούν σε πράξεις πειρατείας εναντίον ελληνικών πλοίων στα διεθνή ύδατα του Αιγαίου, να δολοφονούν κατά δεκάδες τους επιβάτες τους, να απάγουν εν συνεχεία τους υπόλοιπους επιβάτες και να φυλακίζουν τους απαχθέντες επιζώντες επιβάτες σε τουρκικά κάτεργα; Γιατί αυτό ουσιαστικά μας προτείνουν όσοι ισχυρίζονται ότι πρέπει να αδιαφορούμε για την εγκληματική πολιτική του αιμοσταγούς κράτους του Ισραήλ και να συμμαχήσουμε μαζί του.
Υπέροχα θα αισθανόταν η Άγκυρα από μια τέτοια εξέλιξη αποδοχής της κρατικής πειρατείας ως «νόμιμης μορφής υπεράσπισης της ασφάλειας των κρατών» εκ μέρους της Αθήνας και σίγουρα θα φρόντιζε να την εφαρμόζει συχνά στο Αιγαίο!
Περισσότερα… Κατεχόμενα!
Είναι να απορεί κανείς με τους πολιτικούς στόχους εκείνων των Κυπρίων που προτείνουν συμμαχία με το Ισραήλ. Αν η Λευκωσία αποδέχεται ότι το Τελ Αβίβ «δικαιούται» να κατέχει όσα παλαιστινιακά εδάφη θέλει και να επεκτείνει διαρκώς την κατοχή του σε όσα νέα εδάφη επιθυμεί, χτίζοντας κατά βούληση νέους ισραηλινούς οικισμούς στην παλαιστινιακή γη, γιατί δεν θα έχει το ίδιο «δικαίωμα» και ο τουρκικός «Αττίλας»; Βάσει αυτής της λογικής, η Άγκυρα «δικαιούται» όχι μόνο να διαιωνίζει την κυριαρχία της στην κατεχόμενη Κύπρο, αλλά έχει επιπροσθέτως «δικαίωμα», κατά το πρότυπο του Ισραήλ, να επεκτείνει την κατοχή της σε όποιες περιοχές της ελεύθερης Κύπρου επιθυμεί!
Άνισες συγκρίσεις
Σε αφελείς απευθύνεται το επιχείρημα ότι η Ελλάδα θα μπορούσε δήθεν να αντικαταστήσει την Τουρκία ως στρατηγικός σύμμαχος του Ισραήλ, τώρα που έχουν διαταραχθεί οι σχέσεις του Τελ Αβίβ με την Άγκυρα. Ο ισχυρισμός αυτός προκαλεί σαρκασμό από γεωπολιτική σκοπιά. Η Τουρκία είναι αναντικατάστατη για το Ισραήλ επειδή λόγω της γεωγραφικής της θέσης, της μεγάλης έκτασης και του τεράστιου πληθυσμού της παρέχει μέσω της συμμαχίας της στο Τελ Αβίβ το «στρατηγικό βάθος», του οποίου στερείται το μικροσκοπικό Ισραήλ.
Η Ελλάδα δεν έχει κανένα από τα ανωτέρω χαρακτηριστικά. Δεν μπορεί να προσφέρει τίποτα περισσότερο στο Ισραήλ από μια αδιάφορη από στρατιωτική και γεωπολιτική σκοπιά σχέση υποταγής. Γι’ αυτό και, παρά τις γεωπολιτικές φαντασιώσεις κάποιων στην Αθήνα, οι Ισραηλινοί θα κάνουν οτιδήποτε περνά από το χέρι τους για να αποκαταστήσουν τις σχέσεις τους με την Άγκυρα, ακόμη κι αν η κυβέρνηση Παπανδρέου έχει γίνει «χαλί να την πατήσει» το Τελ Αβίβ.
Το όραμα του Ερντογάν
Το Ισραήλ έχει έναν ακόμη λόγο ζωτικής σημασίας να επιδιώξει την πάση θυσία επαναπροσέγγιση με την Άγκυρα. Η στρατηγική συμμαχία Ισραήλ – Τουρκίας έχει περιέλθει σε φάση δεινής δοκιμασίας επειδή ο Ερντογάν προωθεί στρατηγική σύγκλισης Τουρκίας, Αράβων και Ιράν, με την Άγκυρα να διεκδικεί το ρόλο συνεκτικού ιστού αυτού του μετώπου υπέρβασης των ιστορικών αντιπαλοτήτων Τουρκίας – Αράβων και Αράβων – Ιράν.
Εκμεταλλευόμενος την άθλια κατάσταση του αραβικού κόσμου και την απομόνωση του Ιράν, ο Ερντογάν οραματίζεται την ανάδειξη της Τουρκίας σε υπ’ αριθμόν ένα εκπρόσωπο του μουσουλμανικού κόσμου σε παγκόσμιο επίπεδο μέσω αυτής της τριπλής συμμαχίας Τουρκίας – Αράβων – Ιράν. Η σθεναρή υποστήριξη της παλαιστινιακής υπόθεσης από τον Ερντογάν εντάσσεται και υπηρετεί φυσικά και το στρατηγικό του όραμα που περιγράψαμε. Αυτή η πολιτική του Ερντογάν βρίσκει ενθουσιώδη απήχηση και στον τουρκικό λαό και στην αραβική κοινή γνώμη και στο Ιράν.
Για να μην αποτελέσουν η Ελλάδα και η Κύπρος «παράπλευρη απώλεια» της πολιτικής του Ερντογάν, αρκεί απλούστατα να αναβιώσουν τη φιλοαραβική πολιτική τους, να αναζωπυρώσουν τις παραδοσιακά καλές σχέσεις με το Ιράν, να στηρίξουν τους Παλαιστινίους. Μόνο έτσι τα όποια κέρδη της τουρκικής πολιτικής δεν μεταβάλλονται σε ζημίες για την Ελλάδα και την Κύπρο – και όχι με τη συμμαχία με το εγκληματικό Ισραήλ. Μια συμμαχία που θα απέβαινε μοιραία.
http://m-epikaira.gr/2010/06/ισραηλινή-πειρατεία-ελληνική-αμηχαν/
O φιλοτουρκισμός δυτικών δυνάμεων - του Νίκου Κοτζιά
O φιλοτουρκισμός δυτικών δυνάμεων
του Νίκου Κοτζιά
Το κυπριακό ζήτημα ωρίμασε μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν στην ημερήσια διάταξη των λαών είχε γραφεί η κατάρρευση των μεγάλων αποικιοκρατικών αυτοκρατοριών. Ωρίμασε χάρη στους αγώνες των Κυπρίων που ζητούσαν την Ένωση της Μεγαλονήσου με την Ελλάδα. Η αντίδραση των Βρετανών ήταν αρχικά η αναβάθμιση των Τουρκοκυπρίων και η προσπάθεια αντιπαράθεσης με τους Ελληνοκύπριους. Αργότερα, όταν το κίνημα Ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα δεν μπορούσε να συγκρατηθεί, το Ηνωμένο Βασίλειο έβαλε στο παιχνίδι την Τουρκία. «Ανακάλυψε» τα ιστορικά και γεωγραφικά δικαιώματα της τελευταίας. Ιδιαίτερα μετά την ήττα των Βρετανών στο Σουέζ, το Λονδίνο αξιολόγησε ως μόνο σταθερό σύμμαχό στην περιοχή την Άγκυρα και παραδόθηκε στις νέες τουρκικές απαιτήσεις για διχοτόμηση της Κύπρου. Το κίνημα στην Κύπρο αναγκάστηκε να μετακινηθεί από το αίτημα της Ένωσης στη διεκδίκηση της Ανεξαρτησίας.
Σε όλη τη διάρκεια του Κυπριακού, ο αποφασιστικός παράγοντας διαμόρφωσης των δυτικών προτάσεων ήταν οι ανάγκες των εξωτερικών παικτών. Μεταπολεμικά στο τι επιθυμούσε η Βρετανία από την Τουρκία. Αργότερα, οι επιθυμίες της ίδιας της Τουρκίας. Υστερότερα, μεγάλο ρόλο έπαιξε ο φόβος των ΗΠΑ να μην βρει τρόπο η Σοβιετική Ένωση να παρέμβει στο Κυπριακό ή να προσελκύσει την Τουρκία και δημιουργηθούν προβλήματα στο ΝΑΤΟ. Συνολικά, η ιστορία του Κυπριακού μπορεί να διαβαστεί και ως η ιστορία αγνόησης και καταστρατήγησης των δικαιωμάτων όλων των Κυπρίων, στο όνομα της ανάγκης στήριξης της Δύσης –του Ηνωμένου Βασιλείου αρχικά, του ΝΑΤΟ και των ΗΠΑ αργότερα– στην Τουρκία που τους είχε πείσει ότι ανά πάσα στιγμή μπορεί να τα βρει με την ΕΣΣΔ. Επρόκειτο για ένα παιχνίδι πόκερ στο οποίο οι συμμετέχοντες ήθελαν ο χαμένος να είναι ένας τρίτος, ο Ελληνισμός.
Τα γράφω αυτά όλα, διότι ο Αμερικανός υπουργός Άμυνας πριν από λίγες ημέρες υποστήριξε ότι η στροφή της Τουρκίας προς τον ισλαμισμό είναι αποτέλεσμα της άρνησης παράδοσης της ΕΕ στις ορέξεις της Αγκύρας. Ότι επειδή ο ευρωπαϊκός δρόμος δείχνει το λιγότερο να μην είναι ταχύς για την Τουρκία, εκείνη, μη έχοντας τι άλλο να κάνει, μετακινείται προς τον ισλαμικό κόσμο. Το σχήμα είναι, πλέον, γνωστό: να καλοπιάνεται η Τουρκία στο όνομα ότι «φλερτάρει» με τρίτους. Παλιά τους Σοβιετικούς, τώρα τους ισλαμιστές.
Το ότι στην Τουρκία κυβερνούν οι ισλαμιστές· ότι ο υπουργός Εξωτερικών της έχει φτιάξει το νεοοθωμανικό στρατήγημα που προσανατολίζεται προς τον ισλαμικό κόσμο· ότι η Τουρκία εδώ και χρόνια ηγείται της ισλαμικής διάσκεψης· ότι καταδιώκει σκληρά τους πιο κοσμικούς μουσουλμάνους στο εσωτερικό της, τους Κούρδους και τους Αλεβήτες, για όλα αυτά φαίνεται ότι δεν έχουν ακούσει οτιδήποτε οι Αμερικανοί μέχρι σήμερα. Γι’ αυτό παρουσιάζουν «την ταλάντευση» της ΕΕ ως αιτία γέννησης της πρωθύστερης στροφής των Τούρκων.
το πήραμε από τον ιστότοπο http://m-epikaira.gr/2010/06/o-φιλοτουρκισμός-δυτικών-δυνάμεων
του Νίκου Κοτζιά
Το κυπριακό ζήτημα ωρίμασε μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν στην ημερήσια διάταξη των λαών είχε γραφεί η κατάρρευση των μεγάλων αποικιοκρατικών αυτοκρατοριών. Ωρίμασε χάρη στους αγώνες των Κυπρίων που ζητούσαν την Ένωση της Μεγαλονήσου με την Ελλάδα. Η αντίδραση των Βρετανών ήταν αρχικά η αναβάθμιση των Τουρκοκυπρίων και η προσπάθεια αντιπαράθεσης με τους Ελληνοκύπριους. Αργότερα, όταν το κίνημα Ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα δεν μπορούσε να συγκρατηθεί, το Ηνωμένο Βασίλειο έβαλε στο παιχνίδι την Τουρκία. «Ανακάλυψε» τα ιστορικά και γεωγραφικά δικαιώματα της τελευταίας. Ιδιαίτερα μετά την ήττα των Βρετανών στο Σουέζ, το Λονδίνο αξιολόγησε ως μόνο σταθερό σύμμαχό στην περιοχή την Άγκυρα και παραδόθηκε στις νέες τουρκικές απαιτήσεις για διχοτόμηση της Κύπρου. Το κίνημα στην Κύπρο αναγκάστηκε να μετακινηθεί από το αίτημα της Ένωσης στη διεκδίκηση της Ανεξαρτησίας.
Σε όλη τη διάρκεια του Κυπριακού, ο αποφασιστικός παράγοντας διαμόρφωσης των δυτικών προτάσεων ήταν οι ανάγκες των εξωτερικών παικτών. Μεταπολεμικά στο τι επιθυμούσε η Βρετανία από την Τουρκία. Αργότερα, οι επιθυμίες της ίδιας της Τουρκίας. Υστερότερα, μεγάλο ρόλο έπαιξε ο φόβος των ΗΠΑ να μην βρει τρόπο η Σοβιετική Ένωση να παρέμβει στο Κυπριακό ή να προσελκύσει την Τουρκία και δημιουργηθούν προβλήματα στο ΝΑΤΟ. Συνολικά, η ιστορία του Κυπριακού μπορεί να διαβαστεί και ως η ιστορία αγνόησης και καταστρατήγησης των δικαιωμάτων όλων των Κυπρίων, στο όνομα της ανάγκης στήριξης της Δύσης –του Ηνωμένου Βασιλείου αρχικά, του ΝΑΤΟ και των ΗΠΑ αργότερα– στην Τουρκία που τους είχε πείσει ότι ανά πάσα στιγμή μπορεί να τα βρει με την ΕΣΣΔ. Επρόκειτο για ένα παιχνίδι πόκερ στο οποίο οι συμμετέχοντες ήθελαν ο χαμένος να είναι ένας τρίτος, ο Ελληνισμός.
Τα γράφω αυτά όλα, διότι ο Αμερικανός υπουργός Άμυνας πριν από λίγες ημέρες υποστήριξε ότι η στροφή της Τουρκίας προς τον ισλαμισμό είναι αποτέλεσμα της άρνησης παράδοσης της ΕΕ στις ορέξεις της Αγκύρας. Ότι επειδή ο ευρωπαϊκός δρόμος δείχνει το λιγότερο να μην είναι ταχύς για την Τουρκία, εκείνη, μη έχοντας τι άλλο να κάνει, μετακινείται προς τον ισλαμικό κόσμο. Το σχήμα είναι, πλέον, γνωστό: να καλοπιάνεται η Τουρκία στο όνομα ότι «φλερτάρει» με τρίτους. Παλιά τους Σοβιετικούς, τώρα τους ισλαμιστές.
Το ότι στην Τουρκία κυβερνούν οι ισλαμιστές· ότι ο υπουργός Εξωτερικών της έχει φτιάξει το νεοοθωμανικό στρατήγημα που προσανατολίζεται προς τον ισλαμικό κόσμο· ότι η Τουρκία εδώ και χρόνια ηγείται της ισλαμικής διάσκεψης· ότι καταδιώκει σκληρά τους πιο κοσμικούς μουσουλμάνους στο εσωτερικό της, τους Κούρδους και τους Αλεβήτες, για όλα αυτά φαίνεται ότι δεν έχουν ακούσει οτιδήποτε οι Αμερικανοί μέχρι σήμερα. Γι’ αυτό παρουσιάζουν «την ταλάντευση» της ΕΕ ως αιτία γέννησης της πρωθύστερης στροφής των Τούρκων.
το πήραμε από τον ιστότοπο http://m-epikaira.gr/2010/06/o-φιλοτουρκισμός-δυτικών-δυνάμεων
Ο επικίνδυνος πειρασμός της ελληνοϊσραηλινής προσέγγισης και ο δρόμος του μοναχικού πολεμιστή
Ο επικίνδυνος πειρασμός της ελληνοϊσραηλινής προσέγγισης και ο δρόμος του μοναχικού πολεμιστή
του Δρ. Κωνσταντίνου Γρίβα (*)
Η πρόσφατη διαμάχη Τουρκίας – Ισραήλ έθεσε μεγάλα ερωτήματα στην ελληνική εξωτερική πολιτική, κυρίως με το κατά πόσο η εξέλιξη αυτή συμφέρει την Ελλάδα, ενώ έφερε στο προσκήνιο και την επιλογή (;) μιας συμμαχίας με το Ισραήλ. Είναι αυτή όμως άραγε μια σοφή πολιτική και οι εξελίξεις αυτές είναι πράγματι προς όφελός μας;
Καταρχάς, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας το γεγονός της εξαιρετικά άβολης θέσης στην οποία βρίσκονται οι ΗΠΑ σε αυτή τη διαμάχη. Φυσικά και δεν μπορούν να «πουλήσουν» το Ισραήλ, από την άλλη όμως πολύ δύσκολα θα αποφασίσουν να συγκρουστούν με την Τουρκία. Όχι τόσο γιατί τη χρειάζονται ή πιστεύουν πως τη χρειάζονται, όσο γιατί τη φοβούνται. Και συγκεκριμένα φοβούνται ότι μπορεί να μετατραπεί σε ένα ισλαμιστικό – αντιαμερικανικό κράτος και να δημιουργήσει συμμαχία με το Ιράν. Και δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι η Τουρκία βρίσκεται εκτός των δυνατοτήτων «δυναμικής αντιμετώπισης» της αμερικανικής πολεμικής μηχανής σήμερα…
Άρα λοιπόν, αυτό που μένει στους Αμερικανούς είναι να κρατήσουν προσωρινά μια πολιτική ουδετερότητας στην τουρκοϊσραηλινή αντιπαλότητα, να ενισχύσουν τις τουρκοαμερικανικές σχέσεις σε άλλους τομείς και να «εξευμενίσουν» την Τουρκία. Πράγματι, η πολιτική της Ουάσιγκτον έναντι της Τουρκίας τον τελευταίο καιρό είναι πολιτική κατευνασμού. Και το πιο εύκολο θύμα στην περιοχή, η «Ιφιγένεια», που θα μπορούσε να επιτρέψει την υλοποίηση αυτής της πολιτικής, είναι φυσικά η Ελλάδα. Μια χώρα την οποία οι Αμερικανοί δεν φοβούνται, δεν έχουν να περιμένουν τίποτε από αυτή, δεδομένης της συνεχούς γεωπολιτικής της απομείωσης των τελευταίων ετών, και δεν ανησυχούν μήπως ολισθήσει σε ουσιαστικές αντιαμερικανικές στρατηγικές επιλογές (δεν αναφερόμαστε φυσικά στις ανώδυνες κατά καιρούς αντιαμερικανικές εκρήξεις που περιορίζονται σε επίπεδο φρασεολογίας), μια και αποτελεί οργανικό μέρος του δυτικού κόσμου. Ακόμη και τα ανοίγματά της προς τη Μόσχα, επί πρωθυπουργίας Καραμανλή, που θα μπορούσαν να της έχουν προσδώσει ένα νέο γεωπολιτικό ειδικό βάρος το οποίο θα προκαλούσε και το σεβασμό των ΗΠΑ, είχαν δυστυχώς άδοξο τέλος.
Με κανέναν τρόπο, λοιπόν, η επιδείνωση των τουρκοϊσραηλινών και κατ’ επέκταση των τουρκοαμερικανικών σχέσεων δεν συνεπάγεται ότι είναι κατ’ ανάγκην προς όφελος της χώρας μας. Αντιθέτως, τα ζωτικά ελληνικά συμφέροντα μπορεί να αποτελέσουν το εύκολο θύμα που θα επιτρέψει τη διαιώνιση για λίγο καιρό ακόμη της εύθραυστης ισορροπίας στο τρίγωνο Ουάσιγκτον – Τελ Αβίβ – Άγκυρα.
Από την άλλη, βέβαια, δεν θα πρέπει να παραβλέπουμε και το γεγονός ότι αν η Ουάσιγκτον οδηγηθεί ανελέητα σε επιλογές μηδενικού αθροίσματος, έχοντας να επιλέξει ή το Ισραήλ ή την Τουρκία, η απάντηση είναι ξεκάθαρη και δεδομένη. Επιπροσθέτως, ακόμη και χωρίς την ύπαρξη του Ισραήλ, αργά ή γρήγορα το πιο πιθανόν είναι ότι οι τουρκοαμερικανικές σχέσεις θα οδηγηθούν σε οδυνηρό σχίσμα, μόλις παύσουν να υφίστανται οι φαντασιώσεις κάποιων πυρήνων εξουσίας στην Ουάσιγκτον, περί «εκσυγχρονιστικού» ρόλου της Τουρκίας στον ισλαμικό κόσμο. Μεταξύ των άλλων, η πολιτική γεωγραφία που δημιουργείται στο μετασανταμικό – μετααμερικανικό Ιράκ θέτει την Τουρκία με τις ΗΠΑ σε σαφέστατη τροχιά έντονης γεωπολιτικής αντιπαλότητας, λόγω του ζητήματος των Κούρδων. Άρα η πιθανότητα οξείας και ξεκάθαρης σύγκρουσης ΗΠΑ – Τουρκίας και Ισραήλ – Τουρκίας σε βάθος χρόνου είναι απολύτως πραγματικά. ισχυρή
Παρεμπιπτόντως, το ενδεχόμενο αυτό δεν είναι σίγουρο ότι έχει γίνει κατανοητό από τις ελληνικές ελίτ, οι οποίες έχουν επενδύσει στην ανορθολογική «ελληνοτουρκική φιλία», θεωρώντας ότι αυτή είναι και η επιλογή της Ουάσιγκτον. Άλλωστε, οι εγχώριες ελίτ που προωθούν αυτή την αυτοκαταστροφική προσέγγιση με την Τουρκία είναι και φιλοαμερικανικές και κατά κανόνα και φιλοϊσραηλινές. Οι άνθρωποι αυτοί, όμως, έχουν άραγε κατανοήσει ότι πιθανώς κάποια στιγμή στο μέλλον όλα αυτά τα ανοίγματα προς την Άγκυρα θα θεωρούνται εν δυνάμει απειλητικά από την Ουάσιγκτον; Και θα είναι άραγε πρόθυμοι να συγκρουστούν με την Ουάσιγκτον, το Τελ Αβίβ και το εβραϊκό λόμπι ανά τον κόσμο για χάρη του νέου τους φίλου;
Συμμαχία με το Ισραήλ: Γεωπολιτικός ρεαλισμός ή ριψοκίνδυνη ζαριά;
Η δραματική επιδείνωση των τουρκοϊσραηλινών σχέσεων έριξε στο τραπέζι την ιδέα της άμεσης και αποφασιστικής προσέγγισης της Ελλάδας με το Ισραήλ. Η επιλογή αυτή έχει σημαντικά ορθολογικά στοιχεία που ξεφεύγουν κατά πολύ από την απλοϊκά μανιχαϊστική σκέψη «ο εχθρός του εχθρού μου είναι φίλος μου». Όσοι υποστηρίζουν αυτή την άποψη θεωρούν ότι το Ισραήλ είναι μια πολύ ισχυρή δύναμη και μια συμμαχία μαζί του θα προσέφερε τεράστια τακτικά και στρατηγικά πλεονεκτήματα εναντίον κάθε δυνητικού αντιπάλου. Επίσης, είναι πιθανόν να έσερνε τις ΗΠΑ σε μια σταθερή και μόνιμη φιλελληνική θέση.
Κατά την άποψη του γράφοντος, ωστόσο, η επιλογή αυτή είναι εξαιρετικά επικίνδυνη. Καταρχάς, σε παρόμοια περίπτωση όλη η τεράστια, μακροχρόνια, αν και μέχρι στιγμής αναξιοποίητη, γεωπολιτική επένδυση της Ελλάδας στον αραβικό κόσμο θα πήγαινε στράφι. Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι μια προσέγγιση με το Ισραήλ, υπό αυτές τις συνθήκες, δεν θα εμφανιζόταν μόνον σαν αντιτουρκική, αλλά και σαν αντιπαλαιστινιακή και αντιαραβική. Βέβαια, κάποιος ψυχρός και κυνικός ρεαλιστής θα μπορούσε να πει ότι αυτή η επένδυση στα συναισθήματα των αραβικών λαών απλά δεν μας χρειάζεται και θα μπορούσε να θυσιαστεί.
Όμως, δεν είναι ακριβώς έτσι. α) Ναι μεν η δυναμική των ελληνοαραβικών σχέσεων δεν έχει ακόμη δώσει τα αποτελέσματα που θα θέλαμε, αλλά αυτό οφείλεται μάλλον σε άλλους παράγοντες και όχι στην… επένδυση αυτή καθεαυτή. β) Επίσης, δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι η ελληνική κοινή γνώμη είναι σαφέστατα προσανατολισμένη υπέρ των Παλαιστινίων και κατά των Ισραηλινών και καμιά στρατηγική επιλογή που θα ήθελε να μακροημερεύσει δεν μπορεί να μην λάβει υπόψη της τις διαθέσεις του ελληνικού λαού. γ) Το σημαντικότερο όμως είναι ότι ακόμη και ο πιο θετικά προδιατεθειμένος προς το Ισραήλ Έλληνας πολίτης θα πρέπει να παραδεχτεί ότι η ισραηλινή πολιτική τα τελευταία χρόνια έναντι των Παλαιστινίων είναι ατελέσφορη, αδιέξοδη, αντιπαραγωγική και εντέλει ανορθολογική, με αποτέλεσμα να έχει οδηγήσει σε σύγκρουση ακόμη και με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Μια προσέγγιση, λοιπόν, με το Ισραήλ κινδυνεύει όχι μόνο να απομονώσει τη χώρα μας, αλλά και να νομιμοποιήσει με έμμεσο τρόπο την εικόνα που θέλει να περάσει η Τουρκία σαν προστάτιδα των Παλαιστινίων και ηγέτιδα του μουσουλμανικού κόσμου, επιτρέποντάς της να «πουλήσει» θεωρίες περί περικύκλωσής της από τη χριστιανική Ελλάδα και το Ισραήλ. Σε παρόμοια περίπτωση προκύπτει και ο κίνδυνος να μεταβληθεί και η ελληνοτουρκική αντιπαλότητα (η οποία πάντοτε υπάρχει και θα υπάρχει εις βάρος των μεταφυσικών προσπαθειών εξορκισμού της διαμέσου της εκάστοτε «ελληνοτουρκικής φιλίας») σε αντιπαλότητα της Ελλάδας με όλο το μουσουλμανικό κόσμο.
Επιπροσθέτως, κανείς δεν μας εγγυάται ότι η εχθρότητα Ισραήλ – Τουρκίας θα βαθύνει άμεσα και θα λάβει διαστάσεις μόνιμης και οργανικής εχθρότητας και δεν αποτελεί ένα περιστασιακό επεισόδιο, το οποίο θα αντικατασταθεί από μια ακόμη φάση (λυκο)φιλίας μεταξύ των δύο χωρών, έστω και σε βραχυχρόνιο ορίζοντα.
Στρατιωτική σύγκρουση
Ακόμη όμως και να μην συμβεί κάτι τέτοιο, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας ότι δεν υπάρχει, μάλλον, κάποια άμεση προοπτική στρατιωτικής σύγκρουσης Ισραήλ και Τουρκίας, έτσι ώστε να σπεύσουμε και εμείς να εκμεταλλευτούμε την ευκαιρία και να… πάρουμε την Πόλη!
Η Τουρκία, παρ’ όλους τους λεονταρισμούς της, δεν είναι τόσο αιθεροβάμων ώστε να επιλέξει να συγκρουστεί στρατιωτικά με το Ισραήλ. Και το Ισραήλ, όμως, το τελευταίο πράγμα που θα ήθελε θα ήταν ένας ακόμη στρατιωτικός εχθρός με ισχυρό στράτευμα, δυτική τεχνολογία και ενταγμένος στους θεσμούς του δυτικού κόσμου. Άλλωστε, το γεγονός ότι οι δύο χώρες δεν έχουν κοινά σύνορα δυσκολεύει την όποια στρατιωτική εμπλοκή μεταξύ τους.
Επίσης, δεν θα πρέπει να αποκλείεται το ενδεχόμενο της προώθησης κάποιας λογικής λύσης από πλευράς του Ισραήλ για την επίλυση του Παλαιστινιακού, κάτι που ζητάνε επίμονα οι ΗΠΑ αλλά και μεγάλο μέρος της ισραηλινής κοινής γνώμης. Σε αυτή την περίπτωση, η Τουρκία θα μπορούσε να εμφανιστεί ότι έφερε εις πέρας το ρόλο της ως προστάτιδα των Παλαιστινίων και να αποκαταστήσει, έστω και εν μέρει, τις σχέσεις της με το Τελ Αβίβ. Ο εχθρός του σήμερα είναι ο φίλος του αύριο και το αντίθετο. Και αυτό είναι αξίωμα στη Μέση Ανατολή εδώ και αιώνες.
Άλλωστε, δεν θα πρέπει να παραβλέπουμε την ύπαρξη ισχυρών και γνησίως φιλοϊσραηλινών δυνάμεων στο εσωτερικό της Τουρκίας, κυρίως στο στρατιωτικό κατεστημένο, οι οποίες δυσφορούν πολύ με τις επιλογές της κυβέρνησης Ερντογάν και θα ήθελαν η Τουρκία να κάνει στροφή 180 μοιρών όσον αφορά στις σχέσεις της με το Ισραήλ. Και κανείς δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα ότι οι δυνάμεις αυτές έχουν χάσει κάθε δυνατότητα να «φρονιμέψουν» την κυβέρνηση Ερντογάν και να αντιστρέψουν την ισλαμική – αντιισραηλινή της στοχοθέτηση. Η εσωτερική πολιτική σκηνή της Τουρκίας ήταν, είναι και θα είναι γεμάτη εκπλήξεις.
Και τι γίνεται τότε; Αν δηλαδή ο Ερντογάν βάλει νερό στο κρασί του ή ισχυρές δυνάμεις μέσα στην Τουρκία ανατρέψουν τη φιλοαραβική – αντιισραηλινή πολιτική και οι δύο χώρες τα «ξαναβρούν» έστω και προσωρινά; Σε παρόμοια περίπτωση, αν η χώρα μας θα έχει εκτεθεί ως απροκάλυπτα φιλοϊσραηλινή, οι εξελίξεις αυτές, πολύ απλά, θα την «αδειάσουν» και το μόνο που θα της μείνει θα είναι η εχθρότητα του αραβικού και του ευρύτερου μουσουλμανικού κόσμου με απρόβλεπτες συνέπειες για το μέλλον.
Ακόμη, δεν θα ήταν φρόνιμο να μην εξετάσουμε το ενδεχόμενο ότι και το Ισραήλ, εκτός από τις ΗΠΑ, μπορεί να ακολουθήσει μια πολιτική κατευνασμού έναντι της Τουρκίας και η πιο πρόσφορη επιλογή σε παρόμοια περίπτωση είναι να στηρίξει τις διεκδικήσεις της Άγκυρας έναντι των ζωτικών συμφερόντων της Ελλάδας και της Κύπρου στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου…
Τέλος, έχει άραγε ερωτηθεί το Ισραήλ αν πράγματι θα ήθελε μια στρατηγική συμμαχία με την Ελλάδα;
Η επιλογή του αυτόνομου δρώντα και η επένδυση στην ισχύ
The choice of autonomous actor and the investment in power
Από την άλλη, η ευκαιρία είναι πολύ μεγάλη για να τη χάσουμε. Όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, αυτό που κυριαρχεί στη γεωπολιτική ταυτότητα της περιοχής είναι μια τεράστια και επικίνδυνη γεωπολιτική ασάφεια. Κατά συνέπεια, αυτό που χρειάζονται σε βάθος χρόνου, τόσο οι ΗΠΑ και η Ευρώπη όσο και το Ισραήλ, είναι ισχυρά σημεία «αγκυροβολίου πολιτικής» που θα μπορούν να μειώσουν το βαθμό αβεβαιότητας και να αποτελέσουν κρίσιμης σημασίας στηρίγματα σε περίπτωση ακραίων εξελίξεων. Αν δηλαδή η Τουρκία οδηγείτο σε σαφέστατα εχθρική σχέση μαζί τους. Σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, πρόκειται ίσως για τη μόνη χώρα στην περιοχή που μπορεί να παίξει αυτό το ρόλο, μια και είναι βαθιά ενταγμένη στους οργανικούς θεσμούς και τη γεωπολιτική υπόσταση της Δύσης και αυτό δεν μπορεί να αλλάξει. Αυτό που της λείπει όμως, ώστε να μπορεί να παίξει παρόμοιο ρόλο, είναι η ισχύς.
Έτσι, λοιπόν, θα μπορούσαμε να κρατήσουμε πολύ χαμηλούς τόνους σε αυτή την αντιπαράθεση και να κρατηθούμε απέξω. Αυτό σημαίνει όχι μόνο να αποφύγουμε να ταυτιστούμε με το Ισραήλ, αλλά και να απομακρυνθούμε, όσο είναι καιρός, από την Τουρκία, σταματώντας την αυτοκαταστροφική πολιτική της «ελληνοτουρκικής προσέγγισης». Εν παραλλήλω, θα πρέπει να ενισχύσουμε τη γεωπολιτική μας υποδομή, έτσι ώστε να γίνουμε εν δυνάμει ισχυροί παράγοντες στην περιοχή, αποτρέποντας ταυτοχρόνως την πιθανότητα να αποτελέσουμε την «Ιφιγένεια» σε μια πολιτική κατευνασμού της Τουρκίας από πλευράς ΗΠΑ και Ισραήλ. Να αντιστρέψουμε, δηλαδή, αυτή τη συνεχή πορεία γεωπολιτικής απομείωσης των τελευταίων ετών και να ξαναγίνουμε «κάτι» όχι ταυτιζόμενοι με κάποιο άλλο κράτος, αλλά ενισχύοντας την άμεση γεωπολιτική μας υπόσταση.
Κατά την ταπεινή άποψη του γράφοντος, τόσο οι ΗΠΑ όσο και το Ισραήλ μάλλον θα προτιμούσαν μια ισχυρή αν και φιλοπαλαιστινιακή Ελλάδα, η οποία όμως, έτσι και αλλιώς, λόγω της δυτικής γεωπολιτικής της ταυτότητας, αποτελεί εν δυνάμει σύμμαχο, παρά μια φιλοϊσραηλινή, αλλά αδύναμη, άρα και άχρηστη Ελλάδα.
Κι αν όλα τα παραπάνω φαίνονται πολύ θεωρητικά, ένα άμεσο μέτρο που, κατά την άποψη του γράφοντος, θα ενίσχυε την «κρίσιμη γεωπολιτική υποδομή» της Ελλάδας, θα την τοποθετούσε στο κέντρο των εξελίξεων και θα αύξανε δραματικά τη σπουδαιότητά της για το Ισραήλ και τις ΗΠΑ, χωρίς ταυτοχρόνως να ενοχληθεί καμιά από τις αραβικές χώρες και χωρίς να χρειάζεται να αλλάξει η ρητορική της Ελλάδας από φιλοαραβική σε φιλοϊσραηλινή, είναι η άμεση απόκτηση ναυτικών αντιβαλλιστικών ικανοτήτων.
Βέβαια, σε καμία περίπτωση παρόμοια επιλογή δεν θα πρέπει να συνδυαστεί με κάποια ένταξη, επίσημη ή ανεπίσημη, στον αντιβαλλιστικό σχεδιασμό της Ουάσιγκτον, κάτι που θα μπορούσε ίσως να προκαλέσει την αντίδραση της Ρωσίας. Δεδομένης της γεωπολιτικής λειτουργίας της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ, την ΕΕ και τη Ζώνη του Ευρώ, δηλαδή στο «σκληρό πυρήνα» της Δύσης, οι ελληνικές αντιβαλλιστικές ικανότητες εντάσσονται αυτομάτως στο στρατηγικό δυναμικό της Δύσης, χωρίς να χρειάζονται θορυβώδεις διακηρύξεις.
Σε παρόμοια περίπτωση, οι αντιβαλλιστικές ικανότητες του ΝΑΤΟ στην περιοχή (άρα εν δυνάμει και του Ισραήλ) ενισχύονται, η γεωστρατηγική Ομπάμα, που δίνει μεγάλη έμφαση στη ναυτική αντιβαλλιστική άμυνα, υποστηρίζεται με αποφασιστικό τρόπο, ο γεωπολιτικός ρόλος της Τουρκίας απομειώνεται και οι άμεσες αμυντικές δυνατότητες της χώρας μας έναντι της τουρκικής απειλής αυξάνονται αποφασιστικά, ιδιαίτερα δε έναντι των τουρκικών βαλλιστικών όπλων, τα οποία έχουν αυξηθεί κατά πολύ τα τελευταία χρόνια. Από την άλλη, ούτε οι Παλαιστίνιοι ούτε κανένας άλλος θίγεται και η Ελλάδα μπορεί να παραμένει κριτική έναντι του Ισραήλ και φιλοπαλαιστινιακή. Ταυτοχρόνως, όμως, θα έχει μετατραπεί σε μια μεγάλη μακροχρόνια επένδυση «μείωσης ρίσκου» για το Ισραήλ και τις ΗΠΑ, σε περίπτωση που οι σχέσεις τους με την Τουρκία οδηγηθούν σε μια μεγάλη, οριστική και καταστρεπτική ρήξη κάποια στιγμή στο μέλλον.
Βέβαια, η αγορά οπλικών συστημάτων, έστω και πολύ μεγάλης γεωπολιτικής αξίας, αυτή την εποχή είναι εκτός πραγματικότητας δεδομένης της οικονομικής κατάστασης της Ελλάδας. Όμως, αν πράγματι η υπόθεση του γράφοντος είναι σωστή, θα μπορούσε να εξεταστεί ακόμη και η πιθανότητα της απόκτησης παρόμοιων ικανοτήτων από το Ελληνικό Ναυτικό με αμερικανική ή νατοϊκή χρηματοδότηση. Η απόλυτη κίνηση ματ, βέβαια, θα ήταν η απόκτηση από την Ελλάδα ρωσικών αντιβαλλιστικών συστημάτων S-400 ή και άλλων πιο εξελιγμένων στο μέλλον, που θα πλαισίωναν τα ναυτικά αντιβαλλιστικά συστήματα, με τις ευλογίες της Ουάσιγκτον. Ακούγεται σενάριο επιστημονικής φαντασίας, αλλά ίσως κινείται στη σφαίρα των ρεαλιστικών επιλογών…
(*) Ο Κωνσταντίνος Γρίβας είναι ειδικός σε θέματα γεωπολιτικής ανάλυσης και πολεμικών τεχνολογιών. Διδάσκει το μάθημα της Γεωπολιτικής στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων.
Πηγή: http://m-epikaira.gr/
http://m-epikaira.gr/2010/06/ο-επικίνδυνος-πειρασμός-της-ελληνοισ/
του Δρ. Κωνσταντίνου Γρίβα (*)
Η πρόσφατη διαμάχη Τουρκίας – Ισραήλ έθεσε μεγάλα ερωτήματα στην ελληνική εξωτερική πολιτική, κυρίως με το κατά πόσο η εξέλιξη αυτή συμφέρει την Ελλάδα, ενώ έφερε στο προσκήνιο και την επιλογή (;) μιας συμμαχίας με το Ισραήλ. Είναι αυτή όμως άραγε μια σοφή πολιτική και οι εξελίξεις αυτές είναι πράγματι προς όφελός μας;
Καταρχάς, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας το γεγονός της εξαιρετικά άβολης θέσης στην οποία βρίσκονται οι ΗΠΑ σε αυτή τη διαμάχη. Φυσικά και δεν μπορούν να «πουλήσουν» το Ισραήλ, από την άλλη όμως πολύ δύσκολα θα αποφασίσουν να συγκρουστούν με την Τουρκία. Όχι τόσο γιατί τη χρειάζονται ή πιστεύουν πως τη χρειάζονται, όσο γιατί τη φοβούνται. Και συγκεκριμένα φοβούνται ότι μπορεί να μετατραπεί σε ένα ισλαμιστικό – αντιαμερικανικό κράτος και να δημιουργήσει συμμαχία με το Ιράν. Και δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι η Τουρκία βρίσκεται εκτός των δυνατοτήτων «δυναμικής αντιμετώπισης» της αμερικανικής πολεμικής μηχανής σήμερα…
Άρα λοιπόν, αυτό που μένει στους Αμερικανούς είναι να κρατήσουν προσωρινά μια πολιτική ουδετερότητας στην τουρκοϊσραηλινή αντιπαλότητα, να ενισχύσουν τις τουρκοαμερικανικές σχέσεις σε άλλους τομείς και να «εξευμενίσουν» την Τουρκία. Πράγματι, η πολιτική της Ουάσιγκτον έναντι της Τουρκίας τον τελευταίο καιρό είναι πολιτική κατευνασμού. Και το πιο εύκολο θύμα στην περιοχή, η «Ιφιγένεια», που θα μπορούσε να επιτρέψει την υλοποίηση αυτής της πολιτικής, είναι φυσικά η Ελλάδα. Μια χώρα την οποία οι Αμερικανοί δεν φοβούνται, δεν έχουν να περιμένουν τίποτε από αυτή, δεδομένης της συνεχούς γεωπολιτικής της απομείωσης των τελευταίων ετών, και δεν ανησυχούν μήπως ολισθήσει σε ουσιαστικές αντιαμερικανικές στρατηγικές επιλογές (δεν αναφερόμαστε φυσικά στις ανώδυνες κατά καιρούς αντιαμερικανικές εκρήξεις που περιορίζονται σε επίπεδο φρασεολογίας), μια και αποτελεί οργανικό μέρος του δυτικού κόσμου. Ακόμη και τα ανοίγματά της προς τη Μόσχα, επί πρωθυπουργίας Καραμανλή, που θα μπορούσαν να της έχουν προσδώσει ένα νέο γεωπολιτικό ειδικό βάρος το οποίο θα προκαλούσε και το σεβασμό των ΗΠΑ, είχαν δυστυχώς άδοξο τέλος.
Με κανέναν τρόπο, λοιπόν, η επιδείνωση των τουρκοϊσραηλινών και κατ’ επέκταση των τουρκοαμερικανικών σχέσεων δεν συνεπάγεται ότι είναι κατ’ ανάγκην προς όφελος της χώρας μας. Αντιθέτως, τα ζωτικά ελληνικά συμφέροντα μπορεί να αποτελέσουν το εύκολο θύμα που θα επιτρέψει τη διαιώνιση για λίγο καιρό ακόμη της εύθραυστης ισορροπίας στο τρίγωνο Ουάσιγκτον – Τελ Αβίβ – Άγκυρα.
Από την άλλη, βέβαια, δεν θα πρέπει να παραβλέπουμε και το γεγονός ότι αν η Ουάσιγκτον οδηγηθεί ανελέητα σε επιλογές μηδενικού αθροίσματος, έχοντας να επιλέξει ή το Ισραήλ ή την Τουρκία, η απάντηση είναι ξεκάθαρη και δεδομένη. Επιπροσθέτως, ακόμη και χωρίς την ύπαρξη του Ισραήλ, αργά ή γρήγορα το πιο πιθανόν είναι ότι οι τουρκοαμερικανικές σχέσεις θα οδηγηθούν σε οδυνηρό σχίσμα, μόλις παύσουν να υφίστανται οι φαντασιώσεις κάποιων πυρήνων εξουσίας στην Ουάσιγκτον, περί «εκσυγχρονιστικού» ρόλου της Τουρκίας στον ισλαμικό κόσμο. Μεταξύ των άλλων, η πολιτική γεωγραφία που δημιουργείται στο μετασανταμικό – μετααμερικανικό Ιράκ θέτει την Τουρκία με τις ΗΠΑ σε σαφέστατη τροχιά έντονης γεωπολιτικής αντιπαλότητας, λόγω του ζητήματος των Κούρδων. Άρα η πιθανότητα οξείας και ξεκάθαρης σύγκρουσης ΗΠΑ – Τουρκίας και Ισραήλ – Τουρκίας σε βάθος χρόνου είναι απολύτως πραγματικά. ισχυρή
Παρεμπιπτόντως, το ενδεχόμενο αυτό δεν είναι σίγουρο ότι έχει γίνει κατανοητό από τις ελληνικές ελίτ, οι οποίες έχουν επενδύσει στην ανορθολογική «ελληνοτουρκική φιλία», θεωρώντας ότι αυτή είναι και η επιλογή της Ουάσιγκτον. Άλλωστε, οι εγχώριες ελίτ που προωθούν αυτή την αυτοκαταστροφική προσέγγιση με την Τουρκία είναι και φιλοαμερικανικές και κατά κανόνα και φιλοϊσραηλινές. Οι άνθρωποι αυτοί, όμως, έχουν άραγε κατανοήσει ότι πιθανώς κάποια στιγμή στο μέλλον όλα αυτά τα ανοίγματα προς την Άγκυρα θα θεωρούνται εν δυνάμει απειλητικά από την Ουάσιγκτον; Και θα είναι άραγε πρόθυμοι να συγκρουστούν με την Ουάσιγκτον, το Τελ Αβίβ και το εβραϊκό λόμπι ανά τον κόσμο για χάρη του νέου τους φίλου;
Συμμαχία με το Ισραήλ: Γεωπολιτικός ρεαλισμός ή ριψοκίνδυνη ζαριά;
Η δραματική επιδείνωση των τουρκοϊσραηλινών σχέσεων έριξε στο τραπέζι την ιδέα της άμεσης και αποφασιστικής προσέγγισης της Ελλάδας με το Ισραήλ. Η επιλογή αυτή έχει σημαντικά ορθολογικά στοιχεία που ξεφεύγουν κατά πολύ από την απλοϊκά μανιχαϊστική σκέψη «ο εχθρός του εχθρού μου είναι φίλος μου». Όσοι υποστηρίζουν αυτή την άποψη θεωρούν ότι το Ισραήλ είναι μια πολύ ισχυρή δύναμη και μια συμμαχία μαζί του θα προσέφερε τεράστια τακτικά και στρατηγικά πλεονεκτήματα εναντίον κάθε δυνητικού αντιπάλου. Επίσης, είναι πιθανόν να έσερνε τις ΗΠΑ σε μια σταθερή και μόνιμη φιλελληνική θέση.
Κατά την άποψη του γράφοντος, ωστόσο, η επιλογή αυτή είναι εξαιρετικά επικίνδυνη. Καταρχάς, σε παρόμοια περίπτωση όλη η τεράστια, μακροχρόνια, αν και μέχρι στιγμής αναξιοποίητη, γεωπολιτική επένδυση της Ελλάδας στον αραβικό κόσμο θα πήγαινε στράφι. Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι μια προσέγγιση με το Ισραήλ, υπό αυτές τις συνθήκες, δεν θα εμφανιζόταν μόνον σαν αντιτουρκική, αλλά και σαν αντιπαλαιστινιακή και αντιαραβική. Βέβαια, κάποιος ψυχρός και κυνικός ρεαλιστής θα μπορούσε να πει ότι αυτή η επένδυση στα συναισθήματα των αραβικών λαών απλά δεν μας χρειάζεται και θα μπορούσε να θυσιαστεί.
Όμως, δεν είναι ακριβώς έτσι. α) Ναι μεν η δυναμική των ελληνοαραβικών σχέσεων δεν έχει ακόμη δώσει τα αποτελέσματα που θα θέλαμε, αλλά αυτό οφείλεται μάλλον σε άλλους παράγοντες και όχι στην… επένδυση αυτή καθεαυτή. β) Επίσης, δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι η ελληνική κοινή γνώμη είναι σαφέστατα προσανατολισμένη υπέρ των Παλαιστινίων και κατά των Ισραηλινών και καμιά στρατηγική επιλογή που θα ήθελε να μακροημερεύσει δεν μπορεί να μην λάβει υπόψη της τις διαθέσεις του ελληνικού λαού. γ) Το σημαντικότερο όμως είναι ότι ακόμη και ο πιο θετικά προδιατεθειμένος προς το Ισραήλ Έλληνας πολίτης θα πρέπει να παραδεχτεί ότι η ισραηλινή πολιτική τα τελευταία χρόνια έναντι των Παλαιστινίων είναι ατελέσφορη, αδιέξοδη, αντιπαραγωγική και εντέλει ανορθολογική, με αποτέλεσμα να έχει οδηγήσει σε σύγκρουση ακόμη και με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Μια προσέγγιση, λοιπόν, με το Ισραήλ κινδυνεύει όχι μόνο να απομονώσει τη χώρα μας, αλλά και να νομιμοποιήσει με έμμεσο τρόπο την εικόνα που θέλει να περάσει η Τουρκία σαν προστάτιδα των Παλαιστινίων και ηγέτιδα του μουσουλμανικού κόσμου, επιτρέποντάς της να «πουλήσει» θεωρίες περί περικύκλωσής της από τη χριστιανική Ελλάδα και το Ισραήλ. Σε παρόμοια περίπτωση προκύπτει και ο κίνδυνος να μεταβληθεί και η ελληνοτουρκική αντιπαλότητα (η οποία πάντοτε υπάρχει και θα υπάρχει εις βάρος των μεταφυσικών προσπαθειών εξορκισμού της διαμέσου της εκάστοτε «ελληνοτουρκικής φιλίας») σε αντιπαλότητα της Ελλάδας με όλο το μουσουλμανικό κόσμο.
Επιπροσθέτως, κανείς δεν μας εγγυάται ότι η εχθρότητα Ισραήλ – Τουρκίας θα βαθύνει άμεσα και θα λάβει διαστάσεις μόνιμης και οργανικής εχθρότητας και δεν αποτελεί ένα περιστασιακό επεισόδιο, το οποίο θα αντικατασταθεί από μια ακόμη φάση (λυκο)φιλίας μεταξύ των δύο χωρών, έστω και σε βραχυχρόνιο ορίζοντα.
Στρατιωτική σύγκρουση
Ακόμη όμως και να μην συμβεί κάτι τέτοιο, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας ότι δεν υπάρχει, μάλλον, κάποια άμεση προοπτική στρατιωτικής σύγκρουσης Ισραήλ και Τουρκίας, έτσι ώστε να σπεύσουμε και εμείς να εκμεταλλευτούμε την ευκαιρία και να… πάρουμε την Πόλη!
Η Τουρκία, παρ’ όλους τους λεονταρισμούς της, δεν είναι τόσο αιθεροβάμων ώστε να επιλέξει να συγκρουστεί στρατιωτικά με το Ισραήλ. Και το Ισραήλ, όμως, το τελευταίο πράγμα που θα ήθελε θα ήταν ένας ακόμη στρατιωτικός εχθρός με ισχυρό στράτευμα, δυτική τεχνολογία και ενταγμένος στους θεσμούς του δυτικού κόσμου. Άλλωστε, το γεγονός ότι οι δύο χώρες δεν έχουν κοινά σύνορα δυσκολεύει την όποια στρατιωτική εμπλοκή μεταξύ τους.
Επίσης, δεν θα πρέπει να αποκλείεται το ενδεχόμενο της προώθησης κάποιας λογικής λύσης από πλευράς του Ισραήλ για την επίλυση του Παλαιστινιακού, κάτι που ζητάνε επίμονα οι ΗΠΑ αλλά και μεγάλο μέρος της ισραηλινής κοινής γνώμης. Σε αυτή την περίπτωση, η Τουρκία θα μπορούσε να εμφανιστεί ότι έφερε εις πέρας το ρόλο της ως προστάτιδα των Παλαιστινίων και να αποκαταστήσει, έστω και εν μέρει, τις σχέσεις της με το Τελ Αβίβ. Ο εχθρός του σήμερα είναι ο φίλος του αύριο και το αντίθετο. Και αυτό είναι αξίωμα στη Μέση Ανατολή εδώ και αιώνες.
Άλλωστε, δεν θα πρέπει να παραβλέπουμε την ύπαρξη ισχυρών και γνησίως φιλοϊσραηλινών δυνάμεων στο εσωτερικό της Τουρκίας, κυρίως στο στρατιωτικό κατεστημένο, οι οποίες δυσφορούν πολύ με τις επιλογές της κυβέρνησης Ερντογάν και θα ήθελαν η Τουρκία να κάνει στροφή 180 μοιρών όσον αφορά στις σχέσεις της με το Ισραήλ. Και κανείς δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα ότι οι δυνάμεις αυτές έχουν χάσει κάθε δυνατότητα να «φρονιμέψουν» την κυβέρνηση Ερντογάν και να αντιστρέψουν την ισλαμική – αντιισραηλινή της στοχοθέτηση. Η εσωτερική πολιτική σκηνή της Τουρκίας ήταν, είναι και θα είναι γεμάτη εκπλήξεις.
Και τι γίνεται τότε; Αν δηλαδή ο Ερντογάν βάλει νερό στο κρασί του ή ισχυρές δυνάμεις μέσα στην Τουρκία ανατρέψουν τη φιλοαραβική – αντιισραηλινή πολιτική και οι δύο χώρες τα «ξαναβρούν» έστω και προσωρινά; Σε παρόμοια περίπτωση, αν η χώρα μας θα έχει εκτεθεί ως απροκάλυπτα φιλοϊσραηλινή, οι εξελίξεις αυτές, πολύ απλά, θα την «αδειάσουν» και το μόνο που θα της μείνει θα είναι η εχθρότητα του αραβικού και του ευρύτερου μουσουλμανικού κόσμου με απρόβλεπτες συνέπειες για το μέλλον.
Ακόμη, δεν θα ήταν φρόνιμο να μην εξετάσουμε το ενδεχόμενο ότι και το Ισραήλ, εκτός από τις ΗΠΑ, μπορεί να ακολουθήσει μια πολιτική κατευνασμού έναντι της Τουρκίας και η πιο πρόσφορη επιλογή σε παρόμοια περίπτωση είναι να στηρίξει τις διεκδικήσεις της Άγκυρας έναντι των ζωτικών συμφερόντων της Ελλάδας και της Κύπρου στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου…
Τέλος, έχει άραγε ερωτηθεί το Ισραήλ αν πράγματι θα ήθελε μια στρατηγική συμμαχία με την Ελλάδα;
Η επιλογή του αυτόνομου δρώντα και η επένδυση στην ισχύ
The choice of autonomous actor and the investment in power
Από την άλλη, η ευκαιρία είναι πολύ μεγάλη για να τη χάσουμε. Όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, αυτό που κυριαρχεί στη γεωπολιτική ταυτότητα της περιοχής είναι μια τεράστια και επικίνδυνη γεωπολιτική ασάφεια. Κατά συνέπεια, αυτό που χρειάζονται σε βάθος χρόνου, τόσο οι ΗΠΑ και η Ευρώπη όσο και το Ισραήλ, είναι ισχυρά σημεία «αγκυροβολίου πολιτικής» που θα μπορούν να μειώσουν το βαθμό αβεβαιότητας και να αποτελέσουν κρίσιμης σημασίας στηρίγματα σε περίπτωση ακραίων εξελίξεων. Αν δηλαδή η Τουρκία οδηγείτο σε σαφέστατα εχθρική σχέση μαζί τους. Σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, πρόκειται ίσως για τη μόνη χώρα στην περιοχή που μπορεί να παίξει αυτό το ρόλο, μια και είναι βαθιά ενταγμένη στους οργανικούς θεσμούς και τη γεωπολιτική υπόσταση της Δύσης και αυτό δεν μπορεί να αλλάξει. Αυτό που της λείπει όμως, ώστε να μπορεί να παίξει παρόμοιο ρόλο, είναι η ισχύς.
Έτσι, λοιπόν, θα μπορούσαμε να κρατήσουμε πολύ χαμηλούς τόνους σε αυτή την αντιπαράθεση και να κρατηθούμε απέξω. Αυτό σημαίνει όχι μόνο να αποφύγουμε να ταυτιστούμε με το Ισραήλ, αλλά και να απομακρυνθούμε, όσο είναι καιρός, από την Τουρκία, σταματώντας την αυτοκαταστροφική πολιτική της «ελληνοτουρκικής προσέγγισης». Εν παραλλήλω, θα πρέπει να ενισχύσουμε τη γεωπολιτική μας υποδομή, έτσι ώστε να γίνουμε εν δυνάμει ισχυροί παράγοντες στην περιοχή, αποτρέποντας ταυτοχρόνως την πιθανότητα να αποτελέσουμε την «Ιφιγένεια» σε μια πολιτική κατευνασμού της Τουρκίας από πλευράς ΗΠΑ και Ισραήλ. Να αντιστρέψουμε, δηλαδή, αυτή τη συνεχή πορεία γεωπολιτικής απομείωσης των τελευταίων ετών και να ξαναγίνουμε «κάτι» όχι ταυτιζόμενοι με κάποιο άλλο κράτος, αλλά ενισχύοντας την άμεση γεωπολιτική μας υπόσταση.
Κατά την ταπεινή άποψη του γράφοντος, τόσο οι ΗΠΑ όσο και το Ισραήλ μάλλον θα προτιμούσαν μια ισχυρή αν και φιλοπαλαιστινιακή Ελλάδα, η οποία όμως, έτσι και αλλιώς, λόγω της δυτικής γεωπολιτικής της ταυτότητας, αποτελεί εν δυνάμει σύμμαχο, παρά μια φιλοϊσραηλινή, αλλά αδύναμη, άρα και άχρηστη Ελλάδα.
Κι αν όλα τα παραπάνω φαίνονται πολύ θεωρητικά, ένα άμεσο μέτρο που, κατά την άποψη του γράφοντος, θα ενίσχυε την «κρίσιμη γεωπολιτική υποδομή» της Ελλάδας, θα την τοποθετούσε στο κέντρο των εξελίξεων και θα αύξανε δραματικά τη σπουδαιότητά της για το Ισραήλ και τις ΗΠΑ, χωρίς ταυτοχρόνως να ενοχληθεί καμιά από τις αραβικές χώρες και χωρίς να χρειάζεται να αλλάξει η ρητορική της Ελλάδας από φιλοαραβική σε φιλοϊσραηλινή, είναι η άμεση απόκτηση ναυτικών αντιβαλλιστικών ικανοτήτων.
Βέβαια, σε καμία περίπτωση παρόμοια επιλογή δεν θα πρέπει να συνδυαστεί με κάποια ένταξη, επίσημη ή ανεπίσημη, στον αντιβαλλιστικό σχεδιασμό της Ουάσιγκτον, κάτι που θα μπορούσε ίσως να προκαλέσει την αντίδραση της Ρωσίας. Δεδομένης της γεωπολιτικής λειτουργίας της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ, την ΕΕ και τη Ζώνη του Ευρώ, δηλαδή στο «σκληρό πυρήνα» της Δύσης, οι ελληνικές αντιβαλλιστικές ικανότητες εντάσσονται αυτομάτως στο στρατηγικό δυναμικό της Δύσης, χωρίς να χρειάζονται θορυβώδεις διακηρύξεις.
Σε παρόμοια περίπτωση, οι αντιβαλλιστικές ικανότητες του ΝΑΤΟ στην περιοχή (άρα εν δυνάμει και του Ισραήλ) ενισχύονται, η γεωστρατηγική Ομπάμα, που δίνει μεγάλη έμφαση στη ναυτική αντιβαλλιστική άμυνα, υποστηρίζεται με αποφασιστικό τρόπο, ο γεωπολιτικός ρόλος της Τουρκίας απομειώνεται και οι άμεσες αμυντικές δυνατότητες της χώρας μας έναντι της τουρκικής απειλής αυξάνονται αποφασιστικά, ιδιαίτερα δε έναντι των τουρκικών βαλλιστικών όπλων, τα οποία έχουν αυξηθεί κατά πολύ τα τελευταία χρόνια. Από την άλλη, ούτε οι Παλαιστίνιοι ούτε κανένας άλλος θίγεται και η Ελλάδα μπορεί να παραμένει κριτική έναντι του Ισραήλ και φιλοπαλαιστινιακή. Ταυτοχρόνως, όμως, θα έχει μετατραπεί σε μια μεγάλη μακροχρόνια επένδυση «μείωσης ρίσκου» για το Ισραήλ και τις ΗΠΑ, σε περίπτωση που οι σχέσεις τους με την Τουρκία οδηγηθούν σε μια μεγάλη, οριστική και καταστρεπτική ρήξη κάποια στιγμή στο μέλλον.
Βέβαια, η αγορά οπλικών συστημάτων, έστω και πολύ μεγάλης γεωπολιτικής αξίας, αυτή την εποχή είναι εκτός πραγματικότητας δεδομένης της οικονομικής κατάστασης της Ελλάδας. Όμως, αν πράγματι η υπόθεση του γράφοντος είναι σωστή, θα μπορούσε να εξεταστεί ακόμη και η πιθανότητα της απόκτησης παρόμοιων ικανοτήτων από το Ελληνικό Ναυτικό με αμερικανική ή νατοϊκή χρηματοδότηση. Η απόλυτη κίνηση ματ, βέβαια, θα ήταν η απόκτηση από την Ελλάδα ρωσικών αντιβαλλιστικών συστημάτων S-400 ή και άλλων πιο εξελιγμένων στο μέλλον, που θα πλαισίωναν τα ναυτικά αντιβαλλιστικά συστήματα, με τις ευλογίες της Ουάσιγκτον. Ακούγεται σενάριο επιστημονικής φαντασίας, αλλά ίσως κινείται στη σφαίρα των ρεαλιστικών επιλογών…
(*) Ο Κωνσταντίνος Γρίβας είναι ειδικός σε θέματα γεωπολιτικής ανάλυσης και πολεμικών τεχνολογιών. Διδάσκει το μάθημα της Γεωπολιτικής στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων.
Πηγή: http://m-epikaira.gr/
http://m-epikaira.gr/2010/06/ο-επικίνδυνος-πειρασμός-της-ελληνοισ/
Μια «νταβουτογλιανή» προβοκάτσια με ασύλληπτες θερμές επιπτώσεις για τη Νοτιοανατολική Μεσόγειο
Μια «νταβουτογλιανή» προβοκάτσια με ασύλληπτες θερμές επιπτώσεις για τη Νοτιοανατολική Μεσόγειο
του Ιωάννη Μάζη *
«Στη Μέση Ανατολή πρέπει να μην πιστεύεις τίποτα από όσα ακούς και τα μισά από όσα βλέπεις». Αυτή είναι μια ρήση του Ουαλίντ Τζουμπλάντ, ο οποίος την είπε για τον Λίβανο και εγώ την προσάρμοσα για ολόκληρη τη Μέση Ανατολή.
Είναι μια πολύπλοκη υπόθεση, η οποία από πλευράς των συμμετεχόντων πολιτών των λοιπών χωρών που μετείχαν σε αυτή ήταν απολύτως καθαρή και ανθρωπιστικών προθέσεων, δεν συνέβαινε όμως το ίδιο και από την πλευρά της Τουρκίας. Και για να μην βασανίζουμε τον αναγνώστη, να ξεκαθαρίσουμε εξαρχής ότι πρόκειται για εκμετάλλευση των ανθρωπιστικών και δημοκρατικών αισθημάτων πολλών ανύποπτων και εγνωσμένης εντιμότητας πολιτών από την τουρκική εξωτερική πολιτική, και συγκεκριμένα τους κυρίους Νταβούτογλου και Ερντογάν. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή:
Την Τρίτη (25 Μαΐου) έλαβε χώρα στην Κωνσταντινούπολη ένα συμβάν, το οποίο θα μπορούσε από μόνο του να χαρακτηριστεί ήσσονος σημασίας αλλά με μακροπρόθεσμες επιπτώσεις. Ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Αχμέτ Νταβούτογλου κάλεσε το Ισραήλ να άρει τον αποκλεισμό της Λωρίδας της Γάζας και να επιτρέψει σε ένα στολίσκο του Insani Yardim Vakfi/ΙΗΗ (Οργάνωση Ανθρωπιστικής Βοήθειας), μιας τουρκικής θρησκευτικής ΜΚΟ, η οποία κατά το Ινστιτούτο Stratfor συνδέεται με το κυβερνών κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP) της Τουρκίας, να φέρει σε πέρας την αποστολή του, δηλαδή τον εφοδιασμό των Παλαιστινίων με ανθρωπιστική βοήθεια. Το τουρκικό πλοίο στο οποίο έγιναν τα επεισόδια ανήκε σε αυτή την τουρκική Μη Κυβερνητική Οργάνωση, την IHH.
Η οργάνωση όμως αυτή, σύμφωνα με μελέτη του Danish Institute for International Strategy του 2006, με συγγραφέα τον Evan F. Kohlman, χαρακτηρίστηκε ως ισλαμική οργάνωση που εκτός από ανθρωπιστική βοήθεια έχει διατελέσει και «βιτρίνα» για τρομοκρατικές οργανώσεις (The Role of Islamic Charities in International Terrorist Recruitment and Financing)1. Το 2008 το Ισραήλ τη χαρακτήρισε επίσης τρομοκρατική οργάνωση. Νωρίτερα, η οργάνωση ΙΗΗ είχε απορρίψει την πρόταση του Ισραήλ να διοχετεύσει τα εφόδια μέσω ισραηλινού εδάφους, από τον ισραηλινό λιμένα Ασντόντ.
Η κυβέρνηση Νετανιάχου αντέδρασε –κατόπιν προειδοποίησης πάντως– σπασμωδικά και έπαιξε ουσιαστικά το παιχνίδι της τουρκικής προβοκάτσιας κάνοντας υπερβολική και απαράδεκτη χρήση βίας, προκαλώντας 9 νεκρούς Τούρκους πολίτες πάνω στο τουρκικό σκάφος «Μαβί Μαρμαρά», της ισλαμιστικής οργάνωσης ΙΗΗ.
Η σπασμωδική αντίδραση όμως της κυβέρνησης Νετανιάχου απέναντι στους ακτιβιστές θα θέσει το Τελ Αβίβ υπό καθεστώς διεθνών πιέσεων, οι οποίες δεν ωφελούν τη διεθνή του θέση και την εικόνα του. Η προβοκατόρικη ενέργεια του διδύμου Ερντογάν – Νταβούτογλου κατάφερε να οδηγήσει σε διακοπή τις ισραηλινοπαλαιστινιακές συνομιλίες ειρήνευσης, όπως ανάγκασε τον Μαχμούντ Αμπάς, καταγγέλλοντας την επίθεση των κομάντος της κυβέρνησης Νετανιάχου, να… συστρατευτεί εκ των πραγμάτων, προσωρινά τουλάχιστον, με τη… Χαμάς! Πάντως, πέραν του απολύτως καταδικαστέου αυτού γεγονότος, πρέπει να δούμε και το γεωστρατηγικό παιχνίδι της Τουρκίας και να το αναλύσουμε.
Σύμφωνα και με το αμερικανικό Ινστιτούτο Stratfor –έχει σημασία να τονίσουμε την προέλευση του Ινστιτούτου–, η Τουρκία προσπαθεί να επανακάμψει στη διεθνή σκηνή ως μεγάλη δύναμη και η επιδίωξή της αυτή έχει τεράστια επίπτωση στην πάλαι ποτέ συμμαχία της με το Ισραήλ, που διήρκεσε περισσότερο από έξι δεκαετίες.
Το αμερικανικό αυτό Ινστιτούτο προέβλεπε, ήδη από την 25η Μαΐου 2010, σε σχετικό του policy paper, με εξαιρετική ακρίβεια τα εξής:
«Η Τουρκία προσπαθεί να επανακάμψει στη διεθνή σκηνή ως μεγάλη δύναμη και η επιδίωξή της αυτή έχει τεράστια επίπτωση στην πάλαι ποτέ συμμαχία της με το Ισραήλ, που διήρκεσε περισσότερο από έξι δεκαετίες. Πράγματι, η Τουρκία, διανύοντας το στάδιο της επανάκαμψής της, πρέπει να σταθεί κριτικά απέναντι στο Ισραήλ. Και τούτο γιατί η Άγκυρα πρέπει να αναλάβει ηγεμονικό ρόλο στη Μέση Ανατολή και να αναδειχτεί ως ηγέτιδα δύναμη του ευρύτερου ισλαμικού κόσμου. Τούτο μπορεί να εξηγήσει τη δηκτική στάση του Τούρκου πρωθυπουργού Ερντογάν και την άσκηση ηχηρής κριτικής έναντι του Ισραήλ στο Νταβός, έπειτα από την τελευταία στρατιωτική επιχείρηση του Ισραήλ στη Λωρίδα της Γάζας, η οποία οδήγησε σε σοβαρή επιδείνωση τις τουρκοϊσραηλινές σχέσεις.
»Οι Τούρκοι διαισθάνονται προφανώς μια ευκαιρία να προσπαθήσουν να φέρουν το Ισραήλ σε δύσκολη θέση. Ταυτόχρονα, προσπαθούν να εκμεταλλευτούν υπέρ τους τις επιχειρήσεις του Ισραήλ στη Γάζα. Αν και η ΜΚΟ μπορεί να έχει δεσμούς με το κυβερνών AKP, δεν υπάρχει ένδειξη ότι η κίνηση για άρση του αποκλεισμού έχει οργανωθεί από την κυβέρνηση. Το νέο σενάριο, πάντως, προβλέπει ένα δυνητικά τεράστιο διεθνές σκηνικό το οποίο, ανεξάρτητα από την έκβασή του, θα είναι επ’ ωφελεία της Τουρκίας. Οι Τούρκοι διαισθάνονται προφανώς μια ευκαιρία να προσπαθήσουν να φέρουν το Ισραήλ σε δύσκολη θέση.
»Εάν οι ισραηλινές δυνάμεις απαγορεύσουν τον πλου του σκάφους, η Τουρκία μπορεί να στρέψει τα διπλωματικά της βέλη κατά του Ισραήλ και να προκαλέσει γενικευμένη καταδίκη του. Η αύξηση της έντασης θα προκαλούσε την ανάμειξη των ΗΠΑ. Δεδομένης της εξάρτησης των ΗΠΑ από την Τουρκία, η τελευταία θα μπορούσε να αναγκάσει την Ουάσιγκτον να τοποθετηθεί ως προς το ζήτημα. Φυσικά, η Ουάσιγκτον δεν θα μπορούσε να αντιταχτεί στην Άγκυρα. Εναλλακτικά, εάν οι Ισραηλινοί αναγκάζονταν να επιτρέψουν στο στολίσκο να ολοκληρώσει την αποστολή του, η Τουρκία θα κατέγραφε μια μείζονα νίκη. Θα ενισχυόταν ο διεθνής ρόλος της Τουρκίας ως ανερχόμενης δύναμης, ειδικότερα στη Μέση Ανατολή και στον ευρύτερο ισλαμικό κόσμο, την ηγεσία του οποίου επιζητούν οι Τούρκοι. Αν και η κατάσταση, ανεξαρτήτως έκβασης, μόνον επικερδής μπορεί να είναι για την Τουρκία (win-win), βάζει το Ισραήλ σε εξαιρετικά δύσκολη θέση, ανεξαρτήτως του πώς θα χειριστεί το ζήτημα του στολίσκου. Εάν οι Ισραηλινοί αποφασίσουν να απαγορεύσουν στο σκάφος να παραδώσει τα εφόδια, διακινδυνεύουν να δεχτούν παγκόσμια κριτική και να χειροτερεύσουν περαιτέρω τις σχέσεις τους με τη σύμμαχο Τουρκία. Διακινδυνεύουν, επίσης, περαιτέρω περιπλοκή της κατάστασης με τις ΗΠΑ και τούτο γιατί, σε μια δύσκολη περίοδο για τις σχέσεις των ΗΠΑ με το Ισραήλ, η Ουάσιγκτον χρειάζεται την Άγκυρα για την επίλυση πολλαπλών περιφερειακών ζητημάτων. Από την άλλη πλευρά, εάν προσπαθήσουν να αποφύγουν τη διπλωματική αποτυχία και επιτρέψουν στο σκάφος να πλεύσει προς τον προορισμό του, θα έχουν λάβει αμυντική στάση απέναντι στην εθνική τους ασφάλεια. Κι αυτό είναι κάτι που το Ισραήλ δεν έχει κάνει ποτέ στο παρελθόν. Σε μια δύσκολη περίοδο για τις σχέσεις ΗΠΑ – Ισραήλ, με δεδομένη την απόκλιση των περιφερειακών συμφερόντων μεταξύ Ιράν και Παλαιστινίων, η ισραηλινή κυβέρνηση υπό τον πρωθυπουργό Μπέντζαμιν Νετανιάχου δεν επιθυμεί να εμπλακεί σε περαιτέρω ενέργειες που θα αύξαναν την ένταση με την κυβέρνηση του προέδρου Μπαράκ Ομπάμα. Πέραν τούτου, το τουρκικό σκάφος, το οποίο έχει ήδη αποπλεύσει για τις ακτές της Γάζας, δημιουργεί μια κατάσταση στην οποία το Ισραήλ δεν έχει την επιλογή των κινήσεων. Το σενάριο αυτό έχει αποκτήσει τη δική του δυναμική – πολύ μεγαλύτερη από την αρχική πρόθεση των εμπλεκόμενων μερών».
Το αποτέλεσμα είναι όμως, όπως ο καθείς αντιλαμβάνεται πλέον, αυτό που περιγράφει το κείμενο του αμερικανικού think tank. Εκπληκτικό; Σίγουρα όχι για τους παροικούντες τη διεθνολογική Ιερουσαλήμ!
Πρέπει επίσης να τονιστεί ότι οι τυχοδιωκτικές αυτές κινήσεις της Τουρκίας θέτουν σε τεράστιο κίνδυνο την ασφάλεια της περιοχής εξωθώντας στα άκρα ισχυρούς γεωστρατηγικά πόλους ισχύος στη Μέση Ανατολή.
Και ας μου επιτραπεί και μια πρόβλεψη: οι εξελίξεις αυτές δεν θα αφήσουν τα εσωτερικά μέτωπα στην Τουρκία (Κούρδοι της Τουρκίας) αλλά και τις εξελίξεις στο Ιράκ (Κούρδοι του ιρακινού Κουρδιστάν) χωρίς αναταραχές και αλυσιδωτές εκρήξεις θερμών κρίσεων. Τα νεοοθωμανικά παίγνια του κ. Νταβούτογλου και του «μοιραίου» πρωθυπουργού του, ο οποίος προσπαθεί να ενδυθεί ρόλο σουλτάνου, δεν θα καταλήξουν προς το συμφέρον της Τουρκίας. Και να σκεφτεί κανείς ότι μόλις χθες τα αμερικανικά στρατεύματα στο Ιράκ παρέδωσαν την «Πράσινη Ζώνη» στον ιρακινό Στρατό και έγινε δύο ημέρες πριν τη συνάντηση Ομπάμα με τον Μαχμούντ Αμπάς και τον Μπέντζαμιν Νετανιάχου. Ίσως αυτό να έκανε και τον κ. Νταβούτογλου να «κινητοποιηθεί ανθρωπιστικά» μέσω αναγνωρισμένων τρομοκρατικών οργανώσεων, για να προλάβει την επισφαλή γι’ αυτόν επόμενη ημέρα…
Αναφορικά, τώρα, με τον αποκλεισμό της Γάζας, θεωρώ ότι πρέπει να αναθεωρηθεί τάχιστα από ισραηλινής πλευράς. Δεν συνάδει με τις στοιχειώδεις αρχές του ανθρωπισμού και τυραννάει άδικα έναν πληθυσμό ανθρώπων που, ούτως ή άλλως, υποφέρουν και από την ίδια τη Χαμάς. Δεν αποτελεί πολιτική λογική ούτε επιδεικνύει διπλωματική ευφυΐα το «μαζί με τα ξερά καίγονται και τα χλωρά»! Εφόσον υπάρχει ζήτημα ασφάλειας του Ισραήλ, ας κλείσει απολύτως τα σύνορά του με τη Λωρίδα της Γάζας κι ας της αφήσει απολύτως ελεύθερη την επικοινωνία μέσω θαλάσσης και αέρος, αλλά και διά ξηράς από την Αίγυπτο. Δεν μπορεί η κυβέρνηση του κ. Νετανιάχου, όπως και αυτή του κ. Όλμερτ, να τιμωρούν έναν ολόκληρο λαό, επειδή βρίσκονται σε εμπόλεμη κατάσταση με τη Χαμάς.
Επίσης, μια τέτοια πράξη θα εκτιμηθεί δεόντως από τη διεθνή κοινότητα, αλλά και θα ανακουφίσει το χειμαζόμενο παλαιστινιακό πληθυσμό της περιοχής με ευεργετικά αποτελέσματα για την πρόοδο των ειρηνευτικών διαδικασιών.
Ας βοηθήσουμε όλοι μας προς μια τέτοια κατεύθυνση. Δεν είναι άστοχο…
1. Evan F. Kohlman, The Role of Islamic Charities in International Terrorist Recruitment and Financing, DIIS Working Paper no 2006/7, Copenhagen 2006.
* Ο Ιωάννης Θ. Μάζης είναι καθηγητής Οικονομικής Γεωγραφίας και Γεωπολιτικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
http://m-epikaira.gr/2010/06/μια-''νταβουτογλιανή'' προβοκάτσια-με/
Site created by Sentel Κεφαλίδα
© 2008-2010 Επίκαιρα, All rights reserved.
του Ιωάννη Μάζη *
«Στη Μέση Ανατολή πρέπει να μην πιστεύεις τίποτα από όσα ακούς και τα μισά από όσα βλέπεις». Αυτή είναι μια ρήση του Ουαλίντ Τζουμπλάντ, ο οποίος την είπε για τον Λίβανο και εγώ την προσάρμοσα για ολόκληρη τη Μέση Ανατολή.
Είναι μια πολύπλοκη υπόθεση, η οποία από πλευράς των συμμετεχόντων πολιτών των λοιπών χωρών που μετείχαν σε αυτή ήταν απολύτως καθαρή και ανθρωπιστικών προθέσεων, δεν συνέβαινε όμως το ίδιο και από την πλευρά της Τουρκίας. Και για να μην βασανίζουμε τον αναγνώστη, να ξεκαθαρίσουμε εξαρχής ότι πρόκειται για εκμετάλλευση των ανθρωπιστικών και δημοκρατικών αισθημάτων πολλών ανύποπτων και εγνωσμένης εντιμότητας πολιτών από την τουρκική εξωτερική πολιτική, και συγκεκριμένα τους κυρίους Νταβούτογλου και Ερντογάν. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή:
Την Τρίτη (25 Μαΐου) έλαβε χώρα στην Κωνσταντινούπολη ένα συμβάν, το οποίο θα μπορούσε από μόνο του να χαρακτηριστεί ήσσονος σημασίας αλλά με μακροπρόθεσμες επιπτώσεις. Ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Αχμέτ Νταβούτογλου κάλεσε το Ισραήλ να άρει τον αποκλεισμό της Λωρίδας της Γάζας και να επιτρέψει σε ένα στολίσκο του Insani Yardim Vakfi/ΙΗΗ (Οργάνωση Ανθρωπιστικής Βοήθειας), μιας τουρκικής θρησκευτικής ΜΚΟ, η οποία κατά το Ινστιτούτο Stratfor συνδέεται με το κυβερνών κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP) της Τουρκίας, να φέρει σε πέρας την αποστολή του, δηλαδή τον εφοδιασμό των Παλαιστινίων με ανθρωπιστική βοήθεια. Το τουρκικό πλοίο στο οποίο έγιναν τα επεισόδια ανήκε σε αυτή την τουρκική Μη Κυβερνητική Οργάνωση, την IHH.
Η οργάνωση όμως αυτή, σύμφωνα με μελέτη του Danish Institute for International Strategy του 2006, με συγγραφέα τον Evan F. Kohlman, χαρακτηρίστηκε ως ισλαμική οργάνωση που εκτός από ανθρωπιστική βοήθεια έχει διατελέσει και «βιτρίνα» για τρομοκρατικές οργανώσεις (The Role of Islamic Charities in International Terrorist Recruitment and Financing)1. Το 2008 το Ισραήλ τη χαρακτήρισε επίσης τρομοκρατική οργάνωση. Νωρίτερα, η οργάνωση ΙΗΗ είχε απορρίψει την πρόταση του Ισραήλ να διοχετεύσει τα εφόδια μέσω ισραηλινού εδάφους, από τον ισραηλινό λιμένα Ασντόντ.
Η κυβέρνηση Νετανιάχου αντέδρασε –κατόπιν προειδοποίησης πάντως– σπασμωδικά και έπαιξε ουσιαστικά το παιχνίδι της τουρκικής προβοκάτσιας κάνοντας υπερβολική και απαράδεκτη χρήση βίας, προκαλώντας 9 νεκρούς Τούρκους πολίτες πάνω στο τουρκικό σκάφος «Μαβί Μαρμαρά», της ισλαμιστικής οργάνωσης ΙΗΗ.
Η σπασμωδική αντίδραση όμως της κυβέρνησης Νετανιάχου απέναντι στους ακτιβιστές θα θέσει το Τελ Αβίβ υπό καθεστώς διεθνών πιέσεων, οι οποίες δεν ωφελούν τη διεθνή του θέση και την εικόνα του. Η προβοκατόρικη ενέργεια του διδύμου Ερντογάν – Νταβούτογλου κατάφερε να οδηγήσει σε διακοπή τις ισραηλινοπαλαιστινιακές συνομιλίες ειρήνευσης, όπως ανάγκασε τον Μαχμούντ Αμπάς, καταγγέλλοντας την επίθεση των κομάντος της κυβέρνησης Νετανιάχου, να… συστρατευτεί εκ των πραγμάτων, προσωρινά τουλάχιστον, με τη… Χαμάς! Πάντως, πέραν του απολύτως καταδικαστέου αυτού γεγονότος, πρέπει να δούμε και το γεωστρατηγικό παιχνίδι της Τουρκίας και να το αναλύσουμε.
Σύμφωνα και με το αμερικανικό Ινστιτούτο Stratfor –έχει σημασία να τονίσουμε την προέλευση του Ινστιτούτου–, η Τουρκία προσπαθεί να επανακάμψει στη διεθνή σκηνή ως μεγάλη δύναμη και η επιδίωξή της αυτή έχει τεράστια επίπτωση στην πάλαι ποτέ συμμαχία της με το Ισραήλ, που διήρκεσε περισσότερο από έξι δεκαετίες.
Το αμερικανικό αυτό Ινστιτούτο προέβλεπε, ήδη από την 25η Μαΐου 2010, σε σχετικό του policy paper, με εξαιρετική ακρίβεια τα εξής:
«Η Τουρκία προσπαθεί να επανακάμψει στη διεθνή σκηνή ως μεγάλη δύναμη και η επιδίωξή της αυτή έχει τεράστια επίπτωση στην πάλαι ποτέ συμμαχία της με το Ισραήλ, που διήρκεσε περισσότερο από έξι δεκαετίες. Πράγματι, η Τουρκία, διανύοντας το στάδιο της επανάκαμψής της, πρέπει να σταθεί κριτικά απέναντι στο Ισραήλ. Και τούτο γιατί η Άγκυρα πρέπει να αναλάβει ηγεμονικό ρόλο στη Μέση Ανατολή και να αναδειχτεί ως ηγέτιδα δύναμη του ευρύτερου ισλαμικού κόσμου. Τούτο μπορεί να εξηγήσει τη δηκτική στάση του Τούρκου πρωθυπουργού Ερντογάν και την άσκηση ηχηρής κριτικής έναντι του Ισραήλ στο Νταβός, έπειτα από την τελευταία στρατιωτική επιχείρηση του Ισραήλ στη Λωρίδα της Γάζας, η οποία οδήγησε σε σοβαρή επιδείνωση τις τουρκοϊσραηλινές σχέσεις.
»Οι Τούρκοι διαισθάνονται προφανώς μια ευκαιρία να προσπαθήσουν να φέρουν το Ισραήλ σε δύσκολη θέση. Ταυτόχρονα, προσπαθούν να εκμεταλλευτούν υπέρ τους τις επιχειρήσεις του Ισραήλ στη Γάζα. Αν και η ΜΚΟ μπορεί να έχει δεσμούς με το κυβερνών AKP, δεν υπάρχει ένδειξη ότι η κίνηση για άρση του αποκλεισμού έχει οργανωθεί από την κυβέρνηση. Το νέο σενάριο, πάντως, προβλέπει ένα δυνητικά τεράστιο διεθνές σκηνικό το οποίο, ανεξάρτητα από την έκβασή του, θα είναι επ’ ωφελεία της Τουρκίας. Οι Τούρκοι διαισθάνονται προφανώς μια ευκαιρία να προσπαθήσουν να φέρουν το Ισραήλ σε δύσκολη θέση.
»Εάν οι ισραηλινές δυνάμεις απαγορεύσουν τον πλου του σκάφους, η Τουρκία μπορεί να στρέψει τα διπλωματικά της βέλη κατά του Ισραήλ και να προκαλέσει γενικευμένη καταδίκη του. Η αύξηση της έντασης θα προκαλούσε την ανάμειξη των ΗΠΑ. Δεδομένης της εξάρτησης των ΗΠΑ από την Τουρκία, η τελευταία θα μπορούσε να αναγκάσει την Ουάσιγκτον να τοποθετηθεί ως προς το ζήτημα. Φυσικά, η Ουάσιγκτον δεν θα μπορούσε να αντιταχτεί στην Άγκυρα. Εναλλακτικά, εάν οι Ισραηλινοί αναγκάζονταν να επιτρέψουν στο στολίσκο να ολοκληρώσει την αποστολή του, η Τουρκία θα κατέγραφε μια μείζονα νίκη. Θα ενισχυόταν ο διεθνής ρόλος της Τουρκίας ως ανερχόμενης δύναμης, ειδικότερα στη Μέση Ανατολή και στον ευρύτερο ισλαμικό κόσμο, την ηγεσία του οποίου επιζητούν οι Τούρκοι. Αν και η κατάσταση, ανεξαρτήτως έκβασης, μόνον επικερδής μπορεί να είναι για την Τουρκία (win-win), βάζει το Ισραήλ σε εξαιρετικά δύσκολη θέση, ανεξαρτήτως του πώς θα χειριστεί το ζήτημα του στολίσκου. Εάν οι Ισραηλινοί αποφασίσουν να απαγορεύσουν στο σκάφος να παραδώσει τα εφόδια, διακινδυνεύουν να δεχτούν παγκόσμια κριτική και να χειροτερεύσουν περαιτέρω τις σχέσεις τους με τη σύμμαχο Τουρκία. Διακινδυνεύουν, επίσης, περαιτέρω περιπλοκή της κατάστασης με τις ΗΠΑ και τούτο γιατί, σε μια δύσκολη περίοδο για τις σχέσεις των ΗΠΑ με το Ισραήλ, η Ουάσιγκτον χρειάζεται την Άγκυρα για την επίλυση πολλαπλών περιφερειακών ζητημάτων. Από την άλλη πλευρά, εάν προσπαθήσουν να αποφύγουν τη διπλωματική αποτυχία και επιτρέψουν στο σκάφος να πλεύσει προς τον προορισμό του, θα έχουν λάβει αμυντική στάση απέναντι στην εθνική τους ασφάλεια. Κι αυτό είναι κάτι που το Ισραήλ δεν έχει κάνει ποτέ στο παρελθόν. Σε μια δύσκολη περίοδο για τις σχέσεις ΗΠΑ – Ισραήλ, με δεδομένη την απόκλιση των περιφερειακών συμφερόντων μεταξύ Ιράν και Παλαιστινίων, η ισραηλινή κυβέρνηση υπό τον πρωθυπουργό Μπέντζαμιν Νετανιάχου δεν επιθυμεί να εμπλακεί σε περαιτέρω ενέργειες που θα αύξαναν την ένταση με την κυβέρνηση του προέδρου Μπαράκ Ομπάμα. Πέραν τούτου, το τουρκικό σκάφος, το οποίο έχει ήδη αποπλεύσει για τις ακτές της Γάζας, δημιουργεί μια κατάσταση στην οποία το Ισραήλ δεν έχει την επιλογή των κινήσεων. Το σενάριο αυτό έχει αποκτήσει τη δική του δυναμική – πολύ μεγαλύτερη από την αρχική πρόθεση των εμπλεκόμενων μερών».
Το αποτέλεσμα είναι όμως, όπως ο καθείς αντιλαμβάνεται πλέον, αυτό που περιγράφει το κείμενο του αμερικανικού think tank. Εκπληκτικό; Σίγουρα όχι για τους παροικούντες τη διεθνολογική Ιερουσαλήμ!
Πρέπει επίσης να τονιστεί ότι οι τυχοδιωκτικές αυτές κινήσεις της Τουρκίας θέτουν σε τεράστιο κίνδυνο την ασφάλεια της περιοχής εξωθώντας στα άκρα ισχυρούς γεωστρατηγικά πόλους ισχύος στη Μέση Ανατολή.
Και ας μου επιτραπεί και μια πρόβλεψη: οι εξελίξεις αυτές δεν θα αφήσουν τα εσωτερικά μέτωπα στην Τουρκία (Κούρδοι της Τουρκίας) αλλά και τις εξελίξεις στο Ιράκ (Κούρδοι του ιρακινού Κουρδιστάν) χωρίς αναταραχές και αλυσιδωτές εκρήξεις θερμών κρίσεων. Τα νεοοθωμανικά παίγνια του κ. Νταβούτογλου και του «μοιραίου» πρωθυπουργού του, ο οποίος προσπαθεί να ενδυθεί ρόλο σουλτάνου, δεν θα καταλήξουν προς το συμφέρον της Τουρκίας. Και να σκεφτεί κανείς ότι μόλις χθες τα αμερικανικά στρατεύματα στο Ιράκ παρέδωσαν την «Πράσινη Ζώνη» στον ιρακινό Στρατό και έγινε δύο ημέρες πριν τη συνάντηση Ομπάμα με τον Μαχμούντ Αμπάς και τον Μπέντζαμιν Νετανιάχου. Ίσως αυτό να έκανε και τον κ. Νταβούτογλου να «κινητοποιηθεί ανθρωπιστικά» μέσω αναγνωρισμένων τρομοκρατικών οργανώσεων, για να προλάβει την επισφαλή γι’ αυτόν επόμενη ημέρα…
Αναφορικά, τώρα, με τον αποκλεισμό της Γάζας, θεωρώ ότι πρέπει να αναθεωρηθεί τάχιστα από ισραηλινής πλευράς. Δεν συνάδει με τις στοιχειώδεις αρχές του ανθρωπισμού και τυραννάει άδικα έναν πληθυσμό ανθρώπων που, ούτως ή άλλως, υποφέρουν και από την ίδια τη Χαμάς. Δεν αποτελεί πολιτική λογική ούτε επιδεικνύει διπλωματική ευφυΐα το «μαζί με τα ξερά καίγονται και τα χλωρά»! Εφόσον υπάρχει ζήτημα ασφάλειας του Ισραήλ, ας κλείσει απολύτως τα σύνορά του με τη Λωρίδα της Γάζας κι ας της αφήσει απολύτως ελεύθερη την επικοινωνία μέσω θαλάσσης και αέρος, αλλά και διά ξηράς από την Αίγυπτο. Δεν μπορεί η κυβέρνηση του κ. Νετανιάχου, όπως και αυτή του κ. Όλμερτ, να τιμωρούν έναν ολόκληρο λαό, επειδή βρίσκονται σε εμπόλεμη κατάσταση με τη Χαμάς.
Επίσης, μια τέτοια πράξη θα εκτιμηθεί δεόντως από τη διεθνή κοινότητα, αλλά και θα ανακουφίσει το χειμαζόμενο παλαιστινιακό πληθυσμό της περιοχής με ευεργετικά αποτελέσματα για την πρόοδο των ειρηνευτικών διαδικασιών.
Ας βοηθήσουμε όλοι μας προς μια τέτοια κατεύθυνση. Δεν είναι άστοχο…
1. Evan F. Kohlman, The Role of Islamic Charities in International Terrorist Recruitment and Financing, DIIS Working Paper no 2006/7, Copenhagen 2006.
* Ο Ιωάννης Θ. Μάζης είναι καθηγητής Οικονομικής Γεωγραφίας και Γεωπολιτικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
http://m-epikaira.gr/2010/06/μια-''νταβουτογλιανή'' προβοκάτσια-με/
Site created by Sentel Κεφαλίδα
© 2008-2010 Επίκαιρα, All rights reserved.
Παρασκευή 23 Ιουλίου 2010
Δημήτρης Μπουραντάς: «Το χρεοκοπημένο πολιτικό σύστημα απαιτεί πολιτικές πρωτοβουλίες από ανθρώπους εκτός συστήματος»
«Το χρεοκοπημένο πολιτικό σύστημα απαιτεί πολιτικές πρωτοβουλίες από ανθρώπους εκτός συστήματος» Πέμπτη, 22 Ιούλιος 2010 07:00
Ο διεθνούς φήμης καθηγητής Δημήτρης Μπουραντάς πρωτοστατεί στην ίδρυση Κίνησης Πολιτών με τίτλο «Κύκλοι των Χαμένων Αξιών»,που όλα δείχνουν πώς αποτελεί προάγγελο νέου Πολιτικού σχηματισμού…
Αποκλειστική Συνέντευξη στην Κωστούλα Τωμαδάκη
Τη δυνατότητα πολιτικής παρέμβασης και την αναγέννηση του χρεοκοπημένου πολιτικού συστήματος που απαιτεί πολιτικές πρωτοβουλίες από ανθρώπους εκτός συστήματος και θα αποτελέσει μια κρίσιμη δύναμη, προτάσσει ο Δημήτρης Μπουραντάς, Καθηγητής Μάνατζμεντ, διευθυντής του μεταπτυχιακού προγράμματος για στελέχη (Executive MBA) στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Τη στιγμή που οι περισσότεροι πολίτες έχουν στρέψει την πλάτη στην πολιτική και η κρίση αντιπροσώπευσης είναι η βαθύτερη που έχουμε δει μετά την Μεταπολίτευση, ο Δημήτρης Μπουραντάς, εξηγεί τους λόγους που τον οδήγησαν στην πρωτοβουλία ίδρυσης του ``Κύκλου των Χαμένων Αξιών`` και την ανάγκη « να συναντηθούμε, να συστηθούμε και να αγωνιστούμε με κοινές αξίες, έξυπνες και καινοτόμες στρατηγικές για την αναγέννηση του πολιτικού συστήματος και μέσω αυτού της πατρίδας μας»
1.``Τα πράγματα θα χειροτερέψουν, πριν βελτιωθούν``(Πόουλ Τόμσεν),
συμμερίζεστε αυτή την άποψη κύριε Μπουραντά;
Φοβάμαι ότι μάλλον θα χειροτερέψουν και για μερικούς θα γίνουν ίσως τραγικά. Περισσότερο φοβάμαι όμως ότι είναι πολύ δύσκολο να βελτιωθούν. Η παρακμή δεν οδηγεί νομοτελειακά στην αναγέννηση και την πρόοδο. Άλλωστε, όπως είπε και ο Μάρτιν Λούθερ Κίνγκ στα ερείπια αμέτρητων πολιτισμών είναι γραμμένη η φράση «πολύ αργά».
2. Πιστεύετε ότι η Ευρώπη έχει χάσει μαζί με την κοινωνική της συνείδηση και την ικανότητά της να βλέπει την πραγματικότητα,
αντί να πιέσει τις τράπεζες, ασκεί την σκληρότητά της στους εργαζόμενους;
Η Ευρώπη δεν αποτελεί μια ενιαία οντότητα. Αποτελείται από κράτη, διαφορετικές ομάδες συμφερόντων ή τάξεις όπως λέγαμε παλαιότερα. Το πρόβλημα είναι ότι δεν υπάρχουν θεσμοί και πολιτικές ηγεσίας, ούτε σε εθνικό ούτε σε Ευρωπαϊκό επίπεδο, που να έχουν την ικανότητα και τη δύναμη να διαμορφώνουν και να υλοποιούν πολιτικές κοινωνικά δίκαιες και ταυτόχρονα αναπτυξιακές. Έτσι στις συνθήκες της παγκόσμιας κρίσης και του ανταγωνισμού των χωρών της Αμερικής και της Ασίας, η δύναμη του κεφαλαίου, που είναι συγκεντρωμένη σε λίγους και στις Τράπεζες, υπερισχύει, με αποτέλεσμα να επιβάλλουν πολιτικές που εξυπηρετούν πρωτίστως τα δικά τους συμφέροντα.
3. Είσαστε από τους πρώτους, κύριε καθηγητά, που εντοπίσατε το πρόβλημα
της έλλειψης ηγεσίας τις τελευταίες δεκαετίες.
Στη δεδομένη χρονική στιγμή που οι πολίτες στρέφουν την πλάτη στην πολιτική,
θεωρείται ότι η σημερινή κυβέρνηση και τα κόμματα της αντιπολίτευσης
μπορούν να μας βγάλουν από την κρίση;
Το πολιτικό σύστημα που αποτελείται από διαπλεκόμενες δυνάμεις και συμφέροντα όπως τα κόμματα, τα κομματοκρατούμενα συνδικάτα, το κομματοκρατούμενο κράτος, τα ΜΜΕ και τις κρατικοδίαιτες επιχειρήσεις ή επαγγελματικές, έχει πλέον χρεοκοπήσει και είναι παντελώς ανίκανο να διαχειρισθεί τις σύγχρονες προκλήσεις. Ασφαλώς, μπορεί να επιβιώσει γατζωμένο στην εξουσία οδηγώντας τη χώρα στη μιζέρια, στην εξάρτηση, στη φτώχεια, στη μετανάστευση και στη θλίψη. Αποτελεί ένα απέραντο γκρίζο που σκεπάζει το γαλάζιο ουρανό και δεν μας επιτρέπει να σηκώσουμε τα μάτια μας να τον αντικρύσουμε και να ονειρευθούμε.
4. .Στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης έχουμε την κατάρρευση της κυρίαρχης ιδεολογίας της εθνικοφροσύνης και του κομμουνισμού και την επικράτηση της ιδεολογίας του ατομικισμού και του `βολέματος`` σε όλη την κοινωνική ζωή. Μήπως, η κρίση είναι ένα είδος τιμωρίας;
Η εθνικοφροσύνη και ο κομμουνισμός ως έννοιες και ως ιδεολογίες είναι ξεπερασμένες και ως εκ τούτου λίγο έχει σημασία αν έχουν κατάρρευση. Το τραγικό είναι αντί να στηριχθούμε σε αξίες που εξασφαλίζουν την κοινωνική συνοχή, την πρόοδο και την ευημερία για όλους, έχουν κυριαρχήσει αξίες που οδηγούν την κοινωνία μας στην παρακμή και υποθηκεύουν το μέλλον των παιδιών μας. Η κρίση, ασφαλώς, δεν είναι ζήτημα μηχανισμών, αλλά ηγεσιών και αξιών. Σε αυτό ως πολίτες, είμαστε όλοι συνυπεύθυνοι και συνένοχοι αφού ανεχθήκαμε ή και υιοθετήσαμε αξίες και πρότυπα που το πολιτικό σύστημα και τα συμφέροντα που υπηρετεί σχεδιασμένα και συνειδητά επέβαλλαν στην κοινωνία για ίδιο όφελος.
5. Οι Έλληνες έχουμε αποδείξει ότι τα καταφέρνουμε στα δύσκολα. Μπορέσαμε και επιβιώσαμε μετά την Κατοχή και τον Εμφύλιο και μάλιστα είχαμε πολύ υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης τις δεκαετίες 50’ και 60`.Υπάρχει η πιθανότητα ι η ιστορία να επαναληφτεί και ο Έλληνας να κάνει το θαύμα του;
Δεν πιστεύω στην πεποίθηση « η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει». Ιστορικά, η Ελλάδα δεν πέθανε αλλά συρρικνώθηκε, ταπεινώθηκε, εξευτελίσθηκε. Σε βάθος χρόνου, ο Ελληνισμός κινδυνεύει να χαθεί, όπως πολλές φυλές και έθνη μέχρι τώρα, αν δεν κάνουμε τα σωστά πράγματα σωστά. Ο κόσμος είναι δαρβινικός. Τα είδη που επιβιώνουν στη φύση είναι αυτά που έχουν την ικανότητα να προσαρμόζονται, να αλλάζουν έγκαιρα, να αντιμετωπίζουν τις απειλές και να αξιοποιούν τις ευκαιρίες. Αν αυτό δεν το κατανοήσουμε και δεν το κάνουμε πράξη, η ιστορία δεν θα επαναληφθεί. Διότι τώρα ο εχθρός δεν είναι εξωτερικός αλλά ο ίδιος μας ο εαυτός.
6. Πώς θα βγει η χώρα μας από την κρίση; Η προσήλωση στους αριθμούς είναι νομοτέλεια ή χρειάζεται όραμα;
Το ζήτημα για τη χώρα μας δεν είναι οικονομικό. Η οικονομία και οι αριθμοί είναι συμπτώματα. Τα πρωτογενή αίτια είναι οι αποφάσεις και οι συμπεριφορές όλων μας και ιδιαίτερα αυτών που κατέχουν την τυπική ή άτυπη εξουσία, δηλαδή τη δύναμη να καθορίζουν το είναι και το γίγνεσθαι της κοινωνίας. Αυτές οι αποφάσεις και οι συμπεριφορές καθορίζονται από τις αξίες, τα πιστεύω, τις πεποιθήσεις, τις παραδοχές, τις γνώσεις, τις ικανότητες και τα συμφέροντα. Συνεπώς η έξοδος από τη κρίση απαιτεί ένα εθνικό όραμα, μια ελπίδα για μια νέα Ελλάδα όπου ο κάθε πολίτης θα βρίσκει μια καλλίτερη θέση για τον ίδιο και τα παιδιά του. Ένα όραμα, που όμως θα γίνει πραγματικότητα μέσα από την συγκεκριμενοποίηση του σε εθνικούς στόχους των οποίων η υλοποίηση απαιτεί κατάλληλες στρατηγικές, πολιτικές, δομές, ικανότητες, κουλτούρα και συστήματα.
7.Η πολιτική και μόνο αυτή μπορεί να προκαλέσει ``ένα νέο κύμα ενέργειας``(Β. Καραποστόλης). Στην πολιτική, όμως, το ερώτημα είναι αν μπορείς να εφαρμόσεις
τις προτάσεις σου, αν έχεις το πολιτικό εργαλείο που εγγυάται την εφαρμογή τους.
Πώς μπορεί να αναγεννηθεί το χρεοκοπημένο πολιτικό σύστημα;
Στα σχέδια και οι προτάσεις όσο σωστά κι αν είναι δεν έχουν νόημα αν δεν υλοποιούνται αποτελεσματικά. Κι αυτό απαιτεί αποτελεσματικό μάνατζμεντ και ηγεσία σ’ όλα τα επίπεδα. Το χρεοκοπημένο, κατά γενική ομολογία πολιτικό σύστημα, δεν μπορεί να αναγεννηθεί εκ των έσω και με παλιά υλικά. Η αναγέννηση απαιτεί καινοτομίες παντού, σε ιδέες, στρατηγική, πολιτικές, δομές, μεθόδους και κυρίως ανθρώπους. Αυτό απαιτεί, με τη σειρά του, πολιτικές πρωτοβουλίες από ανθρώπους εκτός συστήματος. Τέτοιοι άνθρωποι υπάρχουν πολλοί. Όμως είναι δύσκολο να συναντηθούν, να συστηθούν, να ενωθούν και ν’ αποτελέσουν μια κρίσιμη δύναμη για ν’ ανατρέψει το κατεστημένο πολιτικό σύστημα.
8.Πόσο έτοιμη είναι η κοινωνία και τα άτομα που την απαρτίζουν για ένα νέο σύστημα αξιών όταν στην μεταπολιτευτική Ελλάδα οι ανορθολογικές πολιτικές του
κράτους διαμόρφωσαν μια αλλοπρόσαλλη κοινωνική ταυτότητα;
Υπάρχουν αρκετοί πολίτες που πιστεύουν και παλεύουν για τις αξίες, μιας δίκαιης, ελεύθερης, προοδευτικής ανθρώπινης και πρωτοπόρας κοινωνίας. Η πλειοψηφία όμως των πολιτών εφησυχάζει ή βρίσκεται σε σύγχυση άξιων. Εύχομαι να συνειδητοποιήσουμε πριν είναι αργά την αναγκαιότητα του νέου συστήματος αξιών, δηλαδή της ακεραιότητας, της εντιμότητας, της αξιοκρατίας, της δικαιοσύνης, του σεβασμού και του αυτοσεβασμού, της αποτελεσματικότητας, της αλληλεγγύης, της καινοτομίας, της υπευθυνότητας κλπ.
Διότι αν αυτό δεν συμβεί τότε θ’ αναγκαστούμε ν’ αλλάξουν αλλά θα είναι αργά.
9.Κύριε Μπουραντά, πώς αλλάζουμε τους πολίτες σε κοινωνικά υποκείμενα,
Πως προσαρμόζουμε τις αξίες, τον τρόπο ζωής μας στις νέες συνθήκες;
H αλλαγή προϋποθέτει να συνειδητοποιήσουμε ότι σήμερα το καπιταλιστικό σύστημα μας έχει κάνει να ικανοποιούμε λάθος ανάγκες με λάθος τρόπο. Σ’ αυτό έχουν μεγαλύτερη ευθύνη όσοι, έχουν τη δύναμη επιρροής οπουδήποτε στα σχολεία, τα συνδικάτα, τα κόμματα, τις επιχειρήσεις, τους οργανισμούς, την οικογένεια και τις υπόλοιπες κοινωνικές οργανώσεις. Εκτός αυτού, οι αξίες και η κουλτούρα πρέπει να υποστηρίζονται από τους νόμους, τους κανονισμούς, τα συστήματα και τις δομές. Βεβαίως, η επικοινωνία, η εκπαίδευση, η διαπαιδαγώγηση, η κατήχηση είναι κρίσιμη παράμετρος, για τη διάδοση και την εδραίωση των αξιών. Σκεφτείτε το πώς ο Χριστός, ο Γκάντι, ο Μάρτιν Λούθερ Κίνγκ άλλαζαν τους ανθρώπους σε κοινωνικά υποκείμενα.
11.Αλλάζει ο Έλληνας; Ο κυνισμός, ο χαβαλές, ο ατομικισμός ο καταναλωτισμός που χαρακτηρίζουν τον Νεοέλληνα πως μπορούν να μετασχηματιστούν σε κοινωνική ευθύνη, αλληλεγγύη, ανθρωπιά;
Ο Έλληνας είναι ιδιαίτερα προσαρμοστικός. Αρκεί να υπάρχει ηγεσία που θα μπορέσει να κερδίσει την εμπιστοσύνη του και να τον πείσει με πράξεις και όχι με λόγια. Αυτό το αποδεικνύει η τεράστια απήχηση που είχε το βιβλίο, «Όλα σου τα μαθα μα ξέχασα» στους έλληνες λόγω του ότι ήταν ειλικρινές, γνήσιο και μιλούσε για τέτοιου είδους αξίες.
12.Η ανάγκη μιας παγκόσμιας δράσης για ν’ αλλάξουμε τις αξίες μας και την συμπεριφορά μας απέναντι στον συνάνθρωπό και στον πλανήτη, πόσο αναγκαία είναι σήμερα, κύριε καθηγητά;
Είναι απόλυτα αναγκαία. Η ανέλεγκτη δυναμική του Καπιταλιστικού συστήματος οδηγεί στην χωρίς μέτρο και άπληστη συγκέντρωση του κεφαλαίου, το χυδαίο πολιτισμό, την καταστροφή του οικοσυστήματος και του πλανήτη. Συνεπώς χρειάζεται μια νέα παγκόσμια ηθική, μια νέα παγκόσμια ιδεολογία που θα στηρίζεται στις πανανθρώπινες αξίες και την ευημερία του ανθρώπινου είδους διαχρονικά. Το κοινωνικά κινήματα πρέπει να διεθνοποιηθούν. Οι νέες τεχνολογίες το κάνουν πλέον αυτό εφικτό. Αρκεί να υπάρξουν τυπικοί και άτυποι ηγέτες που θα πάρουν τις απαιτούμενες πρωτοβουλίες.
πηγή: http://newstrap.gr
Ο διεθνούς φήμης καθηγητής Δημήτρης Μπουραντάς πρωτοστατεί στην ίδρυση Κίνησης Πολιτών με τίτλο «Κύκλοι των Χαμένων Αξιών»,που όλα δείχνουν πώς αποτελεί προάγγελο νέου Πολιτικού σχηματισμού…
Αποκλειστική Συνέντευξη στην Κωστούλα Τωμαδάκη
Τη δυνατότητα πολιτικής παρέμβασης και την αναγέννηση του χρεοκοπημένου πολιτικού συστήματος που απαιτεί πολιτικές πρωτοβουλίες από ανθρώπους εκτός συστήματος και θα αποτελέσει μια κρίσιμη δύναμη, προτάσσει ο Δημήτρης Μπουραντάς, Καθηγητής Μάνατζμεντ, διευθυντής του μεταπτυχιακού προγράμματος για στελέχη (Executive MBA) στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Τη στιγμή που οι περισσότεροι πολίτες έχουν στρέψει την πλάτη στην πολιτική και η κρίση αντιπροσώπευσης είναι η βαθύτερη που έχουμε δει μετά την Μεταπολίτευση, ο Δημήτρης Μπουραντάς, εξηγεί τους λόγους που τον οδήγησαν στην πρωτοβουλία ίδρυσης του ``Κύκλου των Χαμένων Αξιών`` και την ανάγκη « να συναντηθούμε, να συστηθούμε και να αγωνιστούμε με κοινές αξίες, έξυπνες και καινοτόμες στρατηγικές για την αναγέννηση του πολιτικού συστήματος και μέσω αυτού της πατρίδας μας»
1.``Τα πράγματα θα χειροτερέψουν, πριν βελτιωθούν``(Πόουλ Τόμσεν),
συμμερίζεστε αυτή την άποψη κύριε Μπουραντά;
Φοβάμαι ότι μάλλον θα χειροτερέψουν και για μερικούς θα γίνουν ίσως τραγικά. Περισσότερο φοβάμαι όμως ότι είναι πολύ δύσκολο να βελτιωθούν. Η παρακμή δεν οδηγεί νομοτελειακά στην αναγέννηση και την πρόοδο. Άλλωστε, όπως είπε και ο Μάρτιν Λούθερ Κίνγκ στα ερείπια αμέτρητων πολιτισμών είναι γραμμένη η φράση «πολύ αργά».
2. Πιστεύετε ότι η Ευρώπη έχει χάσει μαζί με την κοινωνική της συνείδηση και την ικανότητά της να βλέπει την πραγματικότητα,
αντί να πιέσει τις τράπεζες, ασκεί την σκληρότητά της στους εργαζόμενους;
Η Ευρώπη δεν αποτελεί μια ενιαία οντότητα. Αποτελείται από κράτη, διαφορετικές ομάδες συμφερόντων ή τάξεις όπως λέγαμε παλαιότερα. Το πρόβλημα είναι ότι δεν υπάρχουν θεσμοί και πολιτικές ηγεσίας, ούτε σε εθνικό ούτε σε Ευρωπαϊκό επίπεδο, που να έχουν την ικανότητα και τη δύναμη να διαμορφώνουν και να υλοποιούν πολιτικές κοινωνικά δίκαιες και ταυτόχρονα αναπτυξιακές. Έτσι στις συνθήκες της παγκόσμιας κρίσης και του ανταγωνισμού των χωρών της Αμερικής και της Ασίας, η δύναμη του κεφαλαίου, που είναι συγκεντρωμένη σε λίγους και στις Τράπεζες, υπερισχύει, με αποτέλεσμα να επιβάλλουν πολιτικές που εξυπηρετούν πρωτίστως τα δικά τους συμφέροντα.
3. Είσαστε από τους πρώτους, κύριε καθηγητά, που εντοπίσατε το πρόβλημα
της έλλειψης ηγεσίας τις τελευταίες δεκαετίες.
Στη δεδομένη χρονική στιγμή που οι πολίτες στρέφουν την πλάτη στην πολιτική,
θεωρείται ότι η σημερινή κυβέρνηση και τα κόμματα της αντιπολίτευσης
μπορούν να μας βγάλουν από την κρίση;
Το πολιτικό σύστημα που αποτελείται από διαπλεκόμενες δυνάμεις και συμφέροντα όπως τα κόμματα, τα κομματοκρατούμενα συνδικάτα, το κομματοκρατούμενο κράτος, τα ΜΜΕ και τις κρατικοδίαιτες επιχειρήσεις ή επαγγελματικές, έχει πλέον χρεοκοπήσει και είναι παντελώς ανίκανο να διαχειρισθεί τις σύγχρονες προκλήσεις. Ασφαλώς, μπορεί να επιβιώσει γατζωμένο στην εξουσία οδηγώντας τη χώρα στη μιζέρια, στην εξάρτηση, στη φτώχεια, στη μετανάστευση και στη θλίψη. Αποτελεί ένα απέραντο γκρίζο που σκεπάζει το γαλάζιο ουρανό και δεν μας επιτρέπει να σηκώσουμε τα μάτια μας να τον αντικρύσουμε και να ονειρευθούμε.
4. .Στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης έχουμε την κατάρρευση της κυρίαρχης ιδεολογίας της εθνικοφροσύνης και του κομμουνισμού και την επικράτηση της ιδεολογίας του ατομικισμού και του `βολέματος`` σε όλη την κοινωνική ζωή. Μήπως, η κρίση είναι ένα είδος τιμωρίας;
Η εθνικοφροσύνη και ο κομμουνισμός ως έννοιες και ως ιδεολογίες είναι ξεπερασμένες και ως εκ τούτου λίγο έχει σημασία αν έχουν κατάρρευση. Το τραγικό είναι αντί να στηριχθούμε σε αξίες που εξασφαλίζουν την κοινωνική συνοχή, την πρόοδο και την ευημερία για όλους, έχουν κυριαρχήσει αξίες που οδηγούν την κοινωνία μας στην παρακμή και υποθηκεύουν το μέλλον των παιδιών μας. Η κρίση, ασφαλώς, δεν είναι ζήτημα μηχανισμών, αλλά ηγεσιών και αξιών. Σε αυτό ως πολίτες, είμαστε όλοι συνυπεύθυνοι και συνένοχοι αφού ανεχθήκαμε ή και υιοθετήσαμε αξίες και πρότυπα που το πολιτικό σύστημα και τα συμφέροντα που υπηρετεί σχεδιασμένα και συνειδητά επέβαλλαν στην κοινωνία για ίδιο όφελος.
5. Οι Έλληνες έχουμε αποδείξει ότι τα καταφέρνουμε στα δύσκολα. Μπορέσαμε και επιβιώσαμε μετά την Κατοχή και τον Εμφύλιο και μάλιστα είχαμε πολύ υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης τις δεκαετίες 50’ και 60`.Υπάρχει η πιθανότητα ι η ιστορία να επαναληφτεί και ο Έλληνας να κάνει το θαύμα του;
Δεν πιστεύω στην πεποίθηση « η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει». Ιστορικά, η Ελλάδα δεν πέθανε αλλά συρρικνώθηκε, ταπεινώθηκε, εξευτελίσθηκε. Σε βάθος χρόνου, ο Ελληνισμός κινδυνεύει να χαθεί, όπως πολλές φυλές και έθνη μέχρι τώρα, αν δεν κάνουμε τα σωστά πράγματα σωστά. Ο κόσμος είναι δαρβινικός. Τα είδη που επιβιώνουν στη φύση είναι αυτά που έχουν την ικανότητα να προσαρμόζονται, να αλλάζουν έγκαιρα, να αντιμετωπίζουν τις απειλές και να αξιοποιούν τις ευκαιρίες. Αν αυτό δεν το κατανοήσουμε και δεν το κάνουμε πράξη, η ιστορία δεν θα επαναληφθεί. Διότι τώρα ο εχθρός δεν είναι εξωτερικός αλλά ο ίδιος μας ο εαυτός.
6. Πώς θα βγει η χώρα μας από την κρίση; Η προσήλωση στους αριθμούς είναι νομοτέλεια ή χρειάζεται όραμα;
Το ζήτημα για τη χώρα μας δεν είναι οικονομικό. Η οικονομία και οι αριθμοί είναι συμπτώματα. Τα πρωτογενή αίτια είναι οι αποφάσεις και οι συμπεριφορές όλων μας και ιδιαίτερα αυτών που κατέχουν την τυπική ή άτυπη εξουσία, δηλαδή τη δύναμη να καθορίζουν το είναι και το γίγνεσθαι της κοινωνίας. Αυτές οι αποφάσεις και οι συμπεριφορές καθορίζονται από τις αξίες, τα πιστεύω, τις πεποιθήσεις, τις παραδοχές, τις γνώσεις, τις ικανότητες και τα συμφέροντα. Συνεπώς η έξοδος από τη κρίση απαιτεί ένα εθνικό όραμα, μια ελπίδα για μια νέα Ελλάδα όπου ο κάθε πολίτης θα βρίσκει μια καλλίτερη θέση για τον ίδιο και τα παιδιά του. Ένα όραμα, που όμως θα γίνει πραγματικότητα μέσα από την συγκεκριμενοποίηση του σε εθνικούς στόχους των οποίων η υλοποίηση απαιτεί κατάλληλες στρατηγικές, πολιτικές, δομές, ικανότητες, κουλτούρα και συστήματα.
7.Η πολιτική και μόνο αυτή μπορεί να προκαλέσει ``ένα νέο κύμα ενέργειας``(Β. Καραποστόλης). Στην πολιτική, όμως, το ερώτημα είναι αν μπορείς να εφαρμόσεις
τις προτάσεις σου, αν έχεις το πολιτικό εργαλείο που εγγυάται την εφαρμογή τους.
Πώς μπορεί να αναγεννηθεί το χρεοκοπημένο πολιτικό σύστημα;
Στα σχέδια και οι προτάσεις όσο σωστά κι αν είναι δεν έχουν νόημα αν δεν υλοποιούνται αποτελεσματικά. Κι αυτό απαιτεί αποτελεσματικό μάνατζμεντ και ηγεσία σ’ όλα τα επίπεδα. Το χρεοκοπημένο, κατά γενική ομολογία πολιτικό σύστημα, δεν μπορεί να αναγεννηθεί εκ των έσω και με παλιά υλικά. Η αναγέννηση απαιτεί καινοτομίες παντού, σε ιδέες, στρατηγική, πολιτικές, δομές, μεθόδους και κυρίως ανθρώπους. Αυτό απαιτεί, με τη σειρά του, πολιτικές πρωτοβουλίες από ανθρώπους εκτός συστήματος. Τέτοιοι άνθρωποι υπάρχουν πολλοί. Όμως είναι δύσκολο να συναντηθούν, να συστηθούν, να ενωθούν και ν’ αποτελέσουν μια κρίσιμη δύναμη για ν’ ανατρέψει το κατεστημένο πολιτικό σύστημα.
8.Πόσο έτοιμη είναι η κοινωνία και τα άτομα που την απαρτίζουν για ένα νέο σύστημα αξιών όταν στην μεταπολιτευτική Ελλάδα οι ανορθολογικές πολιτικές του
κράτους διαμόρφωσαν μια αλλοπρόσαλλη κοινωνική ταυτότητα;
Υπάρχουν αρκετοί πολίτες που πιστεύουν και παλεύουν για τις αξίες, μιας δίκαιης, ελεύθερης, προοδευτικής ανθρώπινης και πρωτοπόρας κοινωνίας. Η πλειοψηφία όμως των πολιτών εφησυχάζει ή βρίσκεται σε σύγχυση άξιων. Εύχομαι να συνειδητοποιήσουμε πριν είναι αργά την αναγκαιότητα του νέου συστήματος αξιών, δηλαδή της ακεραιότητας, της εντιμότητας, της αξιοκρατίας, της δικαιοσύνης, του σεβασμού και του αυτοσεβασμού, της αποτελεσματικότητας, της αλληλεγγύης, της καινοτομίας, της υπευθυνότητας κλπ.
Διότι αν αυτό δεν συμβεί τότε θ’ αναγκαστούμε ν’ αλλάξουν αλλά θα είναι αργά.
9.Κύριε Μπουραντά, πώς αλλάζουμε τους πολίτες σε κοινωνικά υποκείμενα,
Πως προσαρμόζουμε τις αξίες, τον τρόπο ζωής μας στις νέες συνθήκες;
H αλλαγή προϋποθέτει να συνειδητοποιήσουμε ότι σήμερα το καπιταλιστικό σύστημα μας έχει κάνει να ικανοποιούμε λάθος ανάγκες με λάθος τρόπο. Σ’ αυτό έχουν μεγαλύτερη ευθύνη όσοι, έχουν τη δύναμη επιρροής οπουδήποτε στα σχολεία, τα συνδικάτα, τα κόμματα, τις επιχειρήσεις, τους οργανισμούς, την οικογένεια και τις υπόλοιπες κοινωνικές οργανώσεις. Εκτός αυτού, οι αξίες και η κουλτούρα πρέπει να υποστηρίζονται από τους νόμους, τους κανονισμούς, τα συστήματα και τις δομές. Βεβαίως, η επικοινωνία, η εκπαίδευση, η διαπαιδαγώγηση, η κατήχηση είναι κρίσιμη παράμετρος, για τη διάδοση και την εδραίωση των αξιών. Σκεφτείτε το πώς ο Χριστός, ο Γκάντι, ο Μάρτιν Λούθερ Κίνγκ άλλαζαν τους ανθρώπους σε κοινωνικά υποκείμενα.
11.Αλλάζει ο Έλληνας; Ο κυνισμός, ο χαβαλές, ο ατομικισμός ο καταναλωτισμός που χαρακτηρίζουν τον Νεοέλληνα πως μπορούν να μετασχηματιστούν σε κοινωνική ευθύνη, αλληλεγγύη, ανθρωπιά;
Ο Έλληνας είναι ιδιαίτερα προσαρμοστικός. Αρκεί να υπάρχει ηγεσία που θα μπορέσει να κερδίσει την εμπιστοσύνη του και να τον πείσει με πράξεις και όχι με λόγια. Αυτό το αποδεικνύει η τεράστια απήχηση που είχε το βιβλίο, «Όλα σου τα μαθα μα ξέχασα» στους έλληνες λόγω του ότι ήταν ειλικρινές, γνήσιο και μιλούσε για τέτοιου είδους αξίες.
12.Η ανάγκη μιας παγκόσμιας δράσης για ν’ αλλάξουμε τις αξίες μας και την συμπεριφορά μας απέναντι στον συνάνθρωπό και στον πλανήτη, πόσο αναγκαία είναι σήμερα, κύριε καθηγητά;
Είναι απόλυτα αναγκαία. Η ανέλεγκτη δυναμική του Καπιταλιστικού συστήματος οδηγεί στην χωρίς μέτρο και άπληστη συγκέντρωση του κεφαλαίου, το χυδαίο πολιτισμό, την καταστροφή του οικοσυστήματος και του πλανήτη. Συνεπώς χρειάζεται μια νέα παγκόσμια ηθική, μια νέα παγκόσμια ιδεολογία που θα στηρίζεται στις πανανθρώπινες αξίες και την ευημερία του ανθρώπινου είδους διαχρονικά. Το κοινωνικά κινήματα πρέπει να διεθνοποιηθούν. Οι νέες τεχνολογίες το κάνουν πλέον αυτό εφικτό. Αρκεί να υπάρξουν τυπικοί και άτυποι ηγέτες που θα πάρουν τις απαιτούμενες πρωτοβουλίες.
πηγή: http://newstrap.gr
Δευτέρα 19 Ιουλίου 2010
Κύπρος: Η τραγωδία του 1974 και η αναζήτηση λύσης
Κύπρος: Η τραγωδία του 1974 και η αναζήτηση λύσης
Η δημιουργία το 1960, με τις συμφωνίες της Ζυρίχης και του Λονδίνου, ενός Κυπριακού Κράτους συνοδεύτηκε από ένα (μάλλον κακώς καθορισμένο) δικαίωμα επέμβασης από τις εγγυήτριες δυνάμεις (Βρετανία, Τουρκία, Ελλάδα). Το καθένα από αυτά τα κράτη μπορούσε να καταστήσει ενεργό αυτό το δικαίωμα, σε περίπτωση που θα ανέκυπτε κάποιο πρόβλημα που θα αφορούσε την εδαφική ακεραιότητα ή την συνταγματική τάξη της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η Βρετανία διατήρησε δύο στρατιωτικές βάσεις στο νησί. Εγκαταστάθηκαν ελληνικές και τουρκικές στρατιωτικές μονάδες (ΕΛ.ΔΥ.Κ. και ΤΟΥΡ.ΔΥ.Κ.). Η κυπριακή ανεξαρτησία συνοδεύτηκε από μια συμφωνία βασισμένη σε εγγυήσεις που δόθηκαν στους Τουρκοκύπριους. Αλλά, στη δεκαετία του 1960 ήδη, οι απαιτήσεις, τις οποίες είχε αρχίσει να προβάλει η Τουρκία στην Κύπρο μετεξελίχτηκαν σε απειλές και επιθετικές ενέργειες.
Και καθώς το κυπριακό πρόβλημα αποτελούσε πλέον σημαντικό θέμα της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, η ένταση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις υποδαύλιζε τον τουρκικό εθνικισμό, θέτοντας μάλιστα, ορισμένες φορές, σε δοκιμασία την πίστη της Αγκυρας στη συμμαχία της με τη Δύση. Η κυπριακή κρίση των ετών 1963-64 και η ταπεινωτική επιστολή του Προέδρου Τζόνσον στον πρωθυπουργό Ινονού ιδιαίτερα τροφοδότησαν την τάση της Τουρκίας για επανεξέταση της θέσης της στους κόλπους του ΝΑΤΟ και στον κόσμο . Στην περίοδο της κυβέρνησης συνασπισμού του ‘‘Κόμματος Δικαιοσύνης’’ με το Ρ.Λ.Κ., με πρωθυπουργό τον Ισμέτ Ινονού, παρατηρήθηκε προσέγγιση με την ΕΣΣΔ. Χαρακτηριστικές ενδείξεις της αποτέλεσαν οι επισκέψεις στην Αγκυρα του Προέδρου Ποντγκόρνι και του υπουργού των Εξωτερικών Γκρομίκο (4-13 Ιανουαρίου 1965).
Τον Αύγουστο του 1964, περιοχές της Κύπρου βομβαρδίζονται από την Τουρκία. Τα γεγονότα αυτά οδήγησαν τον τότε πρωθυπουργό της Ελλάδας Γεώργιο Παπανδρέου να αποφασίσει την αποστολή στην Κύπρο μιας ελληνικής μεραρχίας για να ενισχυθεί η άμυνα της Μεγαλονήσου. Το 1967 η χούντα απέσυρε την ελληνική μεραρχία. Η διελκυστίνδα ανάμεσα στη χούντα και τον Πρόεδρο Μακάριο κορυφώθηκε με το πραξικόπημα. Στις 15 Ιουλίου 1974, οι δυνάμεις της “ελληνοκυπριακής εθνοφρουράς”, διοικούμενες από αξιωματικούς που υπάκουαν σε εντολές της δεύτερης χούντας (1973-74), ανέτρεψαν με πραξικόπημα το Μακάριο. Ο Δ. Ιωαννίδης επέλεξε να προωθήσει την Ενωση, με εγκληματικό τρόπο, αντίθετο στο κυπριακό Σύνταγμα και στο Διεθνές Δίκαιο. Εκτιμούσε ότι, με την πολιτική και βιολογική εξόντωση του Μακαρίου, προσέφερε υπηρεσία στην Ουάσιγκτον, ενώ και ο ίδιος απαλλασσόταν από αυτόν. Το πραξικόπημα κατεδάφισε την υπάρχουσα στο νησί συνταγματική τάξη. Προσέφερε στην Τουρκία το ‘‘πράσινο φως’’ να επέμβει στρατιωτικά στο νησί, που - με την παντελή έλλειψη ελληνικής αεροπορίας και ναυτικής άμυνας - φαινόταν εύκολη λεία. Ταυτοχρόνως, αποτέλεσε ευκαιρία χωρίς προηγούμενο για να τεθεί σε εφαρμογή η διχοτόμηση της Κύπρου.
Η απόφαση της στρατιωτικής επέμβασης λήφθηκε αμέσως, λίγες ώρες μετά το πραξικόπημα εναντίον του Προέδρου Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, σε ειδική συνεδρίαση του τουρκικού Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας (Milli Güvenlik Kurulu, MGK, 15 Ιουλίου 1974) . Σ’αυτή τη συνεδρίαση, ο Ντενίζ Μπαïκάλ - τότε υπουργός Οικονομικών - επικαλέστηκε το σύνολο των ελληνοτουρκικών σχέσεων της συγκεκριμένης περιόδου για να επιχειρηματολογήσει υπέρ του ότι η συγκεκριμένη επιχείρηση είχε ρεαλιστικό χαρακτήρα: «Δεν πρέπει να μας συγκρατήσει σκέψεις για το έλαβε χώρα πραξικόπημα ή όχι, ούτε για το ανατράπηκε ή όχι ο Μακάριος. Σύμφωνα με την αναμενόμενη πορεία των πραγμάτων, μέσα σε ένα προβλεπτό σύντομο χρονικό διάστημα, στην Κύπρο θα γίνουν εκλογές και η νέα ελληνοκυπριακή Βουλή θα κηρύξει την Ενωση με την Ελλάδα. Βεβαίως, οι τουρκικές περιοχές, δηλαδή οι θύλακοι, θα εξαιρεθούν (από την Ενωση, σημ. Θ.Μ.). Αλλά, αυτό που ενδιαφέρει κυρίως είναι ότι η Ελλάδα επισήμως θα μας περικυκλώσει από το Νότο, ότι θα είναι σε θέση να ελέγξει την Κεντρική και Ανατολική Μικρά Ασία, και να κυριαρχήσει στην Ανατολική Μεσόγειο. Αυτό είναι το επίμαχο σημείο. Διότι, το καυτό ζήτημα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις είναι το Αιγαίο Πέλαγος. Το ζήτημα αφορά την υφαλοκρηπίδα. Το πρόβλημα προέκυψε όταν η Ελλάδα ανακάλυψε πετρελαïκά κοιτάσματα σ’αυτή την περιοχή. Τα γεγονότα θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε απώλεια των τουρκικών δικαιωμάτων στην ηπειρωτική υφαλοκρηπίδα. Αυτή είναι η αιτία, η οποία επιβάλλει την υιοθέτηση μιάς πραγματιστικής πολιτικής, δηλαδή ενός ριζοσπαστικού χειρισμού των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Τότε, έχοντας επιλέξει μια εξαιρετικά ενεργητική τακτική, είχαμε προβλέψει όλα τα ενδεχόμενα και εξετάσει όλες τις στρατιωτικές δυνατότητες...» .
Η διεθνής συγκυρία ήταν πολύ ευνοϊκή για την τουρκική πολιτική. Λαμβάνοντας υπ’όψιν σειρά κρυπτογραφημένων τηλεγραφημάτων, τα οποία έφθασαν την επαύριον του πραξικοπήματος στο τουρκικό Υπουργείο Εξωτερικών, μπορούσε να θεωρείται βέβαιο ότι η διεθνής διπλωματία σχεδόν στο σύνολό της θεωρούσε ως υπαίτιο τη στρατιωτική χούντα των Αθηνών. Το State Department εκδήλωνε στάση ‘‘αναμονής και παρατήρησης’’. Ο Χένρυ Kίσσινγκερ, επί κεφαλής της διπλωματίας των ΗΠΑ, θα ακολουθούσε μια τέτοια τακτική κατά την διάρκεια των εξελίξεων που ακολούθησαν . Αυτή τη φορά, η Aγκυρα επικαλέστηκε το δικαίωμά της να επέμβει - στηριζόμενη, τουλάχιστον τυπικά, στα κείμενα των Συμφωνιών του 1960 - και αποφάσισε να ενεργήσει αποφασιστικά στο νησί, το οποίο φαινόταν ότι αποτελούσε μια εύκολη λεία. Αμέσως, ο πρωθυπουργός Bülent Eçevit ταξίδεψε στο Λονδίνο, όπου συμμετέσχε σε ‘‘τυπικές διαβουλεύσεις’’ με τους Βρετανούς ηγέτες Ουίλσον και Κάλλαχαν. Όταν ολοκληρώθηκαν αυτές οι συνομιλίες, ο Τούρκος πρωθυπουργός είχε σχηματίσει τη γνώμη ότι, αν και οι Βρετανοί αρνήθηκαν να ενεργήσουν από κοινού, με την προσφορά στα τουρκικά στρατεύματα της χρήσης των βάσεών τους στο νησί, τα εμπόδια σε μια τουρκική ένοπλη επέμβαση δεν ήταν ανυπέρβλητα.
Ο Μπουλέντ Ετσεβίτ συνάντησε σαφώς επιφυλακτική στάση εκ μέρους της Ουάσιγκτον, όταν ενημέρωσε τον Αμερικανό υφυπουργό Εξωτερικών George Sisco για τις προθέσεις της Αγκυρας. Ωστόσο, σύμφωνα με τις δηλώσεις ενός Αμερικανού διπλωμάτη - στον Τούρκο δημοσιογράφο Mεχμέτ Aλή Μπιράντ -, ο Ετσεβίτ έδειξε τέτοια «αποφασιστικότητα ώστε οδήγησε την ηγεσία του State Department σε μια διαφοροποίηση της γραμμής, την οποία είχε αποφασίσει να ακολουθήσει στην Κύπρο» . Ο Ετσεβίτ αντιλήφθηκε ότι η αντίθεση του εκπροσώπου των ΗΠΑ δεν είχε καμμιά μορφή απειλής (η λέξη υπογραμμιζόταν από τον Μπιράντ) χρήσης βίας εναντίον της τουρκικής επέμβασης από την πλευρά της υπερδύναμης. Τότε, ο Τούρκος ηγέτης συνειδητοποίησε ότι είχε τα χέρια ελεύθερα . Η τουρκική στρατιωτική απόβαση άρχισε το πρωί του Σαββάτου, 20 Ιουλίου 1974, υπό την κωδικοποιημένη ονομασία ‘‘Aττίλας’’. Η επιχείρηση ονομάστηκε από την τουρκική κυβερνητική προπαγάνδα ‘‘barιs harekâti’’, δηλ. ‘‘ειρηνευτικές επιχειρήσεις’’. «Ο Θεός να δικαιώσει αυτή την επιχείρηση που πραγματοποιείται για το καλό του έθνους μας, των Κυπρίων στο σύνολό τους και της ανθρωπότητας. Πιστεύουμε ότι, ενεργώντας με αυτόν τον τρόπο, προσφέρουμε υπηρεσίες στην ανθρωπότητα και στην ειρήνη...», δήλωνε νωρίς το ίδιο πρωί από το εθνικό ραδιοφωνικό δίκτυο ο Ετσεβίτ (ηγέτης ενός κόμματος, το οποίο εθεωρείτο ως θεματοφύλακας της εκκοσμίκευσης στην Τουρκία). Από την πλευρά του, ο Ερμπακάν - τότε αντιπρόεδρος της κυβέρνησης έχει δηλώσει, κατ’επανάληψιν ότι είναι υπερήφανος για το ότι «η απελευθέρωση των αδελφών Τούρκων Κυπρίων είναι ένα από τα έργα του».
Η τουρκική εισβολή στην Κύπρο είναι αποκαλυπτική μιας «...αλληλοδράσης μεταξύ παντουρκισμού και ισλαμικής αλληλεγγύης... Κάθε προσεκτικός παρατηρητής θα σημειώσει ότι ο λόγος και η ρητορική που συνόδευαν τις τουρκικές επιθετικές επιχειρήσεις ήταν περιβεβλημένες από μια έντονη θρησκευτικότητα, ή και χαρακτηρίζονταν από έναν θρησκευτικό φανατισμό. Όμως, η εμφάνιση μιας φρασεολογίας με θρησκευτική χροιά στους κοσμικούς Τούρκους που βρίσκονται σε αντίθεση με τους Ελληνοκύπριους εθνικιστές δεν θα έπρεπε να εκπλήσσει. Διότι το Ισλάμ δεν περιορίζεται σε μια απλή ευσέβεια. Είναι πριν απ’όλα μια φοβερή πηγή πολιτικής κινητοποίησης, την οποία οι πιο κοσμικοί μουσουλμάνοι - και ο ίδιος ο Aτατούρκ - δεν αρνήθηκαν ποτέ να χρησιμοποιήσουν, όταν αυτό ήταν αναγκαίο... » .
Το 1974, η Tουρκία ισχυρίστηκε ότι εισέβαλε στην Κύπρο για να προστατεύσει την Tουρκοκυπριακή μειονότητα. Ωστόσο, δεν είχε αποδειχτεί την στιγμή της εισβολής ότι οι ίδιοι οι Τουρκοκύπριοι είχαν τότε ισχυριστεί ότι κινδύνευαν - αυτό παρέμενε και πολλά χρόνια αργότερα δύσκολο να αποδειχτεί. Η δημιουργία μιας τουρκικής ζώνης και η εθνική εκκαθάριση των Ελληνοκυπρίων από αυτήν αποτελούσαν τουρκικό στόχο, που είχε σχεδιαστεί από την δεκαετία του 1950 (παρά το ότι η Τουρκία, στη Συνθήκη της Λωζάνης το 1923, είχε παραιτηθεί όλων των αξιώσεών της επί της Κύπρου). Ο στόχος επιχειρήθηκε να τεθεί σε εφαρμογή το 1964. Η πράσινη γραμμή που διαιρεί την Κύπρο αντιστοιχεί ακριβώς στη ‘‘γραμμή του Αττίλα’’, που βρέθηκε στους χάρτες της τουρκικής εισβολής που χρονολογούνται από την δεκαετία του 1950. Χαρακτηριστικό είναι σχετικό δημοσίευμα της αγγλόφωνης κυπριακής εφημερίδας Cyprus Mail: «… Οι ΗΠΑ αντιτάχθηκαν σε ενδεχόμενη επέμβαση της Μεγάλης Bρετανίας κατά τον χρόνο της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο, ώστε να προστατεύσει τις κατασκοπευτικές βάσεις της στη Βόρεια Κύπρο, αποκάλυψε ο πρώην Βρετανός πρωθυπουργός Λόρδος James Callaghan (το καλοκαίρι του 1974 ήταν υπουργός των Εξωτερικών) σε συνέντευξή του σε βρετανική εφημερίδα. Για πρώτη φορά επιβεβαιώθηκε τότε η χρήση από τις ΗΠΑ των κατασκοπευτικών βάσεων στην Κύπρο και το ζήτημα εγέρθηκε και στη βρετανική Βουλή των Κοινοτήτων. Στη συνέντευξη, που δημοσιεύθηκε την προηγούμενη μέρα (12 Νοεμβρίου 1999) στο Times Higher Education Supplement, ο Κάλλαχαν επιβεβαίωνε ότι η Μεγάλη Βρετανία έφθασε τότε σχεδόν στα πρόθυρα ένοπλης σύγκρουσης με την Τουρκία για το ζήτημα της Κύπρου… Η κατάληψη της Βορείου Κύπρου από την Τουρκία επέσπευσε την κατάρρευση της ελληνικής χούντας, (ατού της C.I.A. στην Αθήνα), αλλά αυτό δεν ενόχλησε το State Department, το οποίο είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η χούντα δεν αποτελούσε πλέον αποδεκτό εταίρο. Αν και ο Κίσινγκερ δήλωσε αργότερα ότι η Ουάσιγκτον ήταν πολύ απασχολημένη με την υπόθεση Watergate για να λειτουργήσει αποτελεσματικά τη στιγμή που εκτυλισσόταν η κρίση στο νησί, οι δικαιολογίες του δεν πρέπει να θεωρηθούν σοβαρές. Σύμφωνα με δημοσιεύματα του τύπου της εποχής, ο Κίσινγκερ πρώτα απέτρεψε τους Βρετανούς από το να οργανώσουν μια κοινή επέμβαση με την Τουρκία. Κατόπιν, όταν ο Κάλλαχαν εισηγήθηκε να οργανώσει η Μεγάλη Βρετανία (ως μία από τις εγγυήτριες δυνάμεις της Κυπριακής Δημοκρατίας), είπε στον τελευταίο να μην πράττει ως ένας νεαρός πρόσκοπος» . Πράγματι, καθ’όλη την περίοδο των επιχειρήσεων της τουρκικής εισβολής, οι βρετανικές δυνάμεις που στάθμευαν πάνω στο νησί, σύμφωνα με τις εντολές που είχαν λάβει από το Λονδίνο, δεν αναμείχθηκαν στις τουρκικές στρατιωτικές επιχειρήσεις και στις συγκρούσεις που έλαβαν χώρα με την Κυπριακή Εθνοφρουρά και τις δυνάμεις της ΕΛ.ΔΥ.Κ. Οσον αφορά τις προαναφερόμενες ενέργειες του Χένρυ Κίσινγκερ, αυτές ενισχύουν τη γνώμη περί της συνενοχής του πρώην Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών στα γεγονότα του 1974.
Οσον αφορά την σοβιετική πολιτική, κατά την διάρκεια της περιόδου 1960-1964, οι επιλογές της αποσκοπούσαν στην ενθάρρυνση κάθε τάσης που παρουσίαζε η κυβέρνηση του Αρχιεπισκόπου Mακαρίου να κινηθεί σε ένα δρόμο που θα μπορούσε να οδηγήσει σε ένα όσο το δυνατόν περισσότερο ανεξάρτητο κυπριακό κράτος και σε μια αδέσμευτη εξωτερική πολιτική. Η Mόσχα διαδραμάτισε αυτή την περίοδο έναν ορισμένο ρόλο που ευνοούσε τις προσπάθειες του Μακαρίου να αντισταθεί στις προερχόμενες πιέσεις από την Τουρκία πιέσεις από το ένα μέρος, και στις απόπειρες της Ουάσιγκτον και της Αθήνας να προωθήσουν ένα διακανονισμό εντός του αποκλειστικού πλαισίου του ΝΑTΟ. Κατά τα έτη 1967-1974, η πολιτική της ΕΣΣΔ αποσκοπούσε στο να συμφιλιώσει την ανάγκη μιας βελτίωσης των σχέσεών της με την Τουρκία και την επιθυμία της να εξακολουθήσει να στηρίζει τον προσανατολισμό ανεξαρτησίας και στο πλαίσιο του κινήματος των αδεσμεύτων της εξωτερικής πολιτικής της Κύπρου. Αυτή η αντίφαση απέληξε στο να παραγάγει μια μετατόπιση της σοβιετικής πολιτικής προς θέσεις που ήταν περισσότερο αποδεκτές από την Αγκυρα και λιγότερο από τη Λευκωσία . Κατά την διάρκεια της παρατεταμένης κρίσης Ιουλίου-Αυγούστου 1974 (που οδήγησε στην κατάληψη του βορείου τμήματος από τα τουρκικά στρατεύματα), η σοβιετική προσέγγιση του κυπριακού προβλήματος εξελίχθηκε ακολουθώντας την συγκεκριμένη κάθε φορά αξιολόγηση των γεγονότων, που υπερίσχυσε στους κόλπους του μηχανισμού της μοσχοβίτικης διπλωματίας. Κατά την φάση του πραξικοπήματος κατά του Mακαρίου, η στάση της ΕΣΣΔ καθορίστηκε από τις αντιλήψεις μεγάλου αριθμού ανθρώπων που έπαιρναν αποφάσεις. Αυτοί έδιναν προτεραιότητα στα χαρακτηριστικά που εμφάνιζαν την υπόθεση ως μια συνωμοσία της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας, που αποσκοπούσε στην υπαγωγή του νησιού στα στρατηγικά της σχέδια και στη μετατροπή του σε ένα ‘‘αεροπλανοφόρο το οποίο ο εχθρός δεν μπορεί να βυθίσει’’ . Η πρώτη αντίδραση των Σοβιετικών ήταν η σφοδρή καταδίκη του πραξικοπήματος ταυτοχρόνως ως προσβολή στην συνταγματική τάξη της Κύπρου και ως κατάφωρη παραβίαση του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ και του Διεθνούς Δικαίου. Ακόμα, την επαύριον του πραξικοπήματος (16 Ιουλίου 1974), οι στόλοι των ΗΠΑ και της ΕΣΣΔ ετοιμάστηκαν να αποπλεύσουν για να βρεθούν στη ζώνη της κρίσης . Tην ίδια μέρα, σε μια πράξη όχι και τόσο συνήθη στα διπλωματικά χρονικά, ο Σοβιετικός πρέσβης στην Aγκυρα, Γκρουμπιακώφ, επέδωσε στον Πρόεδρο της Τουρκικής Δημοκρατίας, Φαχρί Koρουτούρκ, διπλωματική νότα, στην οποία αναφερόταν: «Η Tουρκία βρίσκεται σε καλό δρόμο. Το πραξικόπημα οργανώθηκε με αφετηρία το εξωτερικό. Η κυβέρνηση της ΕΣΣΔ είναι στο πλευρό εκείνων που μάχονται αντιτιθέμενοι στους πραξικοπηματίες...» .
Η προαναφερόμενη σοβιετική νότα επιδέχεται διαφορετικές ερμηνείες . Ορισμένοι συγγραφείς εικάζουν ότι κατ’ουσίαν η Μόσχα αποδέχτηκε την πρώτη τουρκική εισβολή. Στο ζήτημα αυτό, ο Ντόγου Περιντσέκ, ηγέτης του παράνομου κόμματος ‘‘Κόμμα εργατών και αγροτών’’, έγραψε: «Σήμερα είναι σαφές ότι οι Σοβιετικοί σοσιαλιμπεριαλιστές άναψαν το πράσινο φως για την τουρκική στρατιωτική επέμβαση στην Κύπρο» . Κατά την διάρκεια της συνάντησης του Ετσεβίτ με τον Σίσκo στο Λονδίνο, ο Τούρκος πρωθυπουργός βεβαίωσε τον συνομιλητή του ότι είχε λόγους να πιστεύει ότι οι Σοβιετικοί δεν σκόπευαν να αναμειχθούν στην Κύπρο εναντίον της τουρκικής επέμβασης. Ωστόσο, κατά την διάρκεια της δεύτερης φάσης της επιχείρησης ‘‘Aττίλας’’ η Mόσχα εξέφρασε μια ορισμένη δυσφορία καθώς και την ανησυχία της για την τροπή που έπαιρναν οι εξελίξεις.
Η ιστορία του Κυπριακού προβλήματος έχει αποτελέσει μια διαδοχή χαμένων ευκαιριών, με φθίνουσα πορεία, που προκάλεσε αλλεπάλληλες απογοητεύσεις στην ελληνική πλευρά και την οδήγησε σε όλο και πιο δυσχερή θέση. Από την δεκαετία τoυ 1950, το Κυπριακό εθεωρείτο το πρώτιστο και το οξύτερο εθνικό θέμα του συγχρόνου Ελληνισμού. Μετά από το πραξικόπημα και την κατάληψη από την Τουρκία του 38% του κυπριακού εδάφους, το Κυπριακό συνιστά ανοικτή πληγή και μαύρη κηλίδα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Ταυτόχρονα το πρόβλημα επηρεάζει τις διεθνείς σχέσεις στην περιοχή και επηρεάζεται από αυτές. Η de facto διχοτόμηση πέρασε σε νέο στάδιο στις 15 Νοεμβρίου 1983, με τη μονομερή ανακήρυξη από τον Ντενκτάς της ανεξαρτησίας της κατοχικής οντότητας που αυτοαποκαλούνταν ‘‘ομόσπονδο τουρκικό κράτος’’.
Tο (5ο) αναθεωρημένο σχέδίο Αναν υιοθετούσε μέγα μέρος των τουρκικών προτάσεων, συνιστώντας φόρμουλα διαλυτική της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αφού απέβησαν άκαρπες οι τετραμερείς συνομιλίες της Λουκέρνης, ενεργοποιήθηκε η προβλεπόμενη από το σχέδιο του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ διαδικασία των χωριστών δημοψηφισμάτων. Αυτά πραγματοποιήθηκαν την 24η Απριλίου 2004. Οι Τουρκοκύπριοι ενέκριναν το 5ο (αναθεωρημένο) σχέδιο Αναν, με ποσοστό υπέρ αυτού 64%. Αντίθετα, οι Ελληνοκύπριοι απέρριψαν την προτεινόμενη ‘‘λύση’’ με ποσοστό εναντίον αυτού 76%. Την επόμενη μέρα ο Πρόεδρος της Κύπρου Τάσος Παπαδόπουλος και η ηγεσία της Κύπρου αλλά και η Αθήνα καλούνταν να διαχειριστούν τις συνέπειες του ‘‘Οχι’’. Το συντριπτικά μεγάλο μέρος των δυτικών κυβερνήσεων εμφανιζόταν επικριτικό προς την επιλογή των Ελληνοκυπρίων. Το εσωτερικό μέτωπο στην ελληνοκυπριακή πλευρά παρουσίαζε σοβαρό ρήγμα λόγω των διχογνωμιών που είχαν εκδηλωθεί καθ’όλη την περίοδο που είχε προηγηθεί της ετυμηγορίας. Από την πλευρά της, η Τουρκία εστίαζε το ενδιαφέρον του στη συνέχιση της στήριξη από την Ελλάδα της προσπάθειάς της για ένταξη στην Ε.Ε.
Η ένταξη της Kύπρου στην E.E. το 2004 ανέσυρε το Kυπριακό από την αποτελμάτωση, όμως, αυτό δεν λύθηκε, ούτε ανετράπη η διχοτόμηση και η κατοχή που επέβαλε ο «Αττίλας», με πρόσχημα την αφροσύνη της ελλαδικής χούντας και στο βωμό του ανταγωνισμού των τότε πολιτικοστρατιωτικών συνασπισμών. Στην περίοδο που άνοιξε με την έναρξη διαπραγματεύσεων προς ένταξή της στην Ε.Ε., η Τουρκία επιχειρεί διαρκώς να συνδέει τη συμμόρφωσή της προς τα ευρωπαϊκά κριτήρια με την επίλυση του Κυπριακού, επιδιώκoντας να επιτύχει την άμεση ή έμμεση διεθνή αναγνώριση της αυτοαποκαλούμενης ‘‘Τ.Δ.Β.Κ.’’ ως ανεξάρτητης κρατικής οντότητας (ακόμα και ως κάποιου είδους αναβάθμισή της). Η Tουρκία πρέπει να υποχρεωθεί να συντελέσει στη δίκαιη λύση του κυπριακού, λύση βιώσιμη, αντικατοχική και ενοποιητική του νησιού. Να πάψει η Κύπρος ''να πληρώνει το άδειο μας πρόσωπο''. Η Ελλάδα χωρίς την Κύπρο είναι μια αποδυναμωμένη βαλκανική χώρα. Η Ελλάδα και η Κύπρος μαζί αποτελούν μια υπολογίσιμη δύναμη στο σύστημα Ανατολική Μεσόγειος-Μέση Ανατολή-Βαλκάνια-Καύκασος
Θεόδωρος Μπατρακούλης
Διδάκτωρ Γεωπολιτικής
ΥΓ: Το κείμενο αποτελεί σύντμηση κεφαλαίου από το βιβλίο του συγγραφέα, που πρόκειται να κυκλοφορήσει με τίτλο Η σύγχρονη Τουρκία - Κοινωνικές πολιτικές εξελίξεις και γεωπολιτικός ρόλος.
Η δημιουργία το 1960, με τις συμφωνίες της Ζυρίχης και του Λονδίνου, ενός Κυπριακού Κράτους συνοδεύτηκε από ένα (μάλλον κακώς καθορισμένο) δικαίωμα επέμβασης από τις εγγυήτριες δυνάμεις (Βρετανία, Τουρκία, Ελλάδα). Το καθένα από αυτά τα κράτη μπορούσε να καταστήσει ενεργό αυτό το δικαίωμα, σε περίπτωση που θα ανέκυπτε κάποιο πρόβλημα που θα αφορούσε την εδαφική ακεραιότητα ή την συνταγματική τάξη της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η Βρετανία διατήρησε δύο στρατιωτικές βάσεις στο νησί. Εγκαταστάθηκαν ελληνικές και τουρκικές στρατιωτικές μονάδες (ΕΛ.ΔΥ.Κ. και ΤΟΥΡ.ΔΥ.Κ.). Η κυπριακή ανεξαρτησία συνοδεύτηκε από μια συμφωνία βασισμένη σε εγγυήσεις που δόθηκαν στους Τουρκοκύπριους. Αλλά, στη δεκαετία του 1960 ήδη, οι απαιτήσεις, τις οποίες είχε αρχίσει να προβάλει η Τουρκία στην Κύπρο μετεξελίχτηκαν σε απειλές και επιθετικές ενέργειες.
Και καθώς το κυπριακό πρόβλημα αποτελούσε πλέον σημαντικό θέμα της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, η ένταση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις υποδαύλιζε τον τουρκικό εθνικισμό, θέτοντας μάλιστα, ορισμένες φορές, σε δοκιμασία την πίστη της Αγκυρας στη συμμαχία της με τη Δύση. Η κυπριακή κρίση των ετών 1963-64 και η ταπεινωτική επιστολή του Προέδρου Τζόνσον στον πρωθυπουργό Ινονού ιδιαίτερα τροφοδότησαν την τάση της Τουρκίας για επανεξέταση της θέσης της στους κόλπους του ΝΑΤΟ και στον κόσμο . Στην περίοδο της κυβέρνησης συνασπισμού του ‘‘Κόμματος Δικαιοσύνης’’ με το Ρ.Λ.Κ., με πρωθυπουργό τον Ισμέτ Ινονού, παρατηρήθηκε προσέγγιση με την ΕΣΣΔ. Χαρακτηριστικές ενδείξεις της αποτέλεσαν οι επισκέψεις στην Αγκυρα του Προέδρου Ποντγκόρνι και του υπουργού των Εξωτερικών Γκρομίκο (4-13 Ιανουαρίου 1965).
Τον Αύγουστο του 1964, περιοχές της Κύπρου βομβαρδίζονται από την Τουρκία. Τα γεγονότα αυτά οδήγησαν τον τότε πρωθυπουργό της Ελλάδας Γεώργιο Παπανδρέου να αποφασίσει την αποστολή στην Κύπρο μιας ελληνικής μεραρχίας για να ενισχυθεί η άμυνα της Μεγαλονήσου. Το 1967 η χούντα απέσυρε την ελληνική μεραρχία. Η διελκυστίνδα ανάμεσα στη χούντα και τον Πρόεδρο Μακάριο κορυφώθηκε με το πραξικόπημα. Στις 15 Ιουλίου 1974, οι δυνάμεις της “ελληνοκυπριακής εθνοφρουράς”, διοικούμενες από αξιωματικούς που υπάκουαν σε εντολές της δεύτερης χούντας (1973-74), ανέτρεψαν με πραξικόπημα το Μακάριο. Ο Δ. Ιωαννίδης επέλεξε να προωθήσει την Ενωση, με εγκληματικό τρόπο, αντίθετο στο κυπριακό Σύνταγμα και στο Διεθνές Δίκαιο. Εκτιμούσε ότι, με την πολιτική και βιολογική εξόντωση του Μακαρίου, προσέφερε υπηρεσία στην Ουάσιγκτον, ενώ και ο ίδιος απαλλασσόταν από αυτόν. Το πραξικόπημα κατεδάφισε την υπάρχουσα στο νησί συνταγματική τάξη. Προσέφερε στην Τουρκία το ‘‘πράσινο φως’’ να επέμβει στρατιωτικά στο νησί, που - με την παντελή έλλειψη ελληνικής αεροπορίας και ναυτικής άμυνας - φαινόταν εύκολη λεία. Ταυτοχρόνως, αποτέλεσε ευκαιρία χωρίς προηγούμενο για να τεθεί σε εφαρμογή η διχοτόμηση της Κύπρου.
Η απόφαση της στρατιωτικής επέμβασης λήφθηκε αμέσως, λίγες ώρες μετά το πραξικόπημα εναντίον του Προέδρου Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, σε ειδική συνεδρίαση του τουρκικού Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας (Milli Güvenlik Kurulu, MGK, 15 Ιουλίου 1974) . Σ’αυτή τη συνεδρίαση, ο Ντενίζ Μπαïκάλ - τότε υπουργός Οικονομικών - επικαλέστηκε το σύνολο των ελληνοτουρκικών σχέσεων της συγκεκριμένης περιόδου για να επιχειρηματολογήσει υπέρ του ότι η συγκεκριμένη επιχείρηση είχε ρεαλιστικό χαρακτήρα: «Δεν πρέπει να μας συγκρατήσει σκέψεις για το έλαβε χώρα πραξικόπημα ή όχι, ούτε για το ανατράπηκε ή όχι ο Μακάριος. Σύμφωνα με την αναμενόμενη πορεία των πραγμάτων, μέσα σε ένα προβλεπτό σύντομο χρονικό διάστημα, στην Κύπρο θα γίνουν εκλογές και η νέα ελληνοκυπριακή Βουλή θα κηρύξει την Ενωση με την Ελλάδα. Βεβαίως, οι τουρκικές περιοχές, δηλαδή οι θύλακοι, θα εξαιρεθούν (από την Ενωση, σημ. Θ.Μ.). Αλλά, αυτό που ενδιαφέρει κυρίως είναι ότι η Ελλάδα επισήμως θα μας περικυκλώσει από το Νότο, ότι θα είναι σε θέση να ελέγξει την Κεντρική και Ανατολική Μικρά Ασία, και να κυριαρχήσει στην Ανατολική Μεσόγειο. Αυτό είναι το επίμαχο σημείο. Διότι, το καυτό ζήτημα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις είναι το Αιγαίο Πέλαγος. Το ζήτημα αφορά την υφαλοκρηπίδα. Το πρόβλημα προέκυψε όταν η Ελλάδα ανακάλυψε πετρελαïκά κοιτάσματα σ’αυτή την περιοχή. Τα γεγονότα θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε απώλεια των τουρκικών δικαιωμάτων στην ηπειρωτική υφαλοκρηπίδα. Αυτή είναι η αιτία, η οποία επιβάλλει την υιοθέτηση μιάς πραγματιστικής πολιτικής, δηλαδή ενός ριζοσπαστικού χειρισμού των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Τότε, έχοντας επιλέξει μια εξαιρετικά ενεργητική τακτική, είχαμε προβλέψει όλα τα ενδεχόμενα και εξετάσει όλες τις στρατιωτικές δυνατότητες...» .
Η διεθνής συγκυρία ήταν πολύ ευνοϊκή για την τουρκική πολιτική. Λαμβάνοντας υπ’όψιν σειρά κρυπτογραφημένων τηλεγραφημάτων, τα οποία έφθασαν την επαύριον του πραξικοπήματος στο τουρκικό Υπουργείο Εξωτερικών, μπορούσε να θεωρείται βέβαιο ότι η διεθνής διπλωματία σχεδόν στο σύνολό της θεωρούσε ως υπαίτιο τη στρατιωτική χούντα των Αθηνών. Το State Department εκδήλωνε στάση ‘‘αναμονής και παρατήρησης’’. Ο Χένρυ Kίσσινγκερ, επί κεφαλής της διπλωματίας των ΗΠΑ, θα ακολουθούσε μια τέτοια τακτική κατά την διάρκεια των εξελίξεων που ακολούθησαν . Αυτή τη φορά, η Aγκυρα επικαλέστηκε το δικαίωμά της να επέμβει - στηριζόμενη, τουλάχιστον τυπικά, στα κείμενα των Συμφωνιών του 1960 - και αποφάσισε να ενεργήσει αποφασιστικά στο νησί, το οποίο φαινόταν ότι αποτελούσε μια εύκολη λεία. Αμέσως, ο πρωθυπουργός Bülent Eçevit ταξίδεψε στο Λονδίνο, όπου συμμετέσχε σε ‘‘τυπικές διαβουλεύσεις’’ με τους Βρετανούς ηγέτες Ουίλσον και Κάλλαχαν. Όταν ολοκληρώθηκαν αυτές οι συνομιλίες, ο Τούρκος πρωθυπουργός είχε σχηματίσει τη γνώμη ότι, αν και οι Βρετανοί αρνήθηκαν να ενεργήσουν από κοινού, με την προσφορά στα τουρκικά στρατεύματα της χρήσης των βάσεών τους στο νησί, τα εμπόδια σε μια τουρκική ένοπλη επέμβαση δεν ήταν ανυπέρβλητα.
Ο Μπουλέντ Ετσεβίτ συνάντησε σαφώς επιφυλακτική στάση εκ μέρους της Ουάσιγκτον, όταν ενημέρωσε τον Αμερικανό υφυπουργό Εξωτερικών George Sisco για τις προθέσεις της Αγκυρας. Ωστόσο, σύμφωνα με τις δηλώσεις ενός Αμερικανού διπλωμάτη - στον Τούρκο δημοσιογράφο Mεχμέτ Aλή Μπιράντ -, ο Ετσεβίτ έδειξε τέτοια «αποφασιστικότητα ώστε οδήγησε την ηγεσία του State Department σε μια διαφοροποίηση της γραμμής, την οποία είχε αποφασίσει να ακολουθήσει στην Κύπρο» . Ο Ετσεβίτ αντιλήφθηκε ότι η αντίθεση του εκπροσώπου των ΗΠΑ δεν είχε καμμιά μορφή απειλής (η λέξη υπογραμμιζόταν από τον Μπιράντ) χρήσης βίας εναντίον της τουρκικής επέμβασης από την πλευρά της υπερδύναμης. Τότε, ο Τούρκος ηγέτης συνειδητοποίησε ότι είχε τα χέρια ελεύθερα . Η τουρκική στρατιωτική απόβαση άρχισε το πρωί του Σαββάτου, 20 Ιουλίου 1974, υπό την κωδικοποιημένη ονομασία ‘‘Aττίλας’’. Η επιχείρηση ονομάστηκε από την τουρκική κυβερνητική προπαγάνδα ‘‘barιs harekâti’’, δηλ. ‘‘ειρηνευτικές επιχειρήσεις’’. «Ο Θεός να δικαιώσει αυτή την επιχείρηση που πραγματοποιείται για το καλό του έθνους μας, των Κυπρίων στο σύνολό τους και της ανθρωπότητας. Πιστεύουμε ότι, ενεργώντας με αυτόν τον τρόπο, προσφέρουμε υπηρεσίες στην ανθρωπότητα και στην ειρήνη...», δήλωνε νωρίς το ίδιο πρωί από το εθνικό ραδιοφωνικό δίκτυο ο Ετσεβίτ (ηγέτης ενός κόμματος, το οποίο εθεωρείτο ως θεματοφύλακας της εκκοσμίκευσης στην Τουρκία). Από την πλευρά του, ο Ερμπακάν - τότε αντιπρόεδρος της κυβέρνησης έχει δηλώσει, κατ’επανάληψιν ότι είναι υπερήφανος για το ότι «η απελευθέρωση των αδελφών Τούρκων Κυπρίων είναι ένα από τα έργα του».
Η τουρκική εισβολή στην Κύπρο είναι αποκαλυπτική μιας «...αλληλοδράσης μεταξύ παντουρκισμού και ισλαμικής αλληλεγγύης... Κάθε προσεκτικός παρατηρητής θα σημειώσει ότι ο λόγος και η ρητορική που συνόδευαν τις τουρκικές επιθετικές επιχειρήσεις ήταν περιβεβλημένες από μια έντονη θρησκευτικότητα, ή και χαρακτηρίζονταν από έναν θρησκευτικό φανατισμό. Όμως, η εμφάνιση μιας φρασεολογίας με θρησκευτική χροιά στους κοσμικούς Τούρκους που βρίσκονται σε αντίθεση με τους Ελληνοκύπριους εθνικιστές δεν θα έπρεπε να εκπλήσσει. Διότι το Ισλάμ δεν περιορίζεται σε μια απλή ευσέβεια. Είναι πριν απ’όλα μια φοβερή πηγή πολιτικής κινητοποίησης, την οποία οι πιο κοσμικοί μουσουλμάνοι - και ο ίδιος ο Aτατούρκ - δεν αρνήθηκαν ποτέ να χρησιμοποιήσουν, όταν αυτό ήταν αναγκαίο... » .
Το 1974, η Tουρκία ισχυρίστηκε ότι εισέβαλε στην Κύπρο για να προστατεύσει την Tουρκοκυπριακή μειονότητα. Ωστόσο, δεν είχε αποδειχτεί την στιγμή της εισβολής ότι οι ίδιοι οι Τουρκοκύπριοι είχαν τότε ισχυριστεί ότι κινδύνευαν - αυτό παρέμενε και πολλά χρόνια αργότερα δύσκολο να αποδειχτεί. Η δημιουργία μιας τουρκικής ζώνης και η εθνική εκκαθάριση των Ελληνοκυπρίων από αυτήν αποτελούσαν τουρκικό στόχο, που είχε σχεδιαστεί από την δεκαετία του 1950 (παρά το ότι η Τουρκία, στη Συνθήκη της Λωζάνης το 1923, είχε παραιτηθεί όλων των αξιώσεών της επί της Κύπρου). Ο στόχος επιχειρήθηκε να τεθεί σε εφαρμογή το 1964. Η πράσινη γραμμή που διαιρεί την Κύπρο αντιστοιχεί ακριβώς στη ‘‘γραμμή του Αττίλα’’, που βρέθηκε στους χάρτες της τουρκικής εισβολής που χρονολογούνται από την δεκαετία του 1950. Χαρακτηριστικό είναι σχετικό δημοσίευμα της αγγλόφωνης κυπριακής εφημερίδας Cyprus Mail: «… Οι ΗΠΑ αντιτάχθηκαν σε ενδεχόμενη επέμβαση της Μεγάλης Bρετανίας κατά τον χρόνο της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο, ώστε να προστατεύσει τις κατασκοπευτικές βάσεις της στη Βόρεια Κύπρο, αποκάλυψε ο πρώην Βρετανός πρωθυπουργός Λόρδος James Callaghan (το καλοκαίρι του 1974 ήταν υπουργός των Εξωτερικών) σε συνέντευξή του σε βρετανική εφημερίδα. Για πρώτη φορά επιβεβαιώθηκε τότε η χρήση από τις ΗΠΑ των κατασκοπευτικών βάσεων στην Κύπρο και το ζήτημα εγέρθηκε και στη βρετανική Βουλή των Κοινοτήτων. Στη συνέντευξη, που δημοσιεύθηκε την προηγούμενη μέρα (12 Νοεμβρίου 1999) στο Times Higher Education Supplement, ο Κάλλαχαν επιβεβαίωνε ότι η Μεγάλη Βρετανία έφθασε τότε σχεδόν στα πρόθυρα ένοπλης σύγκρουσης με την Τουρκία για το ζήτημα της Κύπρου… Η κατάληψη της Βορείου Κύπρου από την Τουρκία επέσπευσε την κατάρρευση της ελληνικής χούντας, (ατού της C.I.A. στην Αθήνα), αλλά αυτό δεν ενόχλησε το State Department, το οποίο είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η χούντα δεν αποτελούσε πλέον αποδεκτό εταίρο. Αν και ο Κίσινγκερ δήλωσε αργότερα ότι η Ουάσιγκτον ήταν πολύ απασχολημένη με την υπόθεση Watergate για να λειτουργήσει αποτελεσματικά τη στιγμή που εκτυλισσόταν η κρίση στο νησί, οι δικαιολογίες του δεν πρέπει να θεωρηθούν σοβαρές. Σύμφωνα με δημοσιεύματα του τύπου της εποχής, ο Κίσινγκερ πρώτα απέτρεψε τους Βρετανούς από το να οργανώσουν μια κοινή επέμβαση με την Τουρκία. Κατόπιν, όταν ο Κάλλαχαν εισηγήθηκε να οργανώσει η Μεγάλη Βρετανία (ως μία από τις εγγυήτριες δυνάμεις της Κυπριακής Δημοκρατίας), είπε στον τελευταίο να μην πράττει ως ένας νεαρός πρόσκοπος» . Πράγματι, καθ’όλη την περίοδο των επιχειρήσεων της τουρκικής εισβολής, οι βρετανικές δυνάμεις που στάθμευαν πάνω στο νησί, σύμφωνα με τις εντολές που είχαν λάβει από το Λονδίνο, δεν αναμείχθηκαν στις τουρκικές στρατιωτικές επιχειρήσεις και στις συγκρούσεις που έλαβαν χώρα με την Κυπριακή Εθνοφρουρά και τις δυνάμεις της ΕΛ.ΔΥ.Κ. Οσον αφορά τις προαναφερόμενες ενέργειες του Χένρυ Κίσινγκερ, αυτές ενισχύουν τη γνώμη περί της συνενοχής του πρώην Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών στα γεγονότα του 1974.
Οσον αφορά την σοβιετική πολιτική, κατά την διάρκεια της περιόδου 1960-1964, οι επιλογές της αποσκοπούσαν στην ενθάρρυνση κάθε τάσης που παρουσίαζε η κυβέρνηση του Αρχιεπισκόπου Mακαρίου να κινηθεί σε ένα δρόμο που θα μπορούσε να οδηγήσει σε ένα όσο το δυνατόν περισσότερο ανεξάρτητο κυπριακό κράτος και σε μια αδέσμευτη εξωτερική πολιτική. Η Mόσχα διαδραμάτισε αυτή την περίοδο έναν ορισμένο ρόλο που ευνοούσε τις προσπάθειες του Μακαρίου να αντισταθεί στις προερχόμενες πιέσεις από την Τουρκία πιέσεις από το ένα μέρος, και στις απόπειρες της Ουάσιγκτον και της Αθήνας να προωθήσουν ένα διακανονισμό εντός του αποκλειστικού πλαισίου του ΝΑTΟ. Κατά τα έτη 1967-1974, η πολιτική της ΕΣΣΔ αποσκοπούσε στο να συμφιλιώσει την ανάγκη μιας βελτίωσης των σχέσεών της με την Τουρκία και την επιθυμία της να εξακολουθήσει να στηρίζει τον προσανατολισμό ανεξαρτησίας και στο πλαίσιο του κινήματος των αδεσμεύτων της εξωτερικής πολιτικής της Κύπρου. Αυτή η αντίφαση απέληξε στο να παραγάγει μια μετατόπιση της σοβιετικής πολιτικής προς θέσεις που ήταν περισσότερο αποδεκτές από την Αγκυρα και λιγότερο από τη Λευκωσία . Κατά την διάρκεια της παρατεταμένης κρίσης Ιουλίου-Αυγούστου 1974 (που οδήγησε στην κατάληψη του βορείου τμήματος από τα τουρκικά στρατεύματα), η σοβιετική προσέγγιση του κυπριακού προβλήματος εξελίχθηκε ακολουθώντας την συγκεκριμένη κάθε φορά αξιολόγηση των γεγονότων, που υπερίσχυσε στους κόλπους του μηχανισμού της μοσχοβίτικης διπλωματίας. Κατά την φάση του πραξικοπήματος κατά του Mακαρίου, η στάση της ΕΣΣΔ καθορίστηκε από τις αντιλήψεις μεγάλου αριθμού ανθρώπων που έπαιρναν αποφάσεις. Αυτοί έδιναν προτεραιότητα στα χαρακτηριστικά που εμφάνιζαν την υπόθεση ως μια συνωμοσία της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας, που αποσκοπούσε στην υπαγωγή του νησιού στα στρατηγικά της σχέδια και στη μετατροπή του σε ένα ‘‘αεροπλανοφόρο το οποίο ο εχθρός δεν μπορεί να βυθίσει’’ . Η πρώτη αντίδραση των Σοβιετικών ήταν η σφοδρή καταδίκη του πραξικοπήματος ταυτοχρόνως ως προσβολή στην συνταγματική τάξη της Κύπρου και ως κατάφωρη παραβίαση του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ και του Διεθνούς Δικαίου. Ακόμα, την επαύριον του πραξικοπήματος (16 Ιουλίου 1974), οι στόλοι των ΗΠΑ και της ΕΣΣΔ ετοιμάστηκαν να αποπλεύσουν για να βρεθούν στη ζώνη της κρίσης . Tην ίδια μέρα, σε μια πράξη όχι και τόσο συνήθη στα διπλωματικά χρονικά, ο Σοβιετικός πρέσβης στην Aγκυρα, Γκρουμπιακώφ, επέδωσε στον Πρόεδρο της Τουρκικής Δημοκρατίας, Φαχρί Koρουτούρκ, διπλωματική νότα, στην οποία αναφερόταν: «Η Tουρκία βρίσκεται σε καλό δρόμο. Το πραξικόπημα οργανώθηκε με αφετηρία το εξωτερικό. Η κυβέρνηση της ΕΣΣΔ είναι στο πλευρό εκείνων που μάχονται αντιτιθέμενοι στους πραξικοπηματίες...» .
Η προαναφερόμενη σοβιετική νότα επιδέχεται διαφορετικές ερμηνείες . Ορισμένοι συγγραφείς εικάζουν ότι κατ’ουσίαν η Μόσχα αποδέχτηκε την πρώτη τουρκική εισβολή. Στο ζήτημα αυτό, ο Ντόγου Περιντσέκ, ηγέτης του παράνομου κόμματος ‘‘Κόμμα εργατών και αγροτών’’, έγραψε: «Σήμερα είναι σαφές ότι οι Σοβιετικοί σοσιαλιμπεριαλιστές άναψαν το πράσινο φως για την τουρκική στρατιωτική επέμβαση στην Κύπρο» . Κατά την διάρκεια της συνάντησης του Ετσεβίτ με τον Σίσκo στο Λονδίνο, ο Τούρκος πρωθυπουργός βεβαίωσε τον συνομιλητή του ότι είχε λόγους να πιστεύει ότι οι Σοβιετικοί δεν σκόπευαν να αναμειχθούν στην Κύπρο εναντίον της τουρκικής επέμβασης. Ωστόσο, κατά την διάρκεια της δεύτερης φάσης της επιχείρησης ‘‘Aττίλας’’ η Mόσχα εξέφρασε μια ορισμένη δυσφορία καθώς και την ανησυχία της για την τροπή που έπαιρναν οι εξελίξεις.
Η ιστορία του Κυπριακού προβλήματος έχει αποτελέσει μια διαδοχή χαμένων ευκαιριών, με φθίνουσα πορεία, που προκάλεσε αλλεπάλληλες απογοητεύσεις στην ελληνική πλευρά και την οδήγησε σε όλο και πιο δυσχερή θέση. Από την δεκαετία τoυ 1950, το Κυπριακό εθεωρείτο το πρώτιστο και το οξύτερο εθνικό θέμα του συγχρόνου Ελληνισμού. Μετά από το πραξικόπημα και την κατάληψη από την Τουρκία του 38% του κυπριακού εδάφους, το Κυπριακό συνιστά ανοικτή πληγή και μαύρη κηλίδα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Ταυτόχρονα το πρόβλημα επηρεάζει τις διεθνείς σχέσεις στην περιοχή και επηρεάζεται από αυτές. Η de facto διχοτόμηση πέρασε σε νέο στάδιο στις 15 Νοεμβρίου 1983, με τη μονομερή ανακήρυξη από τον Ντενκτάς της ανεξαρτησίας της κατοχικής οντότητας που αυτοαποκαλούνταν ‘‘ομόσπονδο τουρκικό κράτος’’.
Tο (5ο) αναθεωρημένο σχέδίο Αναν υιοθετούσε μέγα μέρος των τουρκικών προτάσεων, συνιστώντας φόρμουλα διαλυτική της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αφού απέβησαν άκαρπες οι τετραμερείς συνομιλίες της Λουκέρνης, ενεργοποιήθηκε η προβλεπόμενη από το σχέδιο του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ διαδικασία των χωριστών δημοψηφισμάτων. Αυτά πραγματοποιήθηκαν την 24η Απριλίου 2004. Οι Τουρκοκύπριοι ενέκριναν το 5ο (αναθεωρημένο) σχέδιο Αναν, με ποσοστό υπέρ αυτού 64%. Αντίθετα, οι Ελληνοκύπριοι απέρριψαν την προτεινόμενη ‘‘λύση’’ με ποσοστό εναντίον αυτού 76%. Την επόμενη μέρα ο Πρόεδρος της Κύπρου Τάσος Παπαδόπουλος και η ηγεσία της Κύπρου αλλά και η Αθήνα καλούνταν να διαχειριστούν τις συνέπειες του ‘‘Οχι’’. Το συντριπτικά μεγάλο μέρος των δυτικών κυβερνήσεων εμφανιζόταν επικριτικό προς την επιλογή των Ελληνοκυπρίων. Το εσωτερικό μέτωπο στην ελληνοκυπριακή πλευρά παρουσίαζε σοβαρό ρήγμα λόγω των διχογνωμιών που είχαν εκδηλωθεί καθ’όλη την περίοδο που είχε προηγηθεί της ετυμηγορίας. Από την πλευρά της, η Τουρκία εστίαζε το ενδιαφέρον του στη συνέχιση της στήριξη από την Ελλάδα της προσπάθειάς της για ένταξη στην Ε.Ε.
Η ένταξη της Kύπρου στην E.E. το 2004 ανέσυρε το Kυπριακό από την αποτελμάτωση, όμως, αυτό δεν λύθηκε, ούτε ανετράπη η διχοτόμηση και η κατοχή που επέβαλε ο «Αττίλας», με πρόσχημα την αφροσύνη της ελλαδικής χούντας και στο βωμό του ανταγωνισμού των τότε πολιτικοστρατιωτικών συνασπισμών. Στην περίοδο που άνοιξε με την έναρξη διαπραγματεύσεων προς ένταξή της στην Ε.Ε., η Τουρκία επιχειρεί διαρκώς να συνδέει τη συμμόρφωσή της προς τα ευρωπαϊκά κριτήρια με την επίλυση του Κυπριακού, επιδιώκoντας να επιτύχει την άμεση ή έμμεση διεθνή αναγνώριση της αυτοαποκαλούμενης ‘‘Τ.Δ.Β.Κ.’’ ως ανεξάρτητης κρατικής οντότητας (ακόμα και ως κάποιου είδους αναβάθμισή της). Η Tουρκία πρέπει να υποχρεωθεί να συντελέσει στη δίκαιη λύση του κυπριακού, λύση βιώσιμη, αντικατοχική και ενοποιητική του νησιού. Να πάψει η Κύπρος ''να πληρώνει το άδειο μας πρόσωπο''. Η Ελλάδα χωρίς την Κύπρο είναι μια αποδυναμωμένη βαλκανική χώρα. Η Ελλάδα και η Κύπρος μαζί αποτελούν μια υπολογίσιμη δύναμη στο σύστημα Ανατολική Μεσόγειος-Μέση Ανατολή-Βαλκάνια-Καύκασος
Θεόδωρος Μπατρακούλης
Διδάκτωρ Γεωπολιτικής
ΥΓ: Το κείμενο αποτελεί σύντμηση κεφαλαίου από το βιβλίο του συγγραφέα, που πρόκειται να κυκλοφορήσει με τίτλο Η σύγχρονη Τουρκία - Κοινωνικές πολιτικές εξελίξεις και γεωπολιτικός ρόλος.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)